Advertisement

Το σκιάζαρο που έβηχε

του Γ.Π. Δρυμωνιάτη - Σκίτσο: Γιάννης Γρηγορίου

1.602

Εμείς, μα το Θεό, οι Τσιριγώτες, είμαστε καλοί αθρώποι. Όχι επειδή χτίζομε εκκλησίες σε κάθε πενήντα μέτρα, ούτε επειδή κάνομε ογδόντα μετάνοιες άμα πάμε τη Σαρακοστή στο Δυνάμεο .Είμαστε καλοί γιατί αραιά και που ακούεις για κλεψίες και για άλλες ατιμίες κι από χοντρά εγκλήματα, άντε να γίνει ένα στον αιώνα. Κι ανέ τύχει κι ακουστεί πως κλέβει κανένας, να δεις που δεν το κάνει επί τούτου, το κάνει ετσά για γούστο, για να περνά η ώρα του, ο άθρωπος.

Ετσά που τα λέω, θυμήθηκα το Μανώλακα, τον κουτσό. Ανάγκη δεν είχε, μα του άρεσε να βουτά κανένα σύκο από του γείτονα τη σουκία ή κανένα βερύκοκο τση γειτόνισσας. Πιο πολύ του άρεσε να πααίνει τσι νύχτες στις μπαμπακίες και ν’’ αραιώνει τα καρπουζοπέπονα. Ντομάτες και κολοκύθια δεν ήθελε.

Advertisement

Οφέτος είχε τσιμάρει τη μπαμπακία του Στεφανή, που είχε καλοχρονέα. Τονε μετρούσανε για τρακοσάρη τον αφέντη της, γι’’ αυτό τονε προτίμησε κι ο Μανώλακας .Ώσπου να πάρει χαμπάρι σου λέει, θα το φχαριστηθώ εγώ το πεπόνι.

Έλα όμως που δεν χρειάζονται δα και τετρακόσια για να καταλάβεις ότι κάποιος σου τρώει τα πεπόνια. Το πήρε χαμπάρι, που λέτε κι ο Στεφανής. Στην αρχή ενόμιζε πως του τα τρώνε οι κοράκοι κι επήγε κι έστεσε πεντέξε σκιάζαρα μέσα στο χωράφι. Μα μετά, που το ξανασκέφτηκε, κατάλαβε πως δεν ήτανε από πουλιά, γιατί εκείνα απαρατούνε το μισό. Ετούτος, όποιος ήτανε, δεν άφηνε τίοτα. Μία-δύο, του βάλλανε και ψύλλους στ’’ αυτία οι γειτόνοι, ότι μαθές κάποιος πάει τη νύχτα και του τα κλέβει, αποφάσισε να πάει ένα βράδυ να παραφυλάξει. Εξυπότανε όμως κακού λογού. Είπε τση γυναίκας του να πάει μαζί του, μα ναι, ηύρες καλλίτερη. Ίντα να κάμει, αποφάσισε να πάει μοναχός του.

Ξεκίνησε κατά τα μεσάνυχτα, το φεγγάρι δεν είχε βγει ακόμα. Όλο τον έτρωε ο ξύπος κι έκανε ένα βήμα μπρος και πιο πολλά προς τα πίσω, μα λυπότανε και τα καρπουζοπέπονα. Έπρεπε να πάει.

Πού το έκαμε ο Σατανάς, εκείνη την ώρα ο Μανώλακας ήτανε στη μέση τση μπαμπακίας και επολέμα. Όπως ήτανε σκυμένος κι εξερρίζωνε μία πεπονέα είδε το Στεφανή που ερχότανε. Είχε σώσει στα είκοσι μέτρα, μα ως φαίνεται εκείνος δεν τον είχε δει, γιατί ήταν θεοσκότεινα. Ίντα να κάμει τώρα; Αν έπαιρνε δρόμο θα έκανε άρβαλο, θα τον άκουε και θα τον αγοντάριζε ο Στεφανής. Όπως ήτανε και κουτσός, την είχε βαμμένη, θα τονε τσάκωνε σίγουρα. Το μυαλό του επήρε γλήγορες στροφές. Βουτά μία σακκούλα που βρέθηκε μπροστά του και χώνει μέσα όλη την κεφαλή του. Βρήκε κι ένα παλούκι κειδά χάμω, το πέρασε πίσω από το σβέρκο του, άνοιξε χέρια και πόδια, έμεινε ακούνητος και παράσταινε το σκιάζαρο.

Ο Στεφανής πλησίασε, μπήκε μέσα στη μπαμπακία, μα δεν έκατσε δε να μετρήσει και τα σκιάζαρα. Πήγε κει χώθηκε κάτω από μία σουκία και περίμενε να φανεί ο κλέφτης.

Έγνοια σου, δεν θα ρθείς; Θα σου την ανοίξω στα δύο την κεφαλή, επαραμίλειε δυνατά για να ακούει την φωνή του και να μην ξυπάται μέσα στην απόλυτη ησυχία της νύχτας.

Ο Μανώλακας άκουσε το παραμιλητό και τα’ ‘ταξε αγιάτικα. Αμάν, σου λέει, ετούτος έχει σκοπό να ξενυχτήσει επαδά .Ίντα θα γεννώ εγώ; Θα παρασταίνω το σκιάζαρο μέχρι το πρωί; Είδε κι κι ένα κοντό ξύλο που είχε ο Στεφανής και το εκούνιε περαπώδε, ο φόβος του μεγάλωσε. Εστέγνωσε ο λαιμός του, του αμπόδιζε και η σακκούλα την αναπνοή, που να πάρει ο διάολος, τούρθε να βήξει.

Αγία μου, Ελέσσα μου, δεν τηνε γλυτώνω, εσκέφτηκε κι εσφίχτηκε να μην βήξει. Μα δεν τα κατάφερε. Γκουχ, γκουχ, γκουχ έβηξε τρεις απανωτά κι από το ζόρι τούφυγε και μία δυνατή από πίσω.

Ο Στεφανής κοκκάλωσε.

Θεέ και Κύριε. Βήχουνε τα σκιάζαρα; Ο Ξενολαός θα έχει κρυφτεί μέσα τούνε. Δεν είναι ώρα να χασωμερώ, δρόμο πριν με ξωπάρουνε.

Αμόλυσε το ξύλο κι επήρε κάτι γλάκια, ούτε λαγός να ήτανε.

Ο Μανώλακας συνήλθε. Συνέχισε το έργο του και φεύγοντας ευχαριστούσε την αγία Ελέσσα που αγαπά και τον κλέφτη και τούστειλε τις φυσικές του ανάγκες για ν’’ αγοντζάρει με δαύτες τον νοικοκύρη. Διαφορετικά εκειά θα ξυλόστεκε ως το πρωί και στο τέλος μπορεί να μην τσι γλύτωνε τσι ραβδές.

Ο Στεφανής βέβαια, ούτε μέρα δεν επάαινε πλέα μοναχός του στη μπαμπακία. Εξάνοιγε καλά-καλά τα σκιάζαρα, που ο ίδιος τα είχε φτιάξει και περίμενε αν τα’’ ακούσει να βήξουνε και ν’’ αεριστούνε. Όσο για τα καρπουζοπέπονα, στο τέλος δεν του έμεινε κανένα.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΟ ΦΥΛΛΟ 57 ΤΗΣ ΕΝΤΥΠΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ, ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1993

 

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο