Αλβανοί στρατιώτες στο πλευρό του Μουσολίνι: Ο άγνωστος ρόλος τους στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940
Ωρα 5.30 τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, μέσα στο σκοτάδι και υπό καταρρακτώδη βροχή, οι πρώτες ιταλικές φάλαγγες άρχισαν να κατηφορίζουν από τα βουνά της νότιας Αλβανίας με κατεύθυνση προς την ελληνική συνοριογραμμή | Γιώργος Βενιέρης
Ωρα 5.30 τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, μέσα στο σκοτάδι και υπό καταρρακτώδη βροχή, οι πρώτες ιταλικές φάλαγγες άρχισαν να κατηφορίζουν από τα βουνά της νότιας Αλβανίας με κατεύθυνση προς την ελληνική συνοριογραμμή. Στρατιώτες, πυροβόλα, οχήματα και μουλάρια πασχίζουν να προχωρήσουν μέσα στη λάσπη, ενώ βορειότερα, από τα κακοτράχαλα ορεινά περάσματα της Πίνδου, οι άνδρες της Μεραρχίας Αλπινιστών «Τζούλια» επιχειρούν να διασπάσουν την ελληνική άμυνα και να κινηθούν προς το Μέτσοβο.
Αυτό που δεν είναι ευρέως γνωστό είναι πως ανάμεσα στις μονάδες που εξαπέλυε εκείνο το πρωί εναντίον της χώρας μας ο δικτάτορας πρωθυπουργός της γείτονος Μπενίτο Μουσολίνι βρίσκονταν και Αλβανοί. Υπηρετούσαν σε τάγματα πεζικού, στη φασιστική πολιτοφυλακή και σε μικρότερους σχηματισμούς, ενώ άλλοι είχαν επιλεγεί για αναγνωρίσεις, συλλογή πληροφοριών ή επιχειρήσεις στα μετόπισθεν των ελληνικών δυνάμεων. Πόσοι όμως ήταν αυτοί, υπό ποίες συνθήκες πολέμησαν εναντίον μας και για ποιο λόγο;

Μια Αλβανία υπό ιταλικό έλεγχο
Για να δοθεί απάντηση θα πρέπει να γυρίσουμε ενάμιση χρόνο πίσω. Στις 7 Απριλίου 1939 τα ιταλικά στρατεύματα εισβάλλουν στην Αλβανία και, καθώς η αντίσταση κατέρρεε, ο βασιλιάς Ζογ Α’ εγκαταλείπει την πατρίδα του και καταφεύγει αρχικά στην Ελλάδα, όπου η τότε κυβέρνηση του Ιωάννη Μεταξά τού παραχωρεί ολιγοήμερο άσυλο. Στη συνέχεια περνά οικογενειακώς στην Τουρκία και στη Γαλλία, πριν καταλήξει στην Αγγλία, προσπαθώντας να οργανώσει από εκεί αντάρτικη κίνηση εναντίον της κατοχικής κυβέρνησης της χώρας του, χωρίς ωστόσο επιτυχία.
Πέντε ημέρες μετά την εισβολή, στις 12 Απριλίου 1939, η Συντακτική Συνέλευση που συγκλήθηκε στα Τίρανα υπό ισχυρή ιταλική πίεση προσέφερε το στέμμα της Αλβανίας στον βασιλιά της Ιταλίας Βίκτωρα Εμμανουήλ Γ΄, ο οποίος φυσικά το αποδέχθηκε, δημιουργώντας τη λεγόμενη «προσωπική ένωση» των δύο βασιλείων. Τυπικά η Αλβανία διατηρούσε χωριστή κρατική υπόσταση, ωστόσο στην πράξη ο πολιτικός, στρατιωτικός και οικονομικός έλεγχος των κατακτητών ήταν ασφυκτικός. Η εξωτερική πολιτική είχε περάσει στα χέρια της Ρώμης, τις θέσεις «κλειδιά» του κρατικού μηχανισμού κατέλαβαν πρόσωπα πιστά στη νέτα τάξη πραγμάτων και οι αλβανικές ένοπλες δυνάμεις ενσωματώθηκαν στον ιταλικό στρατό.

Αυτή τη λιγότερο φωτισμένη διάσταση της σύγκρουσης εξετάζει αναλυτικά ο ιστορικός Νίκος Γιαννόπουλος στο βιβλίο του «Πόσο αλήθεια γνωρίζουμε το 1940; – Οι άγνωστες Πτυχές του Ελληνοϊταλικού Πολέμου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Historical Quest. Μέσα από ιταλικές και ελληνικές μαρτυρίες, απομνημονεύματα και στρατιωτικές πηγές αναδεικνύεται μια εικόνα αρκετά πιο σύνθετη από εκείνη που επικράτησε στις μεταπολεμικές εθνικές αφηγήσεις.
Το χαρτί της Τσαμουριάς
Προκειμένου να υπάρξει αλβανική υποστήριξη στα σχέδιά της, η Ρώμη αξιοποίησε συστηματικά τις αλυτρωτικές διεκδικήσεις που υπήρχαν στην Αλβανία, ιδίως όσον αφορά Τσαμουριά, την ιστορικογεωγραφική περιοχή που αντιστοιχούσε κυρίως στη σημερινή Θεσπρωτία που τότε ζούσε αλβανόφωνος μουσουλμανικός πληθυσμός. Η ιταλική προπαγάνδα καλλιεργούσε την προσδοκία ότι, μετά την επικείμενη «νικηφόρα» εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας, η περιοχή θα αποσπώνταν από την επικράτειά μας και θα μπορούσε να ενταχθεί σε μια διευρυμένη Αλβανία υπό ιταλικό έλεγχο. Ηταν μια προοπτική που εντασσόταν στο ευρύτερο σχέδιο της Ρώμης για τη δημιουργία μιας «Μεγάλης Αλβανίας», μέσω της οποίας επιχειρούσε να συνδέσει τις αλβανικές εθνικές διεκδικήσεις με την κυριαρχία της φασιστικής Ιταλίας στα Βαλκάνια.
Οι προθέσεις της ιταλικής ηγεσίας αποτυπώνονται με ιδιαίτερη σαφήνεια στο ημερολόγιο του υπουργού Εξωτερικών Γκαλεάτσο Τσιάνο. Στις 12 Αυγούστου 1940, έπειτα από σύσκεψη για την Ελλάδα, με τον Μουσολίνι, τον Ιταλό τοποτηρητή στην Αλβανία Φραντσέσκο Τζακομόνι και τον ανώτατο διοικητή των ιταλικών δυνάμεων στην Αλβανία, στρατηγό Βισκόντι Πράσκα, κατέγραψε ότι, εάν η Αθήνα παραχωρούσε στην Ιταλία χωρίς αντίσταση την Τσαμουριά και την Κέρκυρα, η Ρώμη δεν θα πρόβαλλε άλλες εδαφικές αξιώσεις. Η ιταλική ηγεσία επιδίωκε, επομένως, την απόσπαση της Τσαμουριάς από την Ελλάδα και παράλληλα αξιοποιούσε την προοπτική αυτή για να προσελκύσει αλβανικούς εθνικιστικούς κύκλους, καλλιεργώντας την προσδοκία ότι η περιοχή θα μπορούσε να ενταχθεί σε μια διευρυμένη Αλβανία υπό ιταλικό έλεγχο.

Ο «ενθουσιασμός» των Αλβανών για την επικείμενη εισβολή στην Ελλάδα
Δώδεκα ημέρες αργότερα, στις 24 Αυγούστου 1940, ο Ιταλός τοποτηρητής στην Αλβανία, Φραντσέσκο Τζακομόνι, ενημέρωνε μέσω τηλεγραφήματος τον υπουργό Εξωτερικών και γαμπρό του Μουσολίνι, Γκαλεάτσο Τσιάνο, πως: «Από παντού καταφθάνουν έγγραφα που αποδεικνύουν τον ορθό προσανατολισμό των Αλβανών, άπειρες είναι οι αιτήσεις για κατάταξη στα εθελοντικά σώματα…». Η θέση του ασφαλώς τον ωθούσε να μεταφέρει στη Ρώμη μια αισιόδοξη εικόνα. Δεν ήταν όμως η μοναδική φορά που μίλησε για κινητοποίηση των Αλβανών υπέρ της επικείμενης επιχείρησης.
