Advertisement

Ο Χατζηδάκης και το «αντιτουριστικό» νομοσχέδιό του

Ο τίτλος είναι σαν «γελαστική» ατάκα επιθεώρησης. Προσφέρει όμως κάτι: παρακάμπτει το σύστημα της χειρότερης Ελλάδας, του λεβεντομαλάκα της κομματικής και κρατικής γραφειοκρατίας. Αρα μπορεί να είναι χρήσιμο σε κάποιους (όχι σε όλους). Σε όσους δεν θα του ζητήσουν ποτέ χάρη για να «ξεκολλήσει» μια απλή δουλειά με το Δημόσιο - και, κυρίως, σιχαίνονται να τον βλέπουν | Αργύρης Παπαστάθης

Υπάρχει μια κατηγορία πολιτών που δεν «ωρύεται» στο Twitter και δεν βγαίνει στα κανάλια. Είναι οι μ… που στέκονται σε ουρές, που επιστρέφουν τρεις και τέσσερις φορές στην ίδια υπηρεσία, που μαθαίνουν να «παρακαλούν» για κάτι που δικαιούνται.

Σε αυτό το πεδίο έρχεται να πατήσει το νομοσχέδιο του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Κωστή Χατζηδάκη με τίτλο «μπακαλιάρο», όπως λένε στην πολιτική επικοινωνία: «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στον πολίτη». «Αγνάντευε» λέει φυσικά ο πολίτης αν τύχει και το ακούσει σε κανα ράδιο στα ψιλά των τίτλων του ημιώρου, έχοντας κολλήσει και τις απαραίτητες τρεις λεξούλες που προηγούνται.

Advertisement

Επειδή ακριβώς αυτό το πράγμα δεν λέει τίποτα για κανέναν από εμάς που ξέρουμε πώς είναι και ποιοι τρέχουν το ελληνικό Δημόσιο που βρίσκεται στο «έδαφος», κάτω από το πετυχημένο «σύννεφο» του Gov.gr, το πράγμα αποκτά κάποιο ενδιαφέρον. Τι εννοεί, λοιπόν, ο ποιητής με το «αντιτουριστικό» και «γελαστικό» –έτσι έλεγαν οι ηθοποιοί της επιθεώρησης την πετυχημένη ατάκα που «έριχνε» την πλατεία– τίτλο που διάλεξε για να στείλει (την Πέμπτη 2/4) το νομοσχέδιό του προς ψήφιση στη Βουλή;

Η αλήθεια είναι ότι, μελετώντας το (πείτε το επαγγελματική διαστροφή), βλέπει κανείς ότι κάτι πάει να ακουμπήσει από τις «ιστορίες καθημερινής τρέλας» και την απελπισία που μας πιάνει με το κράτος αν δεν έχουμε κάποιον βουλευτή, μητροπολίτη, πρόεδρο ΝΟΔΕ, τη Σεμερτζίδου, κάποιον βρε αδερφέ, να τον πάρουμε τηλέφωνο. Εμάς που απαξιούμε και προτιμούμε την ταλαιπωρία παρά αυτό που πειράζει το στομάχι μας (προκαλώντας τάση προς έμετο): να ψάχνουμε κάποιον νεοδημοκράτη «αντιπρόεδρο του Εδεσσαϊκού» ώστε το κράτος να κάνει τη δουλειά που είναι υποχρεωμένο ούτως η άλλως να κάνει, και να του έχουμε μετά και υποχρέωση.

Γιατί, Θεούλη μου, να έχουμε σχέση με αυτούς; Καλύτερα ταλαιπωρία μέχρι να σβήσει ο ήλιος. Ταλαιπωρία π.χ. είναι να προσκομίζει κανείς ξανά και ξανά πιστοποιητικά που το ίδιο το κράτος διαθέτει. Ταλαιπωρία, αν σιχαίνεσαι το ανωτέρω «σκυλολόι» (που θα σ’ το λύσει βέβαια αμέσως), είναι να μην ξέρεις πού βρίσκεται η αίτησή σου.

Τι φέρνει, λοιπόν, το «αντιτουριστικό» νομοσχέδιο και πόσες τέτοιες «μούρες» (του κομματικού συστήματος μέσα στο κράτος) αποφεύγεις; Η αλήθεια είναι ότι κάτι γίνεται. Για παράδειγμα:

♦ Εισάγεται η αντικατάσταση δικαιολογητικών που το κράτος ήδη κατέχει με υπεύθυνες δηλώσεις (όπως πτυχία, πιστοποιητικό στρατολογικής κατάστασης, ληξιαρχικές πράξεις). Μούρη πρώτη ο τύπος που σου καθυστερεί το δικαιολογητικό.

♦ Ο πολίτης αποκτά ψηφιακή εικόνα της πορείας της αίτησής του, ενημερώνεται ψηφιακά για τα ωράρια των υπηρεσιών, μπορεί να βρίσκει στις ιστοσελίδες των υπουργείων και των οργανισμών τις εγκυκλίους που ισχύουν. Αντί να πάρεις, δηλαδή, τη Σεμερτζίδου να κάνει ένα τηλέφωνο (και να της χρωστάς), το βλέπεις στο κινητό.

♦ Προωθούνται ρυθμίσεις για την επιτάχυνση των μεταβιβάσεων ακινήτων, με αναβάθμιση του ρόλου των συμβολαιογράφων σε ένα είδος one-stop shop, που περιορίζει τις καθυστερήσεις και τα πολλαπλά «πήγαινε-έλα». Εκεί να δεις «μούρες» κομματικές –και «φιλαράκο άκου, εγώ θα σου πω»– στο κουβάρι γύρω από τα ακίνητα, που έχει γερό μπαξίσι, ιδίως αν βιάζεσαι.

Κάτι πάει να γίνει, με άλλα λόγια. Το ερώτημα, βέβαια, δεν είναι αν οι ρυθμίσεις κινούνται στη σωστή κατεύθυνση. Είναι αν θα αντέξουν στη σύγκρουση με αυτό που συνηθίζουμε να αποκαλούμε «βαθύ κράτος».

—Γιατί και τα λεβεντόπαιδα αυτά κάτι πρέπει να κάνουν, κάπως πρέπει να ζήσουν

—Γιατί το βαθύ κράτος δεν είναι σύνθημα, είναι σύστημα. Το σύστημα της χειρότερης Ελλάδας. Του λεβεντομαλάκα της κομματικής και κρατικής γραφειοκρατίας.

Από την άλλη πλευρά, ό,τι τον παρακάμπτει και τον αφήνει σε ένα γραφείο να πληρώνεται και να κοιτάζει Facebook ή Λιάγκα χωρίς να τον τρώμε στη μάπα (πόσο μάλλον να του ζητήσουμε χάρη) κάτι προσφέρει. Κατά τη γνώμη του γράφοντος, λοιπόν, οτιδήποτε λειτουργεί σαν μπαϊγκόν για τη λεβεντοελλάδα που μας τρώει τα σωθικά, έστω μια γρατζουνίτσα να της κάνει μέσα στο ευρύτερο κλίμα σήψης που τη συντηρεί (το οποίο περιέγραψε τόσο εύστοχα ο Απόστολος Δοξιάδης – εδώ), κάτι είναι. Eίναι από αυτά που λες «το λίγο μπορεί να είναι πολύ».

 

 

Πηγή Protagon
Μπορεί επίσης να σας αρέσει