Κυριακάτικο τραπέζι, ο ξάδερφος με τον καφέ στο χέρι εξηγεί στην παρέα γιατί δουλεύει σαν σκυλί και πληρώνεται με ψίχουλα. Φταίει το αφεντικό, φταίει η κυβέρνηση, φταίει «το σύστημα». Το κλασικό μενού.
Δεν απαντώ. Του γυρίζω το κινητό με ένα γράφημα του ΟΟΣΑ που κυκλοφορεί τις τελευταίες μέρες στα κοινωνικά δίκτυα. Η κατάταξη των χωρών με βάση την παραγωγικότητα.
Πάνω πάνω η Ιρλανδία, με 151 δολάρια αξία ανά ώρα δουλειάς. Πιο κάτω η Γερμανία και η Ολλανδία στα 94. Η Ελλάδα στα 45 δολάρια. Δίπλα στη Χιλή, λίγο πάνω από την Κόστα Ρίκα.
Ο ξάδερφος με κοιτάει σαν να βλαστήμησα τα ιερά και τα όσια…
Ο μισθός δεν πέφτει από τον ουρανό ούτε τον ορίζει η κυβέρνηση ή η καλοσύνη του εργοδότη. Κυρίως δεν προκύπτει με την ένταση και την ποσότητα της γκρίνιας ούτε από τον αριθμό των διαδηλώσεων της ΑΔΕΔΥ στο Σύνταγμα.
Προκύπτει από την αξία που παράγει μια ώρα εργασίας. Αν σε μία ώρα παράγεις 45 δολάρια, κανένας δεν μπορεί να σου πληρώσει 90.
Δεν είναι πολιτική ιδεολογία, είναι λογιστική. Αν κάποιοι στο υπόσχονται είναι για να τους επιτρέψεις να βάλουν το χέρι στην τσέπη να σου τα πάρουν κι αυτά που έχεις.
Δουλεύουμε, μάλιστα, από τις περισσότερες ώρες στην Ευρώπη. Απλώς κάθε ώρα βγάζει τα μισά από όσα παράγει μια ώρα εργασίας στην Ολλανδία που μπορεί και σχολάει νωρίτερα. Καθόμαστε περισσότερο στο μαγαζί και το ταμείο κλείνει με λιγότερα. Αυτό δεν είναι εργατικότητα, είναι κακή απόδοση κεφαλαίου.
Η παραγωγικότητα είναι το μόνο μέρισμα που πληρώνει σταθερά μισθούς. Όλα τα άλλα, τα επιδόματα, οι αυξήσεις με νόμο, τα κατώτατα, είναι λογιστικές εγγραφές πάνω σε έναν τζίρο που δεν μεγαλώνει.
Ποιος φταίει, λοιπόν;
Φταίει η οικονομία των μικρομάγαζων. Είμαστε πρωταθλητές Ευρώπης στις πολύ μικρές επιχειρήσεις και στην αυτοαπασχόληση. Χιλιάδες μονάδες που δεν πιάνουν οικονομίες κλίμακας, δεν επενδύουν σε μηχανές και λογισμικό, δεν εξάγουν, δεν μεγαλώνουν ποτέ. Ένα έθνος από ατομικές επιχειρήσεις που το λέμε και ελευθερία.
Φταίνε τα κλειστά επαγγέλματα που υπερασπιστήκαμε με νύχια και δόντια.
Φταίει η δικαιοσύνη που βγάζει απόφαση σε δέκα χρόνια και κάθε επενδυτής το ξέρει και το τιμολογεί.
Φταίει ο ψευτοσοσιαλισμός που τιμωρεί όποιον προσπαθεί να γίνει μεγάλος.
Φταίει η φοροδιαφυγή που κρατά την επιχείρηση μικρή επίτηδες, για να μη φαίνεται.
Και φταίνε δεκαετίες κυβερνήσεων της δεξιάς και της αριστεράς που έχτισαν ένα κράτος πελατείας αντί για μια οικονομία παραγωγής. Μοίραζαν διορισμούς και επιδόματα, όχι υποδομές και κεφάλαιο.
Τον πλούτο δεν τον νομοθετείς, τον παράγεις.
Το φάρμακο είναι βαρετό, γι’ αυτό δεν το ψηφίζει κανείς: επενδύσεις που εμβαθύνουν το κεφάλαιο, επιχειρήσεις που μεγαλώνουν αντί να πολλαπλασιάζονται, μετακίνηση ψηλότερα στην αλυσίδα αξίας, ταχύτερη δικαιοσύνη, λιγότερη γραφειοκρατία, να σταματήσουμε να ξεκληρίζουμε το πιο παραγωγικό κομμάτι του λαού μας στέλνοντάς το στο Λονδίνο και στο Μόναχο.
Γύρισα το κινητό στην τσέπη. Ο ξάδερφος ξαναπίνει τον καφέ του, ακόμα θυμωμένος με το αφεντικό.
Μόνο που το αφεντικό που καταριόμαστε είμαστε εμείς. Εμείς ψηφίζουμε την οικονομία των μικρομάγαζων.
Εμείς υπερασπιζόμαστε τα κλειστά επαγγέλματα, αρκεί να είναι το δικό μας. Εμείς χειροκροτούμε το κράτος που μοιράζει και μετά βρίζουμε που δεν παράγει. Εμείς φωνάζουμε «να φύγει το κεφάλαιο» και μετά απορούμε γιατί δεν έρχεται.
Τα 45 δολάρια την ώρα δεν μας τα επέβαλε κανείς Ιρλανδός ή Γερμανός. Είναι η τιμή που βάλαμε μόνοι μας στη δουλειά μας, ψήφο τη ψήφο, δεκαετία τη δεκαετία.
Ο φταίχτης, δυστυχώς, κάθεται απέναντί μας στο κυριακάτικο τραπέζι. Και πίνει τον καφέ του.