Στις 15 Οκτωβρίου, μόλις δεκατρείς ημέρες πριν από την επίθεση, ο Μουσολίνι συγκέντρωσε στο Παλάτσο Βενέτσια τους ανώτατους στρατιωτικούς και πολιτικούς παράγοντες που εμπλέκονταν στον σχεδιασμό. Οταν ζήτησε από τον Τζακομόνι να περιγράψει το κλίμα στην Αλβανία, εκείνος απάντησε: «Στην Αλβανία αναμένουν την ενέργεια με ανυπομονησία. Η χώρα έχει ξεσηκωθεί και οι κάτοικοι είναι γεμάτοι χαρά. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι ο ενθουσιασμός τους είναι τόσο ζωηρός ώστε τον τελευταίο καιρό έχουν κάπως δυσαρεστηθεί επειδή η ενέργεια δεν έχει ακόμα εκδηλωθεί».

Η αξιοποίηση του αλβανικού παράγοντα πέρασε, όσο πλησίαζε η επίθεση, από την προπαγάνδα στην επιχειρησιακή προετοιμασία. Τέσσερις ημέρες αργότερα, στις 19 Οκτωβρίου 1940, ο Τζακομόνι πληροφορούσε εμπιστευτικά τον υφυπουργό Αλβανικών Υποθέσεων στο ιταλικό υπουργείο Εξωτερικών (Sottosegretario di Stato per gli Affari Albanesi) Ζενόνε Μπενίνι ότι προετοίμαζε «αλβανικά στοιχεία, εξακριβωμένα θαρραλέα, ειδικά Τσαμουριώτες, τα οποία θα έχουν ως αποστολή να εισέλθουν κρυφά στο ελληνικό έδαφος και εκεί, την ώρα που θα επιτεθεί ο στρατός μας, θα διαπράξουν με τη βοήθεια των πέρα από τα σύνορα φίλων τους […] καταστροφή τηλεγραφικών και τηλεφωνικών συρμάτων, εξάλειψη των φυλακίων και των παρατηρητηρίων κατά μήκος των συνοριακών γραμμών. […] Μερικά από τα στοιχεία αυτά θα εφοδιαστούν από την υπηρεσία στρατιωτικών πληροφοριών με μερικούς φορητούς πομπούς, χάρη στους οποίους η διοίκηση του στρατεύματος θα έχει ακριβείς ειδήσεις περί των θέσεων των ελληνικών στρατευμάτων».
Τα έξι αλβανικά τάγματα
Ο Ιταλός στρατηγός Βισκόντι Πράσκα ήταν εκείνος που καθόρισε τους ρόλους που θα αναλάμβαναν οι αλβανικές δυνάμεις κατά την επίθεση εναντίον της Ελλάδας. Ο ίδιος ανέφερε ότι, με τη βοήθεια της κυβέρνησης των Τιράνων και διαφόρων τοπικών αρχηγών φυλών, είχε εξασφαλιστεί η δυνατότητα συγκρότησης 10-12 ελαφρών εθελοντικών ταγμάτων, συνολικής δύναμης 6.000-7.000 ανδρών.
Παράλληλα, στον ιταλικό στρατό είχαν ενταχθεί έξι αλβανικά τάγματα πεζικού: «Gramos», «Dajti», «Tarabosh», «Tomori», «Kaptina» και «Korata». Τον Ιούνιο του 1940 καθένα εξ αυτών αριθμούσε από 530 έως 760 άνδρες, ενώ υπήρχαν επίσης αλβανικές πυροβολαρχίες και μονάδες της φασιστικής πολιτοφυλακής. Η ύπαρξη αυτών των σχηματισμών είναι τεκμηριωμένη· πολύ πιο δύσκολο είναι να προσδιοριστεί πόσοι ακριβώς Αλβανοί πολέμησαν στις πρώτες γραμμές κατά τη διάρκεια της εισβολής.
Οι αριθμοί που δόθηκαν μεταπολεμικά ποικίλλουν εντυπωσιακά. Σε ελληνικό υπόμνημα προς τον ΟΗΕ το 1946 γίνεται λόγος ακόμη και για δεκατέσσερα αλβανικά τάγματα, ενώ ο Μουσολίνι είχε ισχυριστεί ότι δύο αλβανικά τάγματα είχαν τοποθετηθεί σε κάθε ιταλική μεραρχία. Ο Αμερικανός ιστορικός Bernd J. Fischer, στο κλασικό πλέον έργο του «Albania at War, 1939-1945», θεωρεί σαφώς υπερβολική αυτή την τελευταία εκτίμηση και καταλήγει ότι αλβανική στρατιωτική συνδρομή υπήρξε, αλλά αρκετά μικρότερη από όσα προσδοκούσε αρχικά η φασιστική ηγεσία.

Η ελληνική πλευρά, πάντως, συνάντησε όντως αλβανικά τμήματα στο πεδίο της μάχης. Ο υποστράτηγος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, διοικητής της VIII Μεραρχίας που δέχθηκε το κύριο βάρος της επίθεσης στην Ηπειρο, σημείωνε: «Συμμετείχαν τρία τάγματα μελανοχιτώνων, δύο αλβανικά τάγματα πεζικού (“Γκράμος” και “Ντρίνος”, αλβανική ορεινή πυροβολαρχία (“Νταΐτι”), τάγμα Αλβανών εθελοντών και σώματα ατάκτων Αλβανών».
Το τάγμα «Tomori» διαλύεται
Οι πρώτες ημέρες του Ελληνοϊταλικού Πολέμου έδειξαν ταυτόχρονα και τα όρια αυτής της συμμετοχής. Στις 4 Νοεμβρίου, στο ύψωμα 1289 του Λαπιστέτ, στον ευρύτερο τομέα της Κορυτσάς, το αλβανικό τάγμα «Tomori» στάλθηκε προς ενίσχυση της Μεραρχίας «Venezia» και ενεπλάκη στις μάχες με τις ελληνικές δυνάμεις. Σύμφωνα με όσα αναφέρει στο επίσημο περιοδικό των Ιταλών καραμπινιέρων «Notiziario Storico dell’Arma dei Carabinieri» ο απόστρατος στρατηγός του Σώματος και ιστορικός σύμβουλος της έκδοσης, Καρμέλο Μπούρτζο, σε άρθρο του υπό τον τίτλο «Carabinieri in Albania», το αλβανικό τάγμα αριθμούσε τότε 12 αξιωματικούς και 822 υπαξιωματικούς και οπλίτες.
Με την πρώτη εμπλοκή στις μάχες, η μονάδα αποδιοργανώθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε ο διοικητής της έμεινε τελικά με μόλις δέκα αξιωματικούς και περίπου εκατό ακόμη στρατιώτες, ενώ χρειάστηκε η επέμβαση καραμπινιέρων για τη συγκέντρωση των λιποτακτών. Στη συνέχεια, το μεγαλύτερο μέρος του τάγματος αφοπλίστηκε από τις ιταλικές αρχές.
Ο ιστορικός Νίκος Γιαννόπουλος καταγράφει στο βιβλίο του κι άλλα επεισόδια κατά τα οποία αλβανικοί σχηματισμοί πολέμησαν στο πλευρό των Ιταλών και υπέστησαν βαριές απώλειες από τις ελληνικές αντεπιθέσεις. Οσο όμως η ιταλική προέλαση έχανε την ορμή της και ο Ελληνικός Στρατός περνούσε στην αντεπίθεση, η συνοχή πολλών εξ αυτών των μονάδων κλονιζόταν. Οι απώλειες, οι αιχμαλωσίες και οι λιποταξίες πολλαπλασιάστηκαν και η ιταλική διοίκηση άρχισε σταδιακά να αποσύρει ή να αναδιοργανώνει αλβανικούς σχηματισμούς.
«Οι Αλβανοί στρατιώτες αποδείχθηκαν άπιστοι και δόλιοι»
Η εξέλιξη προσέφερε στη Ρώμη έναν βολικό αποδιοπομπαίο τράγο. Ο στρατάρχης Πιέτρο Μπαντόλιο έγραψε αργότερα ότι «…οι Αλβανοί στρατιώτες, που υπό τη μορφή ταγμάτων συμμετείχαν στις δικές μας μεραρχίες, αποδείχθηκαν άπιστοι και δόλιοι, καθώς επιδόθηκαν σε πράξεις δολιοφθοράς εναντίον μας ή πέρασαν στις τάξεις των Ελλήνων…».

Ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσπάθεια του ίδιου του Μουσολίνι να εξηγήσει στον Αδόλφο Χίτλερ την αποτυχία της επιχείρησης. Σε επιστολή της 22ας Νοεμβρίου 1940 αναφέρθηκε «στη λιποταξία των αλβανικών δυνάμεων, οι οποίες στασίασαν εναντίον των Ιταλών». Στις διεθνείς συζητήσεις που ακολούθησαν μετά τον πόλεμο η αλβανική αντιπροσωπεία χρησιμοποίησε ακριβώς αυτές τις δηλώσεις του Ντούτσε ως απόδειξη ότι σημαντικό μέρος των Αλβανών δεν επιθυμούσε να πολεμήσει εναντίον των Ελλήνων.
Οι κατηγορίες αυτές της φασιστικής ηγεσίας ήταν πάντως εμφανώς δυσανάλογες με τον πραγματικό ρόλο των αλβανικών μονάδων στην έκβαση της εκστρατείας. Η αποτυχία της Ιταλίας είχε πολύ βαθύτερα αίτια: ανεπαρκείς δυνάμεις για τους στόχους που είχαν τεθεί, προβλήματα ανεφοδιασμού, υποτίμηση του ελληνικού στρατού και ένας πολεμικός σχεδιασμός που βασίστηκε στην πεποίθηση ότι η αντίσταση θα κατέρρεε γρήγορα συγκαταλέγονται στις κύριες αιτίες της ήττας. Οι αλβανικές λιποταξίες υπήρξαν· δεν αρκούν όμως για να εξηγήσουν το ιταλικό στρατιωτικό φιάσκο.
Δύο αφηγήσεις για τον ίδιο πόλεμο
Μετά το 1945 η στρατιωτική σύγκρουση μεταφέρθηκε στο πεδίο της ιστοριογραφίας και της διπλωματίας. Η ελληνική πλευρά πρόβαλε τη συμμετοχή των αλβανικών μονάδων ως τεκμήριο ότι το καθεστώς των Τιράνων είχε βρεθεί στο πλευρό της Ιταλίας κατά την επίθεση της 28ης Οκτωβρίου. Η αλβανική πλευρά αντέτασσε ότι η χώρα είχε καταληφθεί από την Ιταλία ήδη από το 1939, ότι ο στρατός της είχε απορροφηθεί από τις ιταλικές ένοπλες δυνάμεις και πως όσοι Αλβανοί χρησιμοποιήθηκαν στην εκστρατεία δεν εξέφραζαν τη βούληση του πληθυσμού.
Η νεότερη ιστοριογραφία επιτρέπει πλέον μια πιο σύνθετη και περισσότερο τεκμηριωμένη εικόνα. Υπήρξαν Αλβανοί που εντάχθηκαν σε μονάδες και πολέμησαν εναντίον της Ελλάδας, όπως υπήρξαν και Αλβανοί που εγκατέλειψαν τις θέσεις τους, αρνήθηκαν να συνεχίσουν να πολεμούν ή αργότερα στράφηκαν εναντίον της ιταλικής κατοχής. Από την άλλη πλευρά, η φασιστική Ιταλία όντως προσπάθησε να εκμεταλλευθεί αλυτρωτικές επιδιώξεις και τοπικές αντιθέσεις των βόρειων γειτόνων μας, αλλά ποτέ δεν απέκτησε την καθολική υποστήριξη που οι εκπρόσωποί της παρουσίαζαν στις αναφορές τους προς τη Ρώμη.
