Κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας στην Ελλάδα, η φτώχεια σε ορισμένες περιοχές οδήγησε πολλούς στο έγκλημα. Πολλοί εγκατέλειπαν τις οικογένειές τους και γίνονταν κλέφτες. Η ανάγκη τους οδηγούσε σε άλλο δρόμο ζωής.
Ακόμα και μετά την Επανάσταση και την Απελευθέρωση όμως, μπορεί να μειώθηκαν οι κλέφτες, αλλά εμφανίστηκαν οι ληστές. Τα πρώτα χρόνια μετά την Απελευθέρωση, τα πράγματα ήταν ακόμα δύσκολα. Το «νεογέννητο» κράτος είχε στηριχθεί πάνω σε δάνεια και προσπαθούσε για πρώτη φορά να συγκροτήσει σύγχρονη κυβέρνηση.
Απλές οικογένειες, αγωνιστές, αλλά και προύχοντες, ευγενείς και δημογέροντες, ένιωθαν ότι αδικούνταν συνεχώς και ομαδικώς. Κάθε απόφαση της νέας κυβέρνησης ή του νέου κυβερνήτη της απελευθερωμένης, μικρής ακόμα, χώρας έπαιρνε αποφάσεις που δεν ικανοποιούσε ποτέ το σύνολο του λαού.
Έτσι, δεν μπορούσε να υπάρξει πολιτική και οικονομική σταθερότητα. Ειδικά ο απλός λαός συνέχισε να βρίσκεται σε δυσμένεια.
Εκείνη την περίοδο, συγκεκριμένα το 1832, γεννήθηκε σε κάποιο χωριό της Βοιωτίας ή της Εύβοιας, ο Χρήστος Νάτσιος, ο οποίος θα γινόταν ένας από τους πιο γνωστούς λαϊκούς ήρωες που ενθυμείται ακόμα και σήμερα στην Αττική.
Όταν κατέβηκε στην Αθήνα, ζούσε μια ήσυχη ζωή. Ήταν βοσκός. Κυκλοφορούσε τα κοπάδια του στην περιοχή από την Μονή Νταού, στην Πεντέλη και πουλούσε γάλα στην πόλη.
Την μεγάλη αλλαγή βέβαια στη ζωή του, φαίνεται ότι την έφερε η περιέργειά του και η αδυναμία του στο γυναικείο φύλο.
Μια μέρα, ένας ηγούμενος της μονής του ζήτησε να μεταφέρει ένα γράμμα. Ο παραλήπτης ήταν μια μοναχή κάτω στην Αθήνα. Ο νεαρός βοσκός δεν ήξερε να διαβάζει, αλλά μάλλον το γράμμα αυτό του κίνησε το ενδιαφέρον.
Πήγε σε κάποιον που μπορούσε να τον βοηθήσει και όταν έμαθε το περιεχόμενο του γράμματος – το ερωτικό περιεχόμενο – πήγε να γνωρίσει ο ίδιος την μοναχή. Από τότε την επισκεπτόταν συχνά. Μέχρι να το μάθει ο ηγούμενος… Κατηγόρησε τον Νάτσιο για κλοπή και έτσι ο νέος τιμωρήθηκε άδικα με ραβδισμό στις φτέρνες.
Έφυγε από την Πεντέλη και κατέληξε στα Στύρα, στην Εύβοια. Εκεί ακολούθησαν άλλα. Ερωτεύτηκε την κόρη ενός παπά, η οποία ήταν λογοδοσμένη με έναν πλούσιο τσέλιγκα. Ήταν ήδη φυγάς, οπότε το απόσπασμα που έφτασε στο χωριό ψάχνοντας για έναν λιποτάκτη με παρόμοιο επίθετο βόλεψε πολύ τον εξοργισμένο τσέλιγκα.
Ο τελευταίος υπέδειξε τον Χρήστο Νάτσιο ως αυτόν που έψαχναν. Εκείνος προσπάθησε να τους πείσει για το αντίθετο αλλά δεν τα κατάφερε. Πήγαν να τον συλλάβουν και κατέληξαν σε συμπλοκή. Ο Νάτσιος σκότωσε έναν χωροφύλακα και ξέφυγε. Πάλι φυγάς.
