ΤΝ: Θα υπάρχει το επάγγελμά μου σε πέντε χρόνια;
Η Τεχνητή Νοημοσύνη φέρνει κύμα ανησυχίας όσον αφορά την απασχόληση, όμως η Ιστορία μάς δείχνει ότι οι εργαζόμενοι δεν «εξαφανίζονται» εύκολα. Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν οι δουλειές θα χαθούν, αλλά ποιοι ρόλοι θα μετασχηματιστούν και ποιοι θα αντικατασταθούν πλήρως
Σε μια περίοδο που η Τεχνητή Νοημοσύνη μοιάζει να εισβάλλει σε κάθε επαγγελματικό πεδίο, είναι λογικό η δημόσια συζήτηση να κυριαρχείται από φόβους για μαζική απώλεια θέσεων εργασίας.
Πίσω από τον θόρυβο, ωστόσο, κρύβεται μια πιο σύνθετη πραγματικότητα: άλλοι κλάδοι απειλούνται, άλλοι ενισχύονται και κάποιοι μετασχηματίζονται εκ βάθρων. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι το ζητούμενο δεν είναι η επιβίωση της ίδιας της δουλειάς, αλλά η προσαρμογή του εργαζομένου. Το θέμα, βέβαια, είναι πόσο εύκολα μπορεί να γίνει αυτό, ιδίως για όσους πλησιάζουν στη σύνταξη…
Ας δούμε μερικές διαστάσεις, μέσα από αναλύσεις ειδικών. Η αγωνία για το αν «θα υπάρχει η δουλειά μου σε πέντε χρόνια» έχει γίνει σχεδόν καθολική για τους εργαζομένους γραφείου στις ΗΠΑ, όπως επισημαίνει η αμερικανική επιθεώρηση The Atlantic. Τα νέα συστήματα μπορούν ήδη να γράφουν κώδικα, να συντάσσουν επιχειρηματικά σχέδια, να απαντούν σε ιατρικά ερωτήματα και να παράγουν δημιουργικό περιεχόμενο, υποκαθιστώντας δεξιότητες που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αμιγώς ανθρώπινες.
Η εύλογη σκέψη που ακολουθεί είναι ότι στο μέλλον ίσως δεν χρειάζονται τόσοι μηχανικοί, σύμβουλοι, γιατροί ή δημιουργοί περιεχομένου για τα media. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αναζητήσεις στο Google για το μέλλον της εργασίας εκτοξεύονται, ενώ οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν αυξανόμενη ανησυχία των πολιτών.
Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση που κάνει η ιστοσελίδα του αμερικανικού περιοδικού (ιδρύθηκε στη Βοστώνη το 1857), υπάρχει ένα πιο ουσιαστικό ερώτημα που πρέπει να θέσει κανείς: «Είμαι άνθρακας ή είμαι άλογο;». Η αναλογία αντλείται από την ιστορία της εργασίας.
Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Στις αρχές του 20ού αιώνα, εκατομμύρια άλογα και μουλάρια αποτελούσαν βασικό «εργατικό δυναμικό» στις Ηνωμένες Πολιτείες. Με την έλευση των τρακτέρ και των φορτηγών, όμως, η ζήτησή τους κατέρρευσε. Οι αγρότες απλώς έπαψαν να τα χρειάζονται.
Τα άλογα, φυσικά, δεν μπορούσαν να προσαρμοστούν. Δεν «έμαθαν» νέες δεξιότητες, δεν μετεκπαιδεύτηκαν, δεν μετακινήθηκαν σε άλλους τομείς. Εμειναν εκεί, όπως γράφει χαρακτηριστικά η ιστοσελίδα του Atlantic, «να τρώνε καρότα», αδυνατώντας να ανταποκριθούν στη νέα πραγματικότητα.
Οι άνθρωποι, αντιθέτως, έχουν αποδειχθεί πολύ πιο ευέλικτοι. Στα τέλη του 19ου αιώνα, πάνω από το ήμισυ του αμερικανικού εργατικού δυναμικού ασχολείτο με τη γεωργία. Σήμερα το ποσοστό αυτό έχει υποχωρήσει σε περίπου 2%. Οι εργαζόμενοι δεν εξαφανίστηκαν. Μετακινήθηκαν σε νέες δραστηριότητες, από τη βιομηχανία έως τις υπηρεσίες.
Η προσαρμογή αυτή, βέβαια, δεν υπήρξε ανώδυνη. Oπως σημειώνει η αμερικανική επιθεώρηση, η μετάβαση συνοδεύτηκε από μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, βαθιές οικονομικές κρίσεις όπως η Μεγάλη Υφεση και έντονες κοινωνικές ανισότητες. Κάθε τεχνολογικό άλμα που εξαφανίζει γρήγορα θέσεις εργασίας προκαλεί σοβαρές αναταράξεις.
Και όμως, η ανθρώπινη ικανότητα προσαρμογής παραμένει ισχυρή. Στα μέσα του 19ου αιώνα, ο βρετανός οικονομολόγος Γουίλιαμ Στάνλεϊ Τζέβονς διατύπωσε μια ιδέα που έμεινε γνωστή ως «παράδοξο του Τζέβονς»: η αύξηση της αποδοτικότητας στη χρήση ενός παραγωγικού συντελεστή (όπως είναι και η εργασία) δεν μειώνει απαραίτητα τη ζήτησή του – αντιθέτως, μπορεί να την αυξήσει.
Oπως εξηγεί το Atlantic, η ίδια λογική ισχύει σήμερα σε πολλούς τομείς: πιο αποδοτικές τεχνολογίες, όπως τα LED ή τα σύγχρονα δίκτυα δεδομένων, δεν οδήγησαν σε μείωση της κατανάλωσης, αλλά σε επέκταση της χρήσης τους.
Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και στην αγορά εργασίας. Παρά τις προβλέψεις ότι η Tεχνητή Nοημοσύνη θα καταστήσει περιττούς ορισμένους επαγγελματίες, σε αρκετές περιπτώσεις συμβαίνει το αντίθετο. Η βελτίωση των ιατρικών απεικονιστικών τεχνολογιών, για παράδειγμα, αύξησε τη ζήτηση για εξετάσεις και, κατ’ επέκταση, για ακτινολόγους.
Ανάλογη είναι η εικόνα στους μηχανικούς λογισμικού. Παρά τις απολύσεις σε ορισμένες εταιρείες, η συνολική ζήτηση παραμένει υψηλή, καθώς οι επιχειρήσεις αναζητούν προσωπικό για να αναπτύξουν ή να ενσωματώσουν εφαρμογές Tεχνητής Nοημοσύνης.
Βεβαίως, οι επιπτώσεις θα διαφέρουν ανά κλάδο, χώρα και χρονική περίοδο. Η κρατική πολιτική, η ρύθμιση και οι θεσμικές διαδικασίες μπορούν να επιβραδύνουν ή να κατευθύνουν τις αλλαγές. Επιπλέον, υπάρχουν επαγγέλματα που δύσκολα θα επηρεαστούν άμεσα. Σε πολλές περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών, για παράδειγμα, το πιο συνηθισμένο επάγγελμα δεν είναι κάποιος ρόλος υψηλής τεχνολογίας, αλλά ο βοηθός κατ’ οίκον φροντίδας.
Το συμπέρασμα είναι ότι καμία τεχνολογία δεν καταργεί αυτομάτως την εργασία – τη μετασχηματίζει. Το κρίσιμο δεν είναι αν η Τεχνητή Νοημοσύνη θα αλλάξει τα πάντα, αλλά ποιοι εργαζόμενοι θα ενισχύσουν τη νέα οικονομία.