Είντα φωνάζουνε καμπόσοι και δεν συμφωνούνε με τσι ιδιωτικοποιήσεις; Δεν μπορώ να τσοι καταλάβω. Εδώ βρε, στο νησί μας, πριν μερικά χρόνια μέχρι και οι εκκλησίες ήτανε ιδιωτικές. Για ρωτάτε αυτούς που τσις είχανε, τι καλά ήτανε. Να λαδάκι τσάμπα, να προσπορές, να και κρασί. Ούτε τα κόλλυβα δεν πααίνανε πεταμένα. Αν ήτανε καλοφτιαγμένα τα τρώγανε τα παιδία, μα και κακά να ήτανε πάλι πιάνανε τόπο. Τα τρώγανε οι κόττες. Και οβολούς ρίχνανε οι πιο παλαβοί και νομίζανε μάλιστα πως τσοι παίρνει ο Θεός .Σιγά μην έχει ανάγκη ο Θεός από παράδες-μεγάλο τ’ όνομά Του. Το αφεντικό τση εκκλησίας τσοι έπαιρνε κι έκανε έργα τάχαμου, έκανε και κοιλούρες θερίες, σαν νάχει καταπιεί ολόκληρο γλυκοκολόκυθο.
Αυτά τάχανε προσέξει, που λέτε, δύο φιλαράκια Καλαμίτες- οι Καλαμίτες, να το ξέρετε, είναι όλοι τους πολύ πονηροί και έξυπνοι κι ας κάνουμε τσοι μπούφους -και σου λέει, για είντα να μην χτίσομε κι εμείς μία εκκλησία να τα οικονομήσομε; Εκάτσανε και το εσκεφτήκανε πολλές μέρες και καταστρώσανε ένα σχέδιο δαιμονικό. Μέχρι και θάματα είχανε σχεδιάσει. Θα δεις σου λέει πελατεία, δεν θα ξέρομε είντα να τσοι κάμομε.
Ο Αντώνης είχε μία εικόνα παλαία, από τον παππού του, τον άγιο Πολύκαρπο κι ο συνέταιρός του ο Σταμάτης είχε ένα χωράφι απάνω σε δρόμο, μέσα στο χωρίο, μέρος καλό. Σκεφτήκανε λοιπόν να πάνε να θάψουνε την εικόνα στο χωράφι και πέρα την άνοιξη που θα χορτάριαζε το σκαμμένο, θα βλέπανε τ’ όνειρο.
Πραγματικά, Μάης μήνας θάτανε όταν ένα πρωί ακούστηκε η φωνή του Αντώνη να ντελαλεί:
-Ακούτε με χωριανοί, ακούτε, είδα τον άγιο Πολύκαρπο στον ύπνο μου και μου είπε ναρθείτε όλοι σας να μα βοηθήσετε να πάμε στο χωράφι του Σταμάτη, μέσα στο χωρίο, να σκάψωμε και θα βρούμε, λέει, μία εικόνα δική του, θαματουργή. Εκειά, λέει, να βοηθήσετε να χτίσομε ευτύς μία εκκλησία στη χάρη του και να κάνομε καλά, λέει, εγώ, που μου φανερώθηκε κι ο Σταμάτης, που είναι δικό του το χωράφι. Κι εκείνος, λέει, όπως το λέει και τ’ όνομά του θα στείλει στο χωρίο μας μεγάλη ξυλοκαρπία κι απ’ όλους τσοι καρπούς θα στείλει και τα ζουλοπρόβατά σας λέει θα λαστούνε όλα και κανένα δεν θα ξερογεννήσει, ούτε θα μονοβυζιάσει κι οι μπαρμπάδες σας, λέει, από την Αστραλία σωρό τα τσέκια θα σας τα στείλουνε. Μεγάλο τ’ όνομά του, χωριανοί, τρεχάτε να βοηθήσετε.
Την άλλη μέρα ντελάλησε τα ίδια και στη Χώρα και στο Καψάλι, σε μία βδομάδα ολοστά είχε σώσει κι έλεγε τ’ όνειρο.
Ο Σταμάτης είχε βγει στη γύρα κι εμέτρα το πως το πήρε ο κόσμος.
-Ακούσατε είντα ονειρεύτηκε ο Αντώνης;
-Ναι , μεγάλο τ’ όνομα τ’ αγίου…Εινταλώς τον είπε;
-ʼΑγιος Πολύκαρπος, θα χορτάσομε καρπό.
-Και θα το δώσεις το χωράφι, μπρε, ανέ βρεθεί;
-Μπορώ να κάμω κι αλλοιώς; Αφού το επιτάσσει η χάρη του!
-Καλά θα κάμεις. Εγώ θα βάλω τον ασβέστη.
Είδανε πως η δουλειά επάαινε καλά, κάτσανε και συμπληρώνανε το σχέδιο.
-Θα φυτέψωμε ένα κλήμα, Σταμάτη, απόξω κι όταν θα το κλαδεύομε θα περνούμε τσι βέργες από τον τοίχο και θα τσι φέρνομε ίσια στα μάτια τση εικόνας να δακρύζει κανάνε μήνα. Μεγάλο θάμα.
-Θα δένωμε και ταγάρες τη νύχτα στα σκοινία τση καμπάνας, να τσι φουσκώνει ο βοριάς, να τραβά τα σκοινία να σημαίνουνε, να δεις σταυροκοπήματα.
-Βρε από τη Μάνη θα μας κουβαληθούνε οι Χριστιανοί. Να μην αβασκαθούμε .Φοβερή ιδέα είχαμε.
Ορίσανε λοιπό πως το Σάββατοθα πααίνανε για το ξέθαμα. Μαζεύτηκε κόσμος και κοσμάκης. ʼΑντρες με μπίγκους και με φτιάρια και μαζί και τα μαντήλια στο χέρι, έτοιμα να σκουπίσουνε τα δάκρυα τση συγκίνησης.
Ω του θαύματος δεν αργήσανε και πολύ, αφού θυμόντουσαν το μέρος. Τον ανακάλυψε ο Αντώνης.
-Εντονέ, μας εφανερώθηκ’ επιτέλους.
Έβαλε την εικόνα χάμω και την επροσκύνα και σταυροκοπιότανε κι έκανε βαθιές μετάνοιες κι από γύρω όλος ο λαός τα ίδια έκανε και δεν πίστευε στα μάτια του. Εφτιάξανε μάνι-μάνι ένα κονοστάσι και τοποθετήσανε την εικόνα κι απέ οι δύο συνέταιροι φύγανε για τη Χώρα, να πάνε στο Δεσπότη να του ζητήσουνε την άδεια για ν’ αρχίσει από Δευτέρα το χτίσιμο.
Ο Δεσπότης, που τους ήξερε καλά και τους δύο, κάπως την ψιλιάστηκε τη δουλειά. Κάτσε σου λέει να τσοι δοκιμάσω.
-Τέκνα μου, τους λέει, θα σας έδινα ευχαρίστως την άδεια, αλλά ο άγιος που σας φανερώθηκε δεν είναι από τσοι δικούς μας, είναι καθολικός. Κι όπως καταλαβαίνετε δεν μπορούμε να χτίσομε εκκλησία σε καθολικό άγιο.
Τα χάσανε και οι δύο. Ο Αντώνης πήγε να πει εντάξει μα δεν επρόκαμε. Γυρνά τα χέρια κατά πάνω του ο Σταμάτηςκαι γιομάτος αγανάχτιση άνοιξε διάπλατα όλα τα δάχτυλά του.
-Νάσου, μωρέ μουσκάρι, σαράντα χιλιάδες αγίους έχει η ορθοδοξία, τον άγιο Πολύκαρπο που είναι καθολικός, αυτόνε ηύρες μωρέ να θάψεις; Φτούσου να μου χαθείς.
Πήρε δρόμο ο Αντώνης να μην του τραβήξει καμία ο Δεσπότης με την πατερίτσα κι από πίσω ο Σταμάτης ολοδράμουντος κι αυτός. Ούτε θάματα, ούτε πράμα. Το κακό είναι πως μετά από καμπόσες μέρες του φανερώθηκε στ’ αλήθεια ο άγιος στον ύπνο του τ’ Αντώνη και του είπε, λέει, να πάει να γκρεμιστεί από το Κάστρο για να σωθεί από την αμαρτία που έκαμε. Ευτυχώς που τού κοψε και πήγε και το είπε και τούτο τ’ όνειρό του στο Δεσπότη και τον επισογύρισε. Αφού σου είπα πως είναι καθολικός, του είπε, είντα ονείρατα μου λέεις. Πάαινε σπίτι σου και μην τον ακούεις. Ευτυχώς, ειδάλως μπορεί και να είχε τσινίξει.
Εδώ που τα λέμε, είναι μεγάλη αποκοτία, δεν είναι εύκολη δουλειά η ιδιωτικοποίηση. Ακόμα και οι πονηροί, σαν τσοι Καλαμίτες, ακόμα κι αυτοί μπορεί να τηνε πατήσουνε.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΟ ΦΥΛΛΟ 62 ΤΗΣ ΕΝΤΥΠΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ, ΙΟΥΛΙΟΣ-ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1993



















































































Kythira Online











































