Δεν του είχε μείνει άλλη επιλογή από το να καταφύγει και να μένει πια μόνιμα κρυμμένος στα βουνά της Αττικής. Έγινε ληστής και έγινε μέλος συμμορίας. Όσο περνούσε ο καιρός, κατάφερε να συγκεντρώσει δικούς του «πιστούς» και έφτιαξε την δική του συμμορία. Το όνομα του άλλαξε. Έγινε ο λήσταρχος «Νταβέλης».
Μια συμμορία που καταδίωκαν οι αρχές και πληρωνόταν για να υπηρετήσει σημαντικά πρόσωπα, με διάφορους τρόπους. Από τη μία λήστευαν ταξιδιώτες, χωρικούς και βοσκούς και από την άλλη λειτουργούσαν ως μισθοφόροι.
Για παράδειγμα, η Λουίζα Μπανκόλι, μια Ιταλίδα κόμισσα που είχε επισκεφθεί την Αθήνα, ήθελε να μεταβεί με ασφάλεια στους Δελφούς. Ζήτησε την προστασία της συμμορίας του Νταβέλη, τον οποίο είχε επίσης ερωτευτεί. Ο λήσταρχος είχε μεγάλο σουξέ, αλλά γι’ αυτό το λόγο και πολλούς εχθρούς. Ο ίδιος ο υπαρχηγός του, ο Γιάννης Μέγας, εγκατέλειψε την συμμορία επειδή είχε ερωτευτεί κι αυτός τη κόμισσα.
Το 1855, συνέλαβε έναν Γάλλο αξιωματικό, ο οποίος είχε αποβιβαστεί στον Πειραιά για να αποτρέψει την συμμετοχή της Ελλάδας στον Κριμαϊκό Πόλεμο. Για να απελευθερωθεί, η ελληνική κυβέρνηση τον πλήρωσε 30.000 γαλλικά φράγκα. Θα τους έκανε μεγάλη ζημιά αν μαθευόταν στο εξωτερικό, ότι ένας ληστής είχε απαγάγει έναν Γάλλο στρατιωτικό εν μέσω του πολέμου.
Δημιουργήθηκαν θρύλοι γύρω από το όνομά του. Οι κάτοικοι της Αθήνας έλεγαν ότι κυκλοφορούσε μεταμφιεσμένος στην πόλη και καθόταν στα καφενεία. Έλεγαν ότι είχε συνάψει σχέσεις με την Δούκισσα της Πλακεντίας, αν και λίγο δύσκολο γιατί όταν εκείνος ακόμα συγκέντρωνε μέλη για τη υσμμορία του, η δούκισσα είχε φύγει από την ζωή…
Το 1856 έφερε τα άνω κάτω. Χτύπησε την Χωροφυλακή του Μενιδίου, με αποτέλεσμα να τον κυνηγήσουν μέχρι τον Παρνασσό. Η Ιταλίδα κόμισσα Μπανκόλι, προσπάθησε να τον φυγαδεύσει στη χώρα της. Η αλληλογραφία της όμως έπεσε στα χέρια των χωροφυλάκων και ο Νταβέλης παγιδεύτηκε.
Τον καταδίωξε και τον βρήκε ο πρώην ύπαρχός του, Γιάννης Μέγας. Ο τελευταίος προσπάθησε να τον σκοτώσει. Ο Νταβέλης πέθανε από το χέρι του πρώην φίλου και υπαρχηγού του, αλλά και τον Μέγα αμέσως μετά τον βρήκε σφαίρα από άλλο μέλος της συμμορίας. Λέγεται ότι ο Μέγας πέθανε λέγοντας «ούτε ο Νταβέλης στα βουνά ούτε ο Μέγας στα παλάτια».
Για τον Νταβέλη γράφτηκαν τραγούδια, λαϊκά παραμύθια, θεατρικά έργα. Ακόμα και θέατρο σκιών. Μέχρι σήμερα λέγονται ιστορίες για εκείνον και για τα μέρη όπου βρισκόταν με την συμμορία του.
Βιβλιογραφία:
Δημοτική Βιβλιοθήκη Καλυβίων Δήμου Σαρωνικού