Πώς γεννήθηκε ο καπιταλισμός: Από τα φέουδα και τη μαύρη πανώλη στις καμινάδες των εργοστασίων
Ο δρόμος είναι λασπωμένος και το ταξίδι βασανιστικά αργό. Ενας έμπορος πλησιάζει με το κάρο του τα τείχη μιας πόλης της Δυτικής Ευρώπης, κάπου στα τέλη του 12ου αιώνα, έχοντας διανύσει εκατοντάδες χιλιόμετρα [...] | Γεώργιος Βενιέρης
Ο δρόμος είναι λασπωμένος και το ταξίδι βασανιστικά αργό. Ενας έμπορος πλησιάζει με το κάρο του τα τείχη μιας πόλης της Δυτικής Ευρώπης, κάπου στα τέλη του 12ου αιώνα, έχοντας διανύσει εκατοντάδες χιλιόμετρα για να πουλήσει υφάσματα, κρασί, μεταλλικά αντικείμενα και μια σειρά από άλλα πολύτιμα προϊόντα που έχουν φθάσει από την Ανατολή. Στο πουγκί του κουβαλά νομίσματα από διαφορετικές περιοχές, ανάλογα με τα βασίλεια που έχει περάσει. Πριν ολοκληρώσει τη διαδρομή του, θα χρειαστεί να πληρώσει διόδια και δασμούς, να διαβεί επικράτειες με διαφορετικούς νόμους, με άλλα μέτρα και άλλα σταθμά. Λίγο έξω από τα τείχη, την ίδια ώρα, ένας χωρικός δουλεύει σε μια λωρίδα γης που καλλιεργούσε πριν από εκείνον ο πατέρας του και πιθανότατα ο παππούς του. Η παραγωγή του προορίζεται κυρίως για τις ανάγκες της οικογένειάς του και όχι για πώληση στην αγορά, ενώ, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που συνοδεύουν τη θέση του στο φέουδο, οφείλει να παραχωρεί στον γαιοκτήμονα μέρος της σοδειάς και κάποιες ημέρες εργασίας τον χρόνο.
Οι δύο άνδρες ζουν στην ίδια εποχή, αλλά κινούνται ήδη μέσα σε δύο διαφορετικές οικονομικές πραγματικότητες. Ο ένας μεταφέρει προϊόντα, χρήμα και νέες ανάγκες από τόπο σε τόπο. Ο άλλος εξακολουθεί να βρίσκεται αγκιστρωμένος σε μια κοινωνική οργάνωση που στηρίζεται στη συνεχή καλλιέργεια της γης, στην παράδοση και στις προσωπικές σχέσεις εξάρτησης. Στους αιώνες που θα ακολουθήσουν, η ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους θα αλλάξει. Οι πόλεις θα μεγαλώσουν, το εμπόριο θα εξαπλωθεί, οι παλιές υποχρεώσεις σε εργασία ή σε είδος θα αρχίσουν σταδιακά να αντικαθίστανται από πληρωμές σε χρήμα, η εργασία θα αποκτήσει ολοένα και περισσότερο τη μορφή εμπορεύματος και, αιώνες αργότερα, οι μεγάλες θαλάσσιες εξερευνήσεις θα ανοίξουν νέους εμπορικούς δρόμους προς την Ασία, την Αφρική και, μετά το 1492, προς την Αμερική, ενώ η γη θα αντιμετωπίζεται σταδιακά ως περιουσιακό στοιχείο από το οποίο ο ιδιοκτήτης αναζητεί τη μεγαλύτερη δυνατή απόδοση.

Προφανώς και δεν υπήρξε κάποια συγκεκριμένη ημέρα κατά την οποία έδυσε η φεουδαρχία και την επόμενη ανέτειλε ο καπιταλισμός. Η μετάβαση διήρκεσε αιώνες και ακολούθησε διαφορετικούς δρόμους στην Αγγλία, στη Γαλλία, στις Κάτω Χώρες, στην Ιταλία, στη Γερμανία και ακόμη περισσότερο στην Ανατολική Ευρώπη. Οι ιστορικοί εξακολουθούν μάλιστα να διαφωνούν για το ποιος από τους παράγοντες που συμμετείχαν σε αυτή τη διαδικασία είχε τη μεγαλύτερη βαρύτητα. Ενα όμως είναι βέβαιο, πως η κοινωνία της αγοράς δεν γεννήθηκε από μία εφεύρεση, έναν θαλασσοπόρο ή μια νέα θρησκευτική ιδέα. Προέκυψε από τη μακρά αλληλεπίδραση της ανάπτυξης του εμπορίου και των πόλεων, της διάδοσης του χρήματος, των μεγάλων δημογραφικών ανατροπών, όπως εκείνη που προκάλεσε η μαύρη πανώλη, των αλλαγών στη γαιοκτησία και στην πολιτική εξουσία, της αποικιακής επέκτασης και των νέων αντιλήψεων για την εργασία και το κέρδος.
Αγορές υπήρχαν πολύ πριν από τον καπιταλισμό
Κατ’ αρχάς το εμπόριο είναι πολύ αρχαιότερο από τον καπιταλισμό. Στον Πειραιά της κλασικής Αθήνας κατέφθαναν προϊόντα από ολόκληρη τη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα. Η δε Ρώμη των αυτοκρατορικών χρόνων δεν θα μπορούσε να συντηρήσει τον τεράστιο πληθυσμό της χωρίς τις ποσότητες σιτηρών που μεταφέρονταν από τη Βόρεια Αφρική και κυρίως από την Αίγυπτο. Εμποροι, δάνεια, νομίσματα, αγορές και επιχειρηματικές δραστηριότητες υπήρχαν επί χιλιετίες. Αυτό που δεν υπήρχε ήταν μια κοινωνία στην οποία η αγορά να καθόριζε σε τόσο μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο οι περισσότεροι άνθρωποι εργάζονταν, παρήγαν και εξασφάλιζαν τα προς το ζην.
Ο αγρότης της αρχαιότητας ή του Μεσαίωνα δεν έμοιαζε με έναν σημερινό γεωργό που λειτουργεί με επιχειρηματικά κριτήρια, που εξετάζει τις τιμές, υπολογίζει το κόστος, επιλέγει την καλλιέργεια με την καλύτερη αναμενόμενη απόδοση, διεκδικεί επιδοτήσεις και μπορεί να δανειστεί για να επενδύσει σε εξοπλισμό. Για το μεγαλύτερο μέρος της Ιστορίας, η αγροτική οικογένεια εργαζόταν κυρίως, αν όχι ολοκληρωτικά, για την επιβίωσή της και για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της απέναντι στον κύριο της γης ή στην εκάστοτε εξουσία. Η παραγωγή και η διανομή των αγαθών καθορίζονταν σε μεγάλο βαθμό από την παράδοση, την πολιτική ισχύ, τη συγγένεια, το έθιμο και τη θρησκεία.

Αυτή τη διαφορά επιχείρησε να περιγράψει τον 20ό αιώνα ο ουγγρικής καταγωγής οικονομικός ιστορικός και κοινωνικός θεωρητικός Καρλ Πολάνυι. Οι προνεωτερικές κοινωνίες, υποστήριζε, είχαν ασφαλώς αγορές, η οικονομική δραστηριότητα όμως παρέμενε «ενσωματωμένη» στις υπόλοιπες κοινωνικές σχέσεις. Η μεγάλη αλλαγή επήλθε όταν η ίδια η κοινωνία άρχισε να εξαρτάται όλο και περισσότερο από τους μηχανισμούς της αγοράς. Η διάκριση αυτή βοηθά να καταλάβουμε γιατί η παρουσία ενός πολυάσχολου παζαριού σε μια αρχαία ή μεσαιωνική πόλη δεν αρκεί για να μιλήσουμε για καπιταλισμό.
Eνας κόσμος δεμένος στη γη
Μετά τη διάλυση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 476 μ.Χ., η Δυτική Ευρώπη πέρασε μέσα από μια μακρά περίοδο ανασύνθεσης. Η φεουδαρχία, ένας μεταγενέστερος όρος με τον οποίο οι ιστορικοί περιγράφουν ένα σύνολο κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών σχέσεων του Μεσαίωνα, δεν υπήρξε ποτέ ένα απολύτως ομοιόμορφο σύστημα. Η κατάσταση στη βόρεια Γαλλία μπορούσε να διαφέρει σημαντικά από εκείνη της Αγγλίας ή των γερμανικών περιοχών. Ωστόσο, ένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά της κοινωνικής οργάνωσης ήταν η κεντρική θέση που κατείχε η εκμετάλλευση της γης.
Στην ύπαιθρο, η οικονομική και κοινωνική ζωή οργανωνόταν συχνά γύρω από το μεγάλο κτήμα του τοπικού άρχοντα. Ο γαιοκτήμονας δεν λειτουργούσε απλώς ως ιδιοκτήτης με τη σύγχρονη έννοια. Ασκούσε δικαιοδοσία, εισέπραττε τέλη, διέθετε πολιτική και στρατιωτική ισχύ και απαιτούσε υπηρεσίες από τους εξαρτημένους χωρικούς που καλλιεργούσαν τις εκτάσεις του. Ο δουλοπάροικος από την πλευρά του δεν ήταν δούλος, καθώς διατηρούσε δικαιώματα, οικογένεια και συνήθως ένα κομμάτι γης που καλλιεργούσε για τη συντήρηση του νοικοκυριού του. Δεν ήταν όμως ούτε ένας πλήρως ελεύθερος μισθωτός που μπορούσε να εγκαταλείψει οποτεδήποτε τη γη και να αναζητήσει τον εργοδότη που θα του πρόσφερε περισσότερα.

Οι υποχρεώσεις του μπορούσαν να περιλαμβάνουν ημέρες εργασίας στα χωράφια του άρχοντα, ένα μέρος της σοδειάς, χρηματικά ή άλλα τέλη και πληρωμές για τη χρήση του μύλου, του φούρνου ή άλλων εγκαταστάσεων του κτήματος. Πολύ συχνά οι υποχρεώσεις αυτές δεν αποτελούσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης κάθε χρόνο. Καθορίζονταν σε μεγάλο βαθμό από το έθιμο και μεταβιβάζονταν από γενιά σε γενιά. Το χρήμα ασφαλώς κυκλοφορούσε και η μεσαιωνική οικονομία δεν ήταν τόσο αποκομμένη από τις συναλλαγές όσο παρουσίαζαν παλαιότερα ορισμένες απλουστευτικές περιγραφές της. Ομως, για εκατομμύρια χωρικούς η καθημερινή οικονομική ζωή μπορούσε ακόμη να κυλά με πολύ περιορισμένη τη χρήση του χρήματος. Ο πλούτος και η κοινωνική ισχύς συνδέονταν κατά κύριο λόγο με την κατοχή γης και τα δικαιώματα πάνω στους ανθρώπους που την καλλιεργούσαν.
Ανάλογους περιορισμούς συναντούσε κανείς και στις πόλεις. Οι συντεχνίες ρύθμιζαν τα επαγγέλματα, καθόριζαν τους όρους μαθητείας, ήλεγχαν την ποιότητα των προϊόντων και περιόριζαν την είσοδο νέων παραγωγών σε έναν κλάδο. Παρείχαν ταυτόχρονα προστασία, επαγγελματική εκπαίδευση και αλληλοβοήθεια στα μέλη τους. Η λογική τους, όμως, απείχε από τη σημερινή αντίληψη της ελεύθερης επιχειρηματικής δράσης. Η σταθερότητα, η φήμη του επαγγέλματος και η διατήρηση της κοινωνικής ισορροπίας είχαν πολύ μεγαλύτερη σημασία από τη διαρκή αύξηση της παραγωγής και του κέρδους.
Oταν οι πόλεις άρχισαν ξανά να μεγαλώνουν
Από περίπου τον 10ο και κυρίως τον 11ο αιώνα κάτι άρχισε να κινείται γρηγορότερα στη Δυτική Ευρώπη. Ο πληθυσμός αυξανόταν, μεγαλύτερες εκτάσεις καλλιεργούνταν και η αγροτική παραγωγή βελτιωνόταν. Παλαιά αστικά κέντρα αναπτύχθηκαν περαιτέρω και μια σειρά από νέα δημιουργήθηκαν. Η μεταβολή υπήρξε τόσο σημαντική ώστε αρκετοί ιστορικοί κάνουν λόγο για μια μεσαιωνική «Εμπορική Επανάσταση». Μάλιστα, η αστική ανάπτυξη απέκτησε ιδιαίτερη δυναμική από τα τέλη του 11ου αιώνα και κορυφώθηκε κατά τον 13ο, ενώ το εμπόριο μεγάλων αποστάσεων συνέδεε όλο και περισσότερες περιοχές της Ευρώπης.
Στη Μεσόγειο, η Βενετία, η Γένοβα και η Πίζα συγκρότησαν εντυπωσιακά εμπορικά δίκτυα. Στη Βόρεια Ευρώπη αναπτύχθηκαν αντίστοιχες διαδρομές στη Βαλτική και στη Βόρεια Θάλασσα. Στις μεγάλες εμποροπανηγύρεις της Καμπανίας στη Γαλλία συναντιούνταν έμποροι από διαφορετικές περιοχές, αντάλλασσαν υφάσματα, μπαχαρικά και άλλα προϊόντα, ενώ μπορούσαν ακόμη να αγοράζουν με πίστωση, συμφωνώντας να εξοφλήσουν την οφειλή τους σε κάποιο επόμενο πανηγύρι και να συμψηφίζουν μεταξύ τους χρέη και απαιτήσεις, ώστε να μη χρειάζεται κάθε συναλλαγή να εξοφλείται αμέσως σε μετρητά. Οι ευρωπαϊκές πόλεις εξακολουθούσαν να υστερούν σε μεγάλο βαθμό σε σχέση με τα περισσότερα περισσότερο αστικοποιημένα και εμπορευματοποιημένα κέντρα του Βυζαντίου και του μουσουλμανικού κόσμου, όμως το οικονομικό τοπίο της Δυτικής Ευρώπης είχε αρχίσει να αλλάζει.

Ο έμπορος βρισκόταν στο επίκεντρο αυτής της μεταβολής. Ο πλανόδιος πραγματευτής ή ο έμπορος των μεγάλων αποστάσεων έπρεπε να αγοράζει φθηνότερα, να πουλά ακριβότερα, να υπολογίζει τον κίνδυνο μιας ληστείας ή ενός ναυαγίου και να γνωρίζει σε ποια πόλη υπήρχε ζήτηση για το φορτίο του. Η ίδια η δραστηριότητά του απαιτούσε κανόνες διαφορετικούς από εκείνους ενός φεουδαρχικού κτήματος. Χρειαζόταν συμβόλαια, πίστωση, μηχανισμούς επίλυσης διαφορών και μια στοιχειώδη ασφάλεια ότι η συμφωνία που έκανε σήμερα θα εξακολουθούσε να ισχύει και αύριο.
Οι πόλεις εξελίχθηκαν έτσι σε χώρους όπου ένας χωρικός μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να ξεφύγει από τους δεσμούς που τον κρατούσαν εξαρτημένο από τον φεουδάρχη και τη γη. Ο άνθρωπος που εγκατέλειπε την ύπαιθρο μπορούσε να γίνει τεχνίτης, μαθητευόμενος, μεταφορέας ή εργάτης. Σε ορισμένες περιοχές του γερμανικού κόσμου, αυτή η πραγματικότητα αποτυπώθηκε αργότερα στη γνωστή ρήση πως «ο αέρας της πόλης ελευθερώνει» («Stadtluft macht frei»). Μπορεί να μην ίσχυε παντού κάτι τέτοιο, ωστόσο αποτυπώνει τη μεγάλη αλλαγή που είχε επέλθει. Η πόλη μπορούσε πλέον να προσφέρει σε ανθρώπους χαμηλής κοινωνικής θέσης μια διαδρομή διαφορετική από εκείνη που είχε προκαθορίσει η γέννησή τους. Η ανάπτυξη αυτή των πόλεων και του εμπορίου ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο όταν, από τα τέλη του 11ου αιώνα, οι Σταυροφορίες έφεραν τη Δυτική Ευρώπη σε στενότερη επαφή με το Βυζάντιο και τις αγορές της ανατολικής Μεσογείου. Η μεταφορά στρατευμάτων και εφοδίων απαιτούσε στόλους και σταθερές θαλάσσιες γραμμές ανεφοδιασμού, δίνοντας νέα ώθηση στις ήδη αναπτυσσόμενες συναλλαγές. Ανοιγε έτσι ένα παράθυρο σε έναν κόσμο αγαθών και συναλλαγών πολύ ευρύτερο από εκείνον του τοπικού φέουδου.
Η μαύρη πανώλη αλλάζει την αγορά εργασίας
Κι ύστερα ήρθε η καταστροφή. Το 1347 έφθασε από την Κριμαία στα ευρωπαϊκά λιμάνια η πανώλη, που μέσα στα επόμενα χρόνια σάρωσε ολόκληρη την ήπειρο. Ο ακριβής αριθμός των θυμάτων δεν μπορεί να υπολογιστεί, όμως σε πολλές περιοχές χάθηκε ακόμη και το 50% του πληθυσμού. Μόνο σε εκτιμήσεις μπορούσε να βασιστούμε που κάνουν λόγο για τουλάχιστον 25 εκατομμύρια νεκρούς στη Γηραιά Ηπειρο ενώ μελέτες αναφέρονται ακόμη και σε 50 εκατομμύρια θύματα. Χωριά ερημώθηκαν, κτήματα έμειναν χωρίς ανθρώπους για να τα καλλιεργήσουν και ολόκληρες οικογένειες αφανίστηκαν. Οταν η πρώτη φρίκη υποχώρησε, πίσω της είχε αφήσει μια διαφορετική οικονομική πραγματικότητα. Η γη ήταν άφθονη και οι άνθρωποι που μπορούσαν να εργαστούν γι’ αυτήν πολύ λιγότεροι. Για τον χωρικό που είχε επιζήσει, αυτό άλλαζε τη διαπραγματευτική του θέση.
Ενας άρχοντας που χρειαζόταν επειγόντως εργατικά χέρια για να θερίσουν δεν μπορούσε πλέον να θεωρεί δεδομένο ότι θα τους βρει και θα τους απασχολήσει με τους όρους που ίσχυαν παλαιότερα. Οι εργάτες ζητούσαν δικαιολογημένα υψηλότερες αμοιβές, ενώ οι χωρικοί μπορούσαν ευκολότερα να εγκαταλείψουν έναν γαιοκτήμονα αναζητώντας καλύτερες συνθήκες αλλού. Στην Αγγλία, οι μισθοί αυξήθηκαν αισθητά μετά την πανώλη και το κράτος προσπάθησε με το Διάταγμα των Εργατών του 1349 και τον Νόμο περί Εργατών (Statute of Labourers) του 1351 να συγκρατήσει τις αμοιβές και να περιορίσει τη δυνατότητα των εργατών να μετακινούνται αναζητώντας καλύτερη δουλειά. Αυτή ακριβώς η προσπάθεια των Αρχών φανερώνει από μόνη της το μέγεθος της ανατροπής. Για πρώτη φορά έπειτα από πολλές γενιές, μεγάλος αριθμός απλών ανθρώπων μπορούσε να απαιτήσει περισσότερα επειδή η εργασία του ήταν σπάνια. Οι παλαιές αγγαρείες άρχισαν σε αρκετές περιοχές να μετατρέπονται σε χρηματικές υποχρεώσεις, ενώ πολλοί γαιοκτήμονες εγκατέλειψαν σταδιακά την απευθείας καλλιέργεια των εκτάσεών τους και προτίμησαν να τις εκμισθώνουν.

Και σε αυτή την περίπτωση η εξέλιξη δεν υπήρξε ομοιόμορφη. Στη Δυτική Ευρώπη η προσωπική εξάρτηση των χωρικών μειώθηκε αισθητά στους τελευταίους αιώνες του Μεσαίωνα. Σε τμήματα της Ανατολικής Ευρώπης, αντίθετα, η δουλοπαροικία ενισχύθηκε αργότερα. Η διαφορά αυτή έχει μεγάλη σημασία, γιατί δείχνει ότι ακόμη και ένα γεγονός τόσο ευρείας κλίμακας όπως η μαύρη πανώλη δεν οδηγούσε μηχανικά στο ίδιο οικονομικό αποτέλεσμα. Οι υπάρχοντες συσχετισμοί ισχύος ανάμεσα στους γαιοκτήμονες, στους χωρικούς και στην πολιτική εξουσία καθόριζαν κάθε φορά την πορεία.
Στο μεταξύ το χρήμα εισχωρούσε ολοένα και βαθύτερα στην καθημερινή ζωή. Ο άρχοντας που κάποτε εισέπραττε σιτάρι, ζώα ή υποχρεωτική εργασία άρχισε να ζητά όλο και επιτακτικότερα χρηματικό μίσθωμα. Είχε άλλωστε και ο ίδιος ανάγκη από λεφτά. Οι αναπτυσσόμενες πόλεις τού πρόσφεραν υφάσματα, κοσμήματα, όπλα, κρασί και εισαγόμενα είδη πολυτελείας που δεν μπορούσαν να παραχθούν μέσα στο κτήμα του.
Η αλλαγή είχε πολύ μεγαλύτερες συνέπειες από αυτές που φαίνονταν αρχικά. Ο χωρικός που έπρεπε πλέον να καταβάλλει στον άρχοντα ένα χρηματικό μίσθωμα έπρεπε πρώτα να εξασφαλίσει τα χρήματα. Για να γίνει αυτό, ήταν αναγκασμένος να πουλήσει μέρος της παραγωγής του. Η αγορά εισχωρούσε έτσι μέσα στην ίδια την αγροτική οικονομία. Η τιμή του σιταριού ή του μαλλιού άρχισε να αποκτά σημασία ακόμη και για έναν άνθρωπο που λίγες γενιές νωρίτερα παρήγε σχεδόν αποκλειστικά για την οικογένεια και τον κύριό του.
Ο Ατλαντικός ανοίγει νέους δρόμους
Στα τέλη του 15ου αιώνα, μια νέα εξέλιξη θα διευρύνει θεαματικά τα όρια μέσα στα οποία κινούνταν έως τότε το ευρωπαϊκό εμπόριο. Το 1492 ο Γενουάτης θαλασσοπόρος Χριστόφορος Κολόμβος, επικεφαλής αποστολής που χρηματοδοτήθηκε από το ισπανικό Στέμμα, βρέθηκε στην Αμερική, ενώ έξι χρόνια αργότερα, το 1498, ο Πορτογάλος εξερευνητής Βάσκο ντα Γκάμα έφθασε στην Ινδία παραπλέοντας την Αφρική. Μέσα σε λίγες δεκαετίες, οι ευρωπαϊκές εμπορικές διαδρομές άρχισαν να επεκτείνονται πολύ πέρα από τη Μεσόγειο και τη Βόρεια Ευρώπη, συνδέοντας πλέον την ευρωπαϊκή οικονομία με την Ασία, την Αφρική και τον Νέο Κόσμο.

Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις απέκτησαν έτσι πρόσβαση σε αγορές, πρώτες ύλες και πηγές πλούτου που μέχρι τότε βρίσκονταν έξω από τον άμεσο οικονομικό τους ορίζοντα. Από την Αμερική άρχισαν να φθάνουν στην Ευρώπη μεγάλες ποσότητες χρυσού και, κυρίως, αργύρου, ενώ προϊόντα όπως η ζάχαρη, ο καπνός και αργότερα ο καφές και το βαμβάκι εντάχθηκαν σε εμπορικά δίκτυα που εκτείνονταν πλέον σε περισσότερες ηπείρους. Παράλληλα, λιμάνια όπως η Αμβέρσα και αργότερα το Αμστερνταμ και το Λονδίνο εξελίχθηκαν σε μεγάλα κέντρα εμπορίου και χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, καθώς ολοένα και μεγαλύτερες ποσότητες κεφαλαίων συγκεντρώνονταν για τη χρηματοδότηση μακρινών και ιδιαίτερα επικερδών επιχειρήσεων.
Η διεύρυνση αυτή του εμπορίου είχε, ωστόσο, και μια εξαιρετικά βίαιη πλευρά. Η ευρωπαϊκή επέκταση στην Αμερική συνοδεύτηκε από κατακτήσεις, αρπαγή γης και πόρων και εκτεταμένη χρήση καταναγκαστικής εργασίας των αυτόχθονων πληθυσμών. Παράλληλα, από τον 16ο αιώνα αναπτύχθηκε το ατλαντικό δουλεμπόριο, μέσω του οποίου εκατομμύρια Αφρικανοί μεταφέρθηκαν βίαια στον Νέο Κόσμο για να εργαστούν κυρίως σε φυτείες και ορυχεία. Το σύστημα αυτό δημιούργησε τεράστιες ποσότητες πλούτου για εμπόρους, πλοιοκτήτες και επενδυτές και συνέβαλε στη συσσώρευση κεφαλαίων στα μεγάλα εμπορικά κέντρα της Δυτικής Ευρώπης.
Η «Επανάσταση των Τιμών»
Η τεράστια εισροή πολύτιμων μετάλλων από την Αμερική συνέπεσε με μια ακόμη μεγάλη οικονομική μεταβολή που θα γινόταν αισθητή στην καθημερινή ζωή εκατομμυρίων Ευρωπαίων. Από τις αρχές του 16ου έως περίπου τα μέσα του 17ου αιώνα, η Ευρώπη γνώρισε μια μακρά περίοδο έντονης ανόδου των τιμών, η οποία έμεινε γνωστή ως «Επανάσταση των Τιμών» (Price Revolution). Οι τιμές των αγαθών και κυρίως των τροφίμων θα εξαπλασιαστούν σε ορισμένες περιοχές, γεγονός πρωτοφανές για την προβιομηχανική οικονομία. Επρόκειτο για μια αλλαγή που συνδέθηκε με τη δημογραφική ανάκαμψη που καταγράφηκε μετά την πανώλη, τις νομισματικές μεταβολές και, ιδιαίτερα από τα μέσα του 16ου αιώνα, με τις τεράστιες ποσότητες χρυσού και κυρίως αργύρου που έφερναν οι Ισπανοί από τις αποικίες που δημιουργούσαν στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, στην Αμερική.

Για έναν αριστοκράτη που εισέπραττε επί χρόνια ένα σταθερό χρηματικό μίσθωμα, η εξέλιξη αυτή μπορούσε να αποτελέσει ιδιαίτερα σοβαρό πλήγμα. Το ποσό που εισέρρεε στο ταμείο του παρέμενε ίδιο, όμως η αγοραστική του δύναμη μειωνόταν. Οι έμποροι, αντίθετα, είχαν συχνά μεγαλύτερη δυνατότητα να προσαρμόζουν τις τιμές τους στις νέες συνθήκες. Η κατοχή γης εξακολουθούσε να αποτελεί τεράστια πηγή κοινωνικής και οικονομικής ισχύος, δίπλα όμως στην παλαιά αριστοκρατία ενισχυόταν μια νέα τάξη ανθρώπων των οποίων ο πλούτος προερχόταν από το εμπόριο, τις χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες και τις επενδύσεις.
Τα πρόβατα που, κατά τον Τόμας Μορ, «έτρωγαν» ανθρώπους
Στην Αγγλία, μία από τις πιο χαρακτηριστικές αλλαγές συντελέστηκε στην ύπαιθρο. Η ζήτηση για μαλλί και η ανάπτυξη της υφαντουργίας έκαναν την κτηνοτροφία ιδιαίτερα ελκυστική για αρκετούς γαιοκτήμονες. Ηδη κατά τους τελευταίους αιώνες του Μεσαίωνα και τις αρχές της νεότερης εποχής άρχισαν να καταγράφονται περιφράξεις εκτάσεων στις οποίες οι τοπικές κοινότητες διατηρούσαν παραδοσιακά δικαιώματα χρήσης, καθώς και μετατροπή ορισμένων καλλιεργήσιμων γαιών σε βοσκοτόπια. Οι αλλαγές προκάλεσαν κοινωνικές συγκρούσεις και εξεγέρσεις, καθώς οι κοινές γαίες είχαν μεγάλη σημασία για τους χωρικούς που τις χρησιμοποιούσαν έως τότε προκειμένου να βοσκούν τα ζώα τους ή να συλλέγουν καύσιμη ύλη.
Ο Αγγλος ουμανιστής, συγγραφέας και πολιτικός Τόμας Μορ αποτύπωσε με χαρακτηριστικό τρόπο αυτή την ένταση στο έργο του «Ουτοπία», που εκδόθηκε το 1516. Εκεί, περιέγραφε τα πρόβατα της Αγγλίας ως τόσο αδηφάγα, που έμοιαζαν να «καταβροχθίζουν» και τους ίδιους τους ανθρώπους – μια αιχμηρή αναφορά στους γαιοκτήμονες που απομάκρυναν κατοίκους και μετέτρεπαν εκτάσεις σε επικερδείς βοσκοτόπους.
Η ιστορική πραγματικότητα όμως ήταν πιο σύνθετη. Οι περιφράξεις δεν μπήκαν όλες την ίδια εποχή, ούτε είχαν παντού τα ίδια αποτελέσματα. Μεγάλο μέρος τους τοποθετήθηκε πολύ αργότερα, ιδιαίτερα κατά τον 18ο και τις αρχές του 19ου αιώνα, όταν χιλιάδες κοινοβουλευτικές πράξεις και ιδιωτικές συμφωνίες μεταμόρφωσαν τα ανοιχτά χωράφια και τα κοινά δικαιώματα σε σαφέστερα περιφραγμένες ιδιοκτησίες. Ακόμη και το κατά πόσο οι περιφράξεις υπήρξαν ο βασικός μηχανισμός που δημιούργησε μια μάζα ακτημόνων μισθωτών εργατών αποτελεί έως σήμερα αντικείμενο διαφωνίας μεταξύ των μελετητών.

Η γη αντιμετωπιζόταν πλέον ολοένα και περισσότερο ως περιουσιακό στοιχείο που έπρεπε να αποφέρει κέρδος. Ετσι στην αγγλική ύπαιθρο ενισχύθηκε μια νέα σχέση ανάμεσα στον γαιοκτήμονα, στον ενοικιαστή αγρότη και στον μισθωτό εργάτη. Ο ενοικιαστής έπρεπε να πληρώνει το μίσθωμά του και είχε επομένως ισχυρό κίνητρο να αυξάνει την παραγωγή και να περιορίζει το κόστος αναζητώντας καλύτερες μεθόδους. Σε αυτή την ιδιαιτερότητα έδωσε ιδιαίτερη έμφαση ο Αμερικανός ιστορικός Ρόμπερτ Μπρένερ κατά τη διάρκεια της μεγάλης συζήτησης που προκλήθηκε μεταξύ επιστημόνων από τη δεκαετία του 1970 για τις ρίζες του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Για τον Μπρένερ, οι μεταβολές στο εμπόριο ή στον πληθυσμό δεν αρκούσαν για να εξηγήσουν γιατί η Αγγλία ακολούθησε διαφορετική πορεία από τη Γαλλία. Επρεπε να εξεταστούν οι σχέσεις εξουσίας στην ύπαιθρο: ποιος ήλεγχε τη γη, ποια δικαιώματα είχαν οι χωρικοί και ποιος ήταν αναγκασμένος να προσφύγει στην αγορά για να διατηρήσει τη θέση του. Η περίφημη «συζήτηση Μπρένερ» μπορεί να μην έκλεισε το ζήτημα, κατέστησε ωστόσο σαφές ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από την επέκταση του εμπορίου.
Oταν υψώθηκαν οι καμινάδες
Στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, το τοπίο της Βρετανίας άρχισε να αλλάζει και πάλι, μια μεταβολή που επίσης δεν έγινε απότομα. Είχαν προηγηθεί μια μακρά περίοδος κατά την οποία μεγάλο μέρος της παραγωγής, ιδιαίτερα στην υφαντουργία, γινόταν σε μικρά εργαστήρια ή ακόμη και μέσα στα σπίτια, με εμπόρους να προμηθεύουν πρώτες ύλες και να συγκεντρώνουν στη συνέχεια τα έτοιμα προϊόντα. Η εμφάνιση νέων μηχανών και η ανάγκη να συγκεντρωθεί η παραγωγή σε μεγαλύτερους χώρους οδήγησαν σταδιακά στη δημιουργία των πρώτων εργοστασίων.

Δίπλα στα χωράφια και στις παλιές πόλεις εμφανίζονταν ολοένα και περισσότερα εργαστήρια και εργοστάσια, ενώ πάνω από τα νέα βιομηχανικά κέντρα υψώνονταν καμινάδες. Η Βιομηχανική Επανάσταση είχε ξεκινήσει. Οι νέες μηχανές, αρχικά στην κλωστοϋφαντουργία και στη συνέχεια σε ολοένα περισσότερους κλάδους, επέτρεπαν την παραγωγή πολύ μεγαλύτερων ποσοτήτων προϊόντων σε πολύ λιγότερο χρόνο. Η ατμομηχανή, που είχε εμφανιστεί ήδη στις αρχές του 18ου αιώνα και βελτιώθηκε αποφασιστικά από τον Σκωτσέζο μηχανικό Τζέιμς Βατ από τη δεκαετία του 1760, θα προσέφερε σταδιακά μια νέα και ισχυρή πηγή ενέργειας. Το εργοστάσιο επιτάχυνε εντυπωσιακά τη μεταβολή που είχε αρχίσει πολλούς αιώνες νωρίτερα, μεταφέροντας την παραγωγή σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα, και έδωσε στην κοινωνία της αγοράς τη μορφή με την οποία θα κυριαρχούσε στους επόμενους αιώνες.
Ο μεσαιωνικός χωρικός των τελών του 12ου αιώνα, με τον οποίο ξεκίνησε αυτή η ιστορία, δύσκολα θα αναγνώριζε τον κόσμο που είχε διαμορφωθεί έξι αιώνες αργότερα. Η γη αγοραζόταν, εκμισθωνόταν και αξιοποιούνταν πλέον όλο και περισσότερο με κριτήριο την απόδοσή της, η εργασία είχε αποκτήσει χρηματική τιμή και τα προϊόντα κατασκευάζονταν για να πωληθούν σε αγορές που μπορούσαν να βρίσκονται ακόμη και στην άλλη άκρη του κόσμου. Η απόσταση από το φέουδο έως το εργοστάσιο είχε πλέον διανυθεί.