Στ’ αποδιαλέγουρα και στα πισώσωρα

του Γ.Π. Δρυμωνιάτη, Σκίτσο: Γαβρίλης Ψαρράς

968

Όταν ελιχνούσανε εκείνα τα χρόνια και φτιαχνότανε ο χρυσαφένιος τρούλος του σταριού, που έκανε τα μάτια να γυαλίζουνε και τα στομάχια να ελπίζουνε, στο κάτω μέρος του σωρού μένανε τα πισώσωρα, τα μισολυωμένα δηλαδή ασταχοκέφαλα, τα κοτσανάκια και τ’ άγρια, πούχανε ανακατευτεί με το στάρι. Τα συμμαζεύανε λοιπόν οι νοικοκύρηδες με τη σκούπα και τάχανε να ταΐζουνε τσι κότες. ‘Αχρηστα πράματα, αλλά όχι ολουσδιόλου. Κι όταν τρυγούσανε το αμπέλι το Σεπτέμβρη, αφήνανε τσοι καμπανούς και τα σάπια και παίρνανε μόνο τα καλά. Μένανε δηλαδή τ’’ άχρηστα, τ’’ αποδιαλέγουρα, πράματα για πέταμα. Όχι ολουσδιόλου, γιατί τα μαζεύανε άλλην ώρα και τα δίνανε στα χτήματα ή στο κάτω-κάτω τ’’ αφήνανε εκειά να τα φάνε οι μπουμπούροι, πλάσματα του Θεού είναι κι αυτοί.

Ας πάμε τώρα στη Φωτεινή, τη νταρντάνα, την αντροκοπέλλα με το γεροδεμένο κορμί, που αν έσφιγγε το Κοσμαδάκι, ας πούμε, στα χέρια της, δεν θα πρόκανε το κακόμοιρο ούτε ωχ να κάμει. ʼΑσκημη δεν ήτανε, αλλά βρε παιδί μου δεν έβγανε και κανονική γυναικίλα. Θέλεις το περίσσιο μπόι της, θέλεις η παχιά φωνάρα της, θέλεις το περπάτημά της, που έμοιαζε με καμήλας, διώχνανε αλλάργου τσοι αρσενικούς κι η Φωτεινάρα ήτανε να σκάσει. Όταν ερχότανε ο καιρός για τ’’ αλώνι, έπιανε τη σκούπα κι όπως ξάριζε τα πισώσωρα, έβανε και τα κλάματα:

Advertisement

-Σε δαύτα είμαι κι εγώ η κακότυχη. Στα πισώσωρα είμαι, που να μην είχα σώσει.

Η μάνα την έπιανε να την επαρηγορήσει:

-Σώπα Φωτεινή μου, σώπα. Ούτε τριάντα δεν  είσαι ακόμα, θα βρεθεί και για σένα κανένας να σε κάμει νοικοκερά.

Ώσπου να’’ ρθει πάντως ο τρύγος, ο κανένας δεν είχε βρεθεί κι η Φωτεινή, όπως έκοβε κανένα σάπιο και το επέτα στη ζούλα, έβανε πάλι τα κλάματα:

-Στ’’ αποδιαλέγουρα είμαι κι εγώ, ετσά θα με πετάξετε καμία ώρα, να με φάνε τα όρνια.

Έκλαιγε, που λέτε και ξανάκλαιγε κι όλο έβανε τον εαυτό της στ’’ αποδιαλέγουρα και στα πισώσωρα κι η μάνα της δεν ήξερε είντα να γενεί με δαύτηνε. Έπιασε μια μέρα κι έστειλε πόστα στον αδερφό της, που ήτανε στην Αστραλία. Το και το, του έγραφε. Κάμε τίοτα αδερφέ, να τηνε πάρεις τουδιακάτω, μπας και βρεθεί κανένας μουστερής και τση γιάνει τον πόνο. Γιατί όσο είναι παδά και πολεμά τρύγους κι αλωνέματα, όλο στ’’ αποδιαλέγουρα θα μας σε λέει πως είναι. Ανάθεμά τους, ετούτοι οι ντόπιοι, κανένας δεν τηνε στρέφεται και θα μου λελέψει στο τέλος το κορίτσι.

Ο μπάρμπας από την Αστραλία, αντίς να ποστάρει γράμμα, που ν’’ απαντά στην αδερφή του, ποστάρησε άντρα. Έστειλε τον Αλέξη, που ήτανε κι αυτός μεστωμένο παιδί κι έψαχνε κι ελόγου του τόσα χρόνια για νύφη.

-Θα πάεις, του είπε, να πάρεις την ανηψιά μου. Μπορεί να ξώχει τρεις απιθαμές πάνω από την κεφάλα σου κι άμα περπατάτε μαζί στο δρόμο, μπορεί να μην τηνε σώνεις, αλλά είναι νοικοκερά και δουλευταρού, νταμαχιάρα κοπέλλα κι ανέ τηνε περιποιείσαι καλά θα σου κάμει καμιά ντουζίνα Αλεξάκια.

Έλα όμως, που κι ο Αλέξης, τόσα χρόνια στην Αστραλία, δεν είχε ξεχάσει κι ελόγου του τα πισώσωρα και τ’’ αποδιαλέγουρα. Δεν είχε κάμει και λεφτά πολλά, που θα του δίνανε άλλον αέρα, κι ο κακομοίρης δεν έκλαιγε σαν τη Φωτεινή, αλλά μέσα του είχε βάλει κι αυτός τον εαυτό του στην ίδια κατηγορία. Στα πισώσωρα θάρρειε πως ήτανε.

Όταν ήρθε λοιπόν στο νησί, αν και η δουλειά ήτανε μιλημένη, την ώρα που επάαινε να πει δυο κουβέντες στο κορίτσι, δενότανε κόμπος η γλώσσα του. Τόσο καιρό τώρα, μόνο καλημέρα της είχε πει τρεις-τέσσερες φορές.

-Α, δεν θα με θέλει μπρε, μόνο να τα μαζεύω και να γυρίσω πίσω. Εινταλλώς μαθές θα τηνε καταφέρνω, πούναι ψηλή σαν ανεμόσκαλα και το κάθε της μπράτσο είναι σαν το μπούτι μου! Ας πάω από’ κειά πούρθα.

Όμως δεν έφυγε. Το σκεφτότανε έτσι, το σκεφτόταν αλλιώς, έκανε και κάτι μπρόβες μπροστά στον καθρέφτη και τον Αλωνάρη, όπως ελίχνα μία μέρα μοναχή της η Φωτεινή, επέρασε αυτός’ ‘πο δίπλα της και της εφώναξε:

-’’Χίλια μόδια, Φωτεινή”.

-”Χίλιες κι οι βοήθειές σου,

του απάντησε εκείνη.

Κι ύστερα όταν ήρθε ο τρύγος, επέρασε ο Αλέξης από το λανό, που η Φωτεινάρα μοναχή της τα επάτειε και της εφώναξε πάλι:

-”ʼΑγιο μύρο, Φωτεινή”.

-”Να τσινά κι από τον πίρο, Αλέξη”.

Την επόμενη χρονέα ο Αλέξης κι η Φωτεινη αλωνεύανε και τρυγοπατούσανε μαζί κι είχε λυθεί για καλά πλέα η γλώσσα και των δύονε. Την άλλη χρονέα η Φωτεινή καθότανε στο κας της ψαρομαρκέττας του άντρα της στην Αστραλία κι ούτε που θυμότανε αλώνια και τρύγους. Και πρόπερσι, που ήρθανε στο Τσιρίγο για χολοντέι, μας δείχνανε τσι φωτογραφίες των εγγονιών. Έντεκα, ζωή νάχουνε.

Αμ, θέλει θάρρος η ζωή. Όχι να κλείνεσαι στο καβούκι σου και να κλαίγεσαι και να θαρρείς πως είσ’’ αποδιαλέγουρο. Για κάθε κλειδαρότρυπα υπάρχει πάντα ένα κλειδί και με το ζευγάρωμά τους ανοίγει η πόρτα της ζωής. Εδώ άλλες που το χάσανε, ηύρανε αντικλείδι.

Νάσαι καλά μπαρπ’’ Αλέξη, που λύθηκε η γλώσσα σου κι είπες το “χίλια μόδια, ειδάλλως  μπορεί ακόμα στα πισώσωρα να ήσασταν και οι δύο κι αντίς να σας επαινώ, θα σας κλαίγαμε, εγώ και οι ρέγγες, που λένε.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΟ ΦΥΛΛΟ 82 ΤΗΣ ΕΝΤΥΠΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΜΑΪΟΣ 1995

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο