Να σασε πω τώρα για είντα ήτανε τρεις οι αρβύλες κι όχι δύο ή τέσσερες, όπως θα έπρεπε. Δεν είχε βέβαια τρία πόδια ο Σπύρος, ούτε κουλούκι είχε να του φέρει μίανε και να του μείνουνε τρεις. Μονό λοιπόν; Εινταλώς βρεθήκανε μονές;
Ο Σπύρος που λέτε είχε να θρέψει δέκα χαραμπούς, που χάσκανε συνέχεια. Τα έφερνε δύσκολα βόλτα. Απαράτα το λοιπόν την άνοιξη το Κεραμουτό κι έσωνε στην Κρήτη. Αραδιαζότανε μαζί με καμμία τριανταρέα ακόμα Τσιριγώτες στ’ αμπέλια κι εσκάβανε ολημερίς. Αλβανοί της εποχής εκείνης. Έπαιρνε καλούτσικο μερόκαμα, αλλά μη θαρρείτε πως έσωνε να θρέψει τσι δέκα χαραμπούς. Πολύ περισσότερο δεν έσωνε για να κάμει καινιούργιες αρβύλες. Ελόγου του όμως ήτανε δαιμόνιος. Κατάφερε κι έκαμε τρεις ολοκαίνουργιες και θάχε κάμει τέσσερες, αν δεν του εχάλα τελευταία στιγμή το σκέδιο. Η ιδέα τούρθε ένα βράδυ, εκειά που πάαινε ο ύπνος να του χαϊδέψει τα τσίνουρα. Το άλλο πρωί επήγε ντουγρού στον τσαγκάρη του χωρίου.
-Εϊ, σύντεκνε, του λέει, θα μου φκιάξεις μία δεξιά αρβύλα που την έχω ανάγκη;
-Κουμπάρε, τσι φκιάχνω δύο-δύο συνήθως, αλλά αν δεν ευκολύνεσαι να σου κάμω τη δεξιά και τα βρέσκομε.
-Νάχεις την υγεία σου σύντεκνε. Κάμε μου τηνε γλήγορα και θα πλερωθείς καλά.
Ύστερα πήγε σ’ ένα διπλανό χωρίο και με τον ίδιο τρόπο παράγγειλε σ’ έναν άλλο τσαγκάρη μία αριστερή. Κι αφού είδε πως έπιανε το κόλπο, πήγε σ’ άλλα δύο κοντινά χωριά και παράαγγειλε άλλη μία δεξιά και μία αριστερή αρβύλα σε διαφορετικούς βέβαια τσαγκάρηδες.
Αφού εσκάψανε τη μισή Κρήτη, ήρθε ο καιρός να γυρίσουνε στα σπίτια τουνε οι Τσιριγώτες. Μέχρις τότες ο Σπύρος δεν είχε παρουσιαστεί στους τσαγκάρηδες να ζητήξει τσι αρβύλες. Την παραμονή της αναχώρησης όμως επέρασε απ’ όλους.
-Εϊ σύντεκνε, ήρθα να πάρω την αρβύλα που σου είχα παραγγείλει.
-Εδώ είναι κουμπάρε. Ένα πενηντάρι κάνει.
Ο Σπύρος τηνε δοκίμαζε κι έμενε πολύ ευχαριστημένος, ύστερα έκανε πως εψαχνότανε και ξαφνικά τον έπιανε το κακομοίρικό του.
-Ωχω είντα έπαθα! Δεν επήρα μαζί μου το μπεζαχτά μου. Αλλά κύττα σύντεκνε, βάλε μπροστά και κάμε μου και την άλληνε και θα στις πλερώσω και τσι δύο μαζί.
Ο τσαγκάρης παίρνοντας την παραγγελία για την δεύτερη, έμενε κι αυτός ικανοποιημένος κι ούτε που πρόσεχε πως ο Σπύρος φεύγοντας είχε βάλει παραμάσχαλα την έτοιμη αρβύλα. Αυτό έγινε με τους τρεις τσαγκάρηδες. Ο τέταρτος όμως ήτανε τσαγκός και προσεχτικός κι όντες είδε το Σπύρο να παραμασχαλίζει την καμωμένη τούβαλε τσι φωνές.
-Εϊ κουμπάρε, άστηνε χάμω, εχτός αν πέσει το πενηντάρι.
-Αφού σούπα πως ξέχασα το μπεζαχτά μου, ο κακοντέλης.
-Ξέχνα και την αρβύλα τότες. Πρώτα το πενηντάρι κι ύστερα παραλαβαίνεις.
Έτσι την άλλη το πρωί, στο παπόρι, ο Σπύρος εκουβάλησε τρεις αντί τέσσερες αρβύλες. Αλλά πάλι χαρούμενος ήτανε. Οι τρεις πρώτοι τσαγκάρηδες ακόμα τονε περιμένουνε να τους δώσει το κατοστάρι και να πάρει τη δεύτερη αρβύλα του κι άδικα βέβαια τονε περιμένουνε αφού, όπως σας είπα τα κουβάλησε από καιρό ο κακομοίρης.
Οι τρεις αρβύλες πάντως τονε κρατήξανε χρόνια. Ειδικά οι δύο που είναι δεξιές και τσι άλλαζε, σαν αφόρειες είναι. Τσι ξέχασε όμως στην αυλή την ημέρα που πέθανε κι εμείνανε εκειά απαρατημένες να τσοι ξανοίγει η Σπύραινα φορτωμένες σκόνη και να τσι θυμίζουνε πότε τσοι μπλούφους του Σπύρου και πότε την αγκαλέα του, που άχνιζε σαν το τσικάλι τση φάβας, μέχρι τα τελευταία του.
-Ανάθεμά σε Χάροντα, έλεγε, μου τον επήρες γλήγορα κι εξέχασε τσι αρβύλες του κι εξέχασε κι εμένα.
-Ε, μη κλαίεις μπρε, πεταγόταν η γειτόνισσα, όσο έζειε δεν σε άφηκε ούτε μέρα παραπονεμένη. Είντα να πω εγώ που χήρεψα στα τριάντα μου.
-Για τσι αρβύλες κλαίω, που τσι έκαμε με τόσο κόπο ο έρμος και δεν επρόκαμε να τσι λοιώσει.
Επέθανε τσι προάλλες κι η Σπύραινα, χωρίς να μάθει ποτές, γιατί οι αρβύλες ήτανε τρεις κι όχι τέσσερες ή δύο. Δεν είχε ξανατολμήσει να τονε ρωτήξει όσο ζούσανε κι ας την έτρωε βαθειά περιέργεια. Φοβότανε πως αν εξαναρώτα, θα ξανάτρωε κι άλλον ξεμπάχαλο. Ο Σπύρος βλέπετε ήτανε κι αυτός παλαιών αρχών, ο συχωρεμένος. παρόλο που το μυαλό του επάαινε μπροστά.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΟ ΦΥΛΛΟ 93 ΤΗΣ ΕΝΤΥΠΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ, ΜΑΪΟΣ 1996