Πώς ο Τραμπ πρόδωσε τους πάντες, ακόμη και τον εαυτό του
Εκτός από τον ιρανικό λαό και το Ισραήλ, ο αμερικανός πρόεδρος πρόδωσε και εκείνους τους Αμερικανούς που υποστήριξαν τον πόλεμο, θεωρώντας ότι το Ιράν αποτελεί μια αφόρητη απειλή για την ασφάλεια και τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Επιπλέον, ενίσχυσε την πεποίθηση του ιρανικού καθεστώτος ότι μπορεί να αντέξει ακόμη και τα πιο ισχυρά αμερικανικά ή ισραηλινά πλήγματα
Την ώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτηρίζει «ζηλιάρηδες», «κακούς ανθρώπους» και «ηλίθιους» όσους (πολλούς) τον επικρίνουν υποστηρίζοντας πως δεν ήταν αρκετά σκληρός με το ιρανικό καθεστώς, η στρατιωτική ηγεσία της Ισλαμικής Δημοκρατίας χαιρετίζει τη συμφωνία ως θρίαμβο, κομπάζοντας ότι «μέσω της επιβολής της θεϊκής και σιδηράς βούλησής» τους κατάφεραν να «ταπεινώσουν τους αμερικανούς και τους σιωνιστές εχθρούς».
«Κατά βάση έχουν δίκιο», σχολιάζει ο Μπρετ Στίβενς, αρθρογράφος των New York Times. Εχουν δίκιο, καταρχάς επειδή κατάφεραν ό,τι κατάφεραν, ενώ το καθεστώς της Τεχεράνης είναι πολύ λιγότερο ισχυρό συγκριτικά με όσο ήταν πριν από τις επιθέσεις της Χαμάς στο Ισραήλ την 7η Οκτωβρίου 2023.
Τότε το Ιράν διέθετε ισχυρούς συμμάχους στη Συρία, στον Λίβανο, στη Γάζα και στην Υεμένη. Το πυρηνικό του πρόγραμμα ήταν άθικτο και συνέχιζε να συσσωρεύει ολοένα μεγαλύτερες ποσότητες ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού. Διέθετε επίσης μια ισχυρή στρατιωτικοβιομηχανική βάση, μια αδύναμη μεν αλλά λειτουργική οικονομία και μια κυβέρνηση που –παρά την κατασταλτική της υπόσταση– αναγνωριζόταν διεθνώς.
Σήμερα τα δεδομένα είναι εντελώς διαφορετικά. Το Ιράν σίγουρα δεν βρίσκεται πλέον σε απόσταση αναπνοής από την απόκτηση μιας ατομικής βόμβας. Ο Μπασάρ αλ Ασαντ, ο σύμμαχός του στη Συρία, έχει ανατραπεί, ενώ η Χαμάς στη Γάζα, η Χεζμπολάχ στον Λίβανο και οι Χούθι στην Υεμένη έχουν απολέσει τεράστιο ποσοστό της στρατιωτικής ισχύος τους.
Το ιρανικό ριάλ είναι το πιο υποτιμημένο νόμισμα στον κόσμο. Το καθεστώς κυβερνά έναν δυσαρεστημένο πληθυσμό που, εξαιρουμένων των φανατικών οπαδών του, θα το ανέτρεπε σχεδόν σίγουρα αν του δινόταν η ευκαιρία. Στην τελευταία πυραυλική επίθεση που εξαπέλυσε δεν κατάφερε ούτε ένα ισχυρό πλήγμα στο Ισραήλ. Και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ άσκησε μεν πίεση, αλλά δεν παρέλυσε τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας.
«Αυτά είναι πραγματικά επιτεύγματα εναντίον ενός κακόβουλου και φιλόδοξου καθεστώτος. Ομως η έκβαση ενός πολέμου σπανίως κρίνεται επί τη βάσει ενός απολογισμού σχετικής ισχύος. Ο πόλεμος είναι μια αναμέτρηση βουλήσεων. Και σε αυτή την αναμέτρηση φαίνεται ότι οι σκληροπυρηνικοί ηγέτες της Τεχεράνης κατάφεραν μια σημαντική νίκη κατά του ματαιόδοξου ηγέτη της Ουάσινγκτον», σχολιάζει ο Μπρετ Στίβενς.
Το αξιοσημείωτο, όμως, στην προκειμένη είναι πως ο Στίβενς γράφει ως κάποιος που είχε ταχθεί υπέρ του πολέμου κατά του Ιράν, με την ελπίδα, μάλιστα, ότι ο αμερικανός πρόεδρος θα κατάφερνε κάποιο σημαντικό αποτέλεσμα. Αν όχι την κατάρρευση του καθεστώτος, τουλάχιστον μια συμφωνία που θα υποχρέωνε το Ιράν να καταστρέψει όλα τα μέσα που διαθέτει για τον εμπλουτισμό ουρανίου και να αποκηρύξει τις βλέψεις του περί άσκησης κάποιας μορφής ελέγχου στα Στενά του Ορμούζ.
Σύμφωνα με τον αρθρογράφο των New York Times, αυτοί οι στόχοι ήταν απολύτως εφικτοί για την Ουάσινγκτον, ιδίως αν ο Τραμπ συνέχιζε να πλήττει τις στρατιωτικοβιομηχανικές υποδομές του Ιράν έως ότου αυτό αναγκαζόταν εκ των πραγμάτων να συμβιβαστεί. Αντιθέτως, οι ΗΠΑ κατέληξαν να διεξάγουν το μεγαλύτερο μέρος των διαπραγματεύσεων αφού οι στρατιωτικές επιχειρήσεις είχαν σχεδόν τερματιστεί.