Η Αθήνα ήρε την εμπόλεμη κατάσταση μόλις το 1987
Τον Αύγουστο του 1946, στη Διάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού, η αντιπαράθεση για τον ρόλο της Αλβανίας το 1940 επανήλθε με ιδιαίτερη ένταση. Η ελληνική κυβέρνηση υποστήριζε ότι αλβανικές δυνάμεις είχαν συμμετάσχει στην ιταλική επίθεση και ότι, εφόσον μεταξύ των δύο χωρών δεν είχε μεσολαβήσει συνθήκη ειρήνης, εξακολουθούσε να υφίσταται εμπόλεμη κατάσταση. Η Αθήνα επιδίωξε παράλληλα να τεθεί προς εξέταση η ελληνική διεκδίκηση στη Βόρεια Ηπειρο, στον Νότο δηλαδή της Αλβανίας. Τα Τίρανα απαντούσαν πως η χώρα είχε καταληφθεί από την Ιταλία ήδη από τον Απρίλιο του 1939 και ότι η συμμετοχή αλβανικών μονάδων στις επιχειρήσεις δεν μπορούσε να μετατρέψει έναν λαό υπό κατοχή σε συνυπεύθυνο για την ιταλική επίθεση.
Η διαδικασία στο Παρίσι δεν οδήγησε ούτε σε αλλαγή των συνόρων ούτε σε ελληνοαλβανική συνθήκη ειρήνης. Στις 30 Αυγούστου η Διάσκεψη ενέκρινε, με 12 ψήφους υπέρ, 7 κατά και 2 αποχές, την εγγραφή στην ημερήσια διάταξη ελληνικού σχεδίου απόφασης με το οποίο προτεινόταν να απευθυνθεί σύσταση προς το Συμβούλιο των Υπουργών Εξωτερικών των πέντε Μεγάλων Δυνάμεων (ΗΠΑ, Σοβιετικής Ενωσης, Βρετανίας, Γαλλίας και Κίνας) να εξετάσει τις εκκρεμείς εδαφικές διαφορές μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Η ψηφοφορία ήταν αποκλειστικά διαδικαστική. Κι αυτό γιατί η υπερψήφιση της ελληνικής πρότασης ενέτασσε μεν το ζήτημα προς συζήτηση στην ημερήσια διάταξη, αλλά αυτό δεν σήμαινε και ότι η Διάσκεψη θα αποδεχόταν και την ουσία της ελληνικής διεκδίκησης στη Βόρεια Ηπειρο.

Στις 26 Σεπτεμβρίου, όμως, η αντιπροσωπεία μας απέσυρε την πρόταση, διατηρώντας το δικαίωμα να επαναφέρει μελλοντικά το ζήτημα στο Συμβούλιο των Υπουργών Εξωτερικών των Μεγάλων Δυνάμεων. Η Διάσκεψη έκλεισε έτσι χωρίς καμία απόφαση για μεταβολή των ελληνοαλβανικών συνόρων. Στις 10 Φεβρουαρίου 1947 υπογράφηκε η Συνθήκη Ειρήνης μεταξύ της Ιταλίας και των 20 Συμμαχικών και Συνασπισμένων Δυνάμεων που είχαν πολεμήσει εναντίον της, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Βάσει αυτής οριζόταν πως η Ρώμη αναγνώριζε επισήμως την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Αλβανίας και δεσμευόταν να τη σεβαστεί. Η συμφωνία, ωστόσο, δεν ρύθμιζε τις σχέσεις Αθήνας και Τιράνων ούτε υποκαθιστούσε μια διμερή ελληνοαλβανική συνθήκη ειρήνης.
Μόλις στις 28 Αυγούστου 1987, σαράντα επτά ολόκληρα χρόνια μετά την ιταλική εισβολή, με πράξη του υπουργικού συμβουλίου της ελληνικής κυβέρνησης υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου, αποφασίστηκε ομόφωνα, έπειτα από εισήγηση του τότε υπουργού Εξωτερικών Κάρολου Παπούλια, η άρση της εμπόλεμης κατάστασης με την Αλβανία. Η εφημερίδα «Καθημερινή» την επόμενη μέρα έκανε λόγο για «Αρση εμπολέμου μετά πολλών ερωτηματικών», αναφέροντας ότι πολιτικοί παρατηρητές σημείωναν πως από τη στιγμή που αποχαρακτηρίζεται η Αλβανία ως εχθρικό κράτος «δίχως να επιχειρήσει μια τυπική διασφάλιση των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητος, η κυβέρνηση έπαψε να έχει οποιονδήποτε μοχλό πιέσεως και συνεπώς οι περαιτέρω εξελίξεις εξαρτώνται από την καλή προαίρεση των Τιράνων».