Η δημόσια διαβούλευση του νέου νομοσχεδίου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για την αξιοποίηση εγκαταλελειμμένων και μικρών φθινόντων οικισμών φαίνεται εκ πρώτης όψεως, μία υποσχόμενη πρωτοβουλία. To σχέδιο νόμου αναβιώνει ένα ειδικό εργαλείο χωρικού σχεδιασμού, τα Ειδικά Σχέδια Περιβαλλοντικής Αναβάθμισης και Ανάπτυξης (ΕΣΠΕΡΑΑ), το οποίο επιτρέπει όχι μόνο την αποκατάσταση εγκαταλελειμμένων οικισμών αλλά, ιδίως στα κατοικημένα νησιά, την οργανωμένη ανάπτυξη γειτονικών εκτάσεων μέσω ιδιωτικής πολεοδόμησης. Η πρόβλεψη ειδικών μορφολογικών κανόνων, η υποχρέωση δημιουργίας κοινόχρηστων υποδομών και η έγκριση με Προεδρικό Διάταγμα, συνιστούν ασφαλώς τις αναγκαίες θεσμικές εγγυήσεις. Ωστόσο, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν οι εγκαταλελειμμένοι οικισμοί και ιδιαίτερα οι νησιωτικοί μπορούν να πολεοδομηθούν και να ξανακτισθούν. Το βασικό ζητούμενο είναι αν μπορούν πραγματικά να ξαναζωντανέψουν.
Επιχείρημα του νομοσχεδίου είναι οτι προσεγγίζει την εγκατάλειψη κυρίως ως πρόβλημα πολεοδομικής οργάνωσης και αξιοποίησης γης. Η πρόταση αυτή είναι μεν εύλογη, αλλά δεν επαρκεί. Οι λόγοι για τους οποίους απερημώθηκαν εκατοντάδες μικροί νησιωτικοί (αλλά και ορεινοί) οικισμοί δεν είναι κατά πρώτο λόγο πολεοδομικοί.
Οι πραγματικοί λόγοι συνδέονται με τη γήρανση του πληθυσμού σε συνδυασμό με την χαμηλή γεννητικότητα, την έλλειψη ποιοτικών υποδομών υγείας και εκπαίδευσης, την έλλειψη υπηρεσιών εξυπηρέτησης του πολίτη, τις δυσκολίες μετακίνησης, το υψηλό μεταφορικό και ενεργειακό κόστος, την έλλειψη ποιοτικής και προσιτής κατοικίας, και κυρίως τις περιορισμένες έως ανύπαρκτες επαγγελματικές ευκαιρίες, λόγω και της έλλειψης διαφοροποίησης της οικονομίας στον νησιωτικό χώρο προς νέες δραστηριότητες γαλάζιας οικονομίας.
Η αναζωογόνηση ενός οικισμού δεν αποτιμάται φυαικά με βάση τον αριθμό των νέων οικοδομικών αδειών αλλά με τον αριθμό των νέων κατοίκων. Αποτιμάται με βάση το αν λειτουργούν κοινωνικές υποδομές (υπηρεσίες υγείας, υπηρεσίες εκπαίδευσης) τεχνικές υποδομές και υγιείς τοπικές επιχειρήσεις. Χωρίς μια ολοκληρωμένη πολιτική για τη μόνιμη εγκατάσταση, υπάρχει ο κίνδυνος οι νέοι οικισμοί να μετατραπούν σε εποχικούς τουριστικούς προορισμούς ή σε οικισμούς δεύτερης κατοικίας, χωρίς πραγματική κοινωνική αναζωογόνηση. Στο νέο πλαίσιο, εξίσου αισθητή είναι η απουσία της δημογραφικής διάστασης. Θα μπορούσαν να προβλέπονται κίνητρα για εγκατάσταση νέων οικογενειών, για επαναπατρισμό κατοίκων από την αλλοδαπή, για εγκατάσταση νέων επαγγελματιών ή για ανάπτυξη ψηφιακής εργασίας (digital nomads). H μεγαλύτερη πρόκληση των ελληνικών νησιών δεν είναι πλέον η έλλειψη γης προς ανάπτυξη αλλά η έλλειψη ανθρώπων και κοινοτήτων που θα επιλέξουν να ζήσουν εκεί όλο τον χρόνο. Το μεγαλύτεροι πρόβλημα των νησιών είναι οι εποχικές κοινωνίες που βασίζονται στην μονοκαλλιέργεια του τουρισμού.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη σημαντικότερη παράμετρος που απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά από το νομοσχέδιο: η γεωπολιτική διάσταση της νησιωτικότητας.
Τα ελληνικά νησιά δεν είναι απλώς απομακρυσμένες τοπικές κοινωνίες. Αποτελούν τα εξωτερικά θαλάσσια σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κρίσιμους κόμβους για τις θαλάσσιες μεταφορές, την ενεργειακή ασφάλεια, τη γαλάζια οικονομία, τη βιοποικιλότητα και την πολιτική προστασία. Η ύπαρξη μόνιμου πληθυσμού στα μικρά και ακριτικά νησιά συνιστά κοινωνική ανάγκη και αποτελεί παράγοντα ανθεκτικότητας και στρατηγικής σημασίας για τη χώρα και την Ευρώπη.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μετατοπίζει σταδιακά την πολιτική της για τα νησιά. Το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τον Ωκεανό (European Ocean Pact), η υπό διαμόρφωση Ευρωπαϊκή Στρατηγική για τα Νησιά και η αναθεώρηση της Οδηγίας για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό αντιμετωπίζουν πλέον τα νησιά όχι ως περιοχές που χρειάζονται μόνον οικονομικές ενισχύσεις αλλά ως στρατηγικούς κόμβους ευρωπαϊκής κυριαρχίας, περιβαλλοντικής προστασίας και βιώσιμης ανάπτυξης. Η έννοια της ανθεκτικότητας αποκτά πλέον σαφώς γεωπολιτικό περιεχόμενο.
Υπό αυτό το πρίσμα, η αναβίωση ενός εγκαταλελειμμένου νησιωτικού οικισμού δεν μπορεί να αποτελεί αποκλειστικά αντικείμενο ιδιωτικής πολεοδόμησης. Χρειάζεται να ενταχθεί σε μια ολοκληρωμένη πολιτική που θα συνδυάζει τον χωρικό σχεδιασμό με τη δημογραφική αναζωογόνηση, την αυξημένη προσβασιμότητα, την ενεργειακή αυτονομία, τις ψηφιακές υποδομές, τη στήριξη της τοπικής παραγωγής και επιχειρηματικότητας, τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό. Μόνον έτσι η πολεοδομική επένδυση θα μετουσιωθεί σε “οικονομία της ζωής”, όπως επιτυχώς αναφέρει ο Jacques Attali.
Το νέο θεσμικό εργαλείο του ΥΠΕΝ μπορεί να αποτελέσει μια σημαντική αφετηρία, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα περιοριστεί στη διαχείριση της γης. Η επιτυχία του δεν θα κριθεί από τις εκτάσεις που θα πολεοδομηθούν ούτε από την αξία των νέων επενδύσεων. Θα κριθεί, εύλογα, κυρίως από το αν οι εγκαταλελειμμένοι οικισμοί αποκτήσουν και πάλι μόνιμους κατοίκους, κοινωνική ζωή, παραγωγική βάση και διαφοροποιημένη – σε σχέση με τον επικρατούντα τουρισμό – οικονομική δραστηριότητα.
Καταληκτικά, η πραγματική αναγέννηση των νησιωτικών οικισμών δεν είναι μια άσκηση πολεοδομίας ούτε ένα εγχείρημα real-estate. Αυτό που θα πρέπει να επιδιωχθεί είναι η πραγματική εδαφική συνοχή, η δημογραφική ανθεκτικότητα και η εξυπηρέτηση μίας εθνικής στρατηγικής οργάνωσης, ενδυνάμωσης και λειτουργικής ανασυγκρότησης του νησιωτικού χώρου. Σε μια εποχή, μάλιστα, κατά την οποία η γεωπολιτική των θαλασσών και των νησιωτικών συμπλεγμάτων επανέρχεται στο επίκεντρο των ευρωπαϊκών εξελίξεων, ίσως αυτή να είναι μία από τις σημαντικότερες επενδύσεις στις οποίες μπορεί να προβεί η Ελλάδα, ιδιαίτερα ενόψει του επερχόμενου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου (2028-2034) και αξιοποιώντας το προβλεπόμενο Ταμείο Ανταγωνιστικότητας (προσδιορίζεται στο ήμισυ των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανταγωνιστικότητας), του οποίου την σημαντικότητα εξήρε πρόσφατα ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης στο Συνέδριο του Economist.
*CEO της SDMED MARIS, διετέλεσε Διευθύντρια του Εθνικού Σημείου Επαφής ESPON για την χωρική ανάπτυξη και συνοχή (DGRegio) και είναι μέλος του Μηχανισμού Στήριξης των Κρατών-μελών για τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό στην λεκάνη της Ανατ. Μεσογείου (DGMARE)