Αλλά ο Τραμπ πανικοβλήθηκε όταν είδε το καθεστώς της Τεχεράνης να μην καταρρέει άμεσα και τις τιμές των καυσίμων να εκτινάσσονται. Στη συνέχεια, πρακτικά, εγκατέλειψε τον πόλεμο (που εκείνος άρχισε) έπειτα από λιγότερες από έξι εβδομάδες συνεχών στρατιωτικών επιχειρήσεων – κατά τις οποίες οι ΗΠΑ είχαν ελάχιστες ανθρώπινες απώλειες. Και μετά δυσχέρανε περαιτέρω τη θέση του με μια κωμικοτραγική αλληλουχία στρατιωτικών απειλών και υπαναχωρήσεων της τελευταίας στιγμής, με τον Μπρετ Στίβενς να κάνει λόγο για «σημάδια αναποφασιστικότητας και αδυναμίας» στα μάτια των Ιρανών.
Ολα αυτά μπορεί να φαίνονται παράδοξα για έναν πρόεδρο που κάποτε διαμαρτυρόταν έντονα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είχαν «πολεμήσει για να νικήσουν» σε κανέναν πόλεμο μετά το 1945, που απαιτούσε την «άνευ όρων παράδοση» της Τεχεράνης και είχε επανειλημμένως κατακεραυνώσει τον προκάτοχό του για την ταπεινωτική αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν (τον Αύγουστο του 2021.) Συγχρόνως, όμως, δεν είναι και τόσο παράδοξα για έναν πρόεδρο του οποίου «η ίδια η υπόσταση είναι η προδοσία των πάντων, κυρίως των ίδιων του των λόγων».
Πέρα από τον ίδιο τον εαυτό του, ο Τραμπ πρόδωσε καταρχάς τον ιρανικό λαό: τον περασμένο Ιανουάριο, με την αιματηρή καταστολή των μαζικών αντικυβερνητικών διαδηλώσεων στο Ιράν, είχε δηλώσει πως «η βοήθεια είναι καθ’ οδόν», ενώ κατά την έναρξη του πολέμου, μετά την εξόντωση του Αλί Χαμενεΐ, προέτρεψε τους πολίτες να αναλάβουν δράση κατά του καθεστώτος, σημειώνοντας μάλιστα ότι «αυτή θα είναι πιθανότατα η μοναδική ευκαιρία για πολλές γενιές».
Ο Τραμπ εμφανίζεται όμως έτοιμος να προδώσει και το Ισραήλ, τον κύριο σύμμαχό του στη Μέση Ανατολή, πιέζοντας την Ιερουσαλήμ να αναστείλει τις επιθέσεις εναντίον της Χεζμπολάχ στο βόρειο τμήμα της χώρας, και επιτρέποντας έτσι στην Τεχεράνη να συνδέσει διπλωματικά την κατάσταση στον Λίβανο με τις εξελίξεις στο Ορμούζ. Αν επιτραπεί τελικά στο Ιράν να αποκομίζει κάποιο κέρδος για τη διέλευση των πλοίων από τα Στενά, τότε ο Τραμπ θα έχει προδώσει και τους συμμάχους των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο, προσφέροντας στο ιρανικό καθεστώς οικονομική και στρατηγική επιρροή που σίγουρα δεν διέθετε πριν από το ξέσπασμα του πολέμου.
Ομως η χειρότερη προδοσία που διέπραξε ο Ντόναλντ Τραμπ ήταν κατά των Αμερικανών που υποστήριξαν τον πόλεμο (νεοσυντηρητικοί, όπως ο Μπρετ Στίβενς, αλλά και το μεγαλύτερο μέρος της βάσης του κινήματος MAGA), θεωρώντας ότι το Ιράν αποτελεί μια ολοένα αφόρητη απειλή για την ασφάλεια και τα ζωτικά συμφέροντα της Αμερικής.
Σύμφωνα με τον αμερικανό δημοσιογράφο, το μνημόνιο κατανόησης που υπεγράφη «ούτε τερματίζει ούτε μετριάζει αυτή την απειλή· την εδραιώνει και την ενισχύει». Ταυτόχρονα στερεί από τις ΗΠΑ το μοναδικό ουσιαστικό μέσο πίεσης που διαθέτουν κατά του Ιράν –τον ναυτικό αποκλεισμό των λιμανιών του– προτού καν ξεκινήσει οποιαδήποτε διαπραγμάτευση για το πυρηνικό του πρόγραμμα, μια διαδικασία που οι Ιρανοί κατά πάσα πιθανότητα θα επιδιώξουν να παρατείνουν έως ότου ο Τραμπ να αποχωρήσει από τον Λευκό Οίκο.
Επιπλέον (και αυτό ενδέχεται να είναι το πιο σημαντικό), ενισχύει την πεποίθηση του ιρανικού καθεστώτος ότι είναι ικανό να αντέξει ακόμη και τα πιο ισχυρά πλήγματα που μπορεί να καταφέρει οποιοσδήποτε αμερικανός πρόεδρος ή ισραηλινός πρωθυπουργός.
«Υπάρχει μια λέξη για όλα αυτά: φιάσκο. Οχι επειδή ο πόλεμος, παρά το κόστος ή τα λάθη κατά τη διεξαγωγή του, ήταν εξαρχής λανθασμένος. Αλλά επειδή αυτή η επίφαση ειρήνης συνιστά μια πράξη γεωπολιτικού αυτοτραυματισμού, οι συνέπειες της οποίας θα υπονομεύουν τη θέση και την αξιοπιστία των ΗΠΑ για πολλά χρόνια ακόμη», καταλήγει ο Μπρετ Στίβενς.