Εχει ήδη αρχίσει ο Γ’ Παγκόσμιος Πόλεμος;
Κακός οιωνός όσον αφορά το ενδεχόμενο να έχει όντως ξεκινήσει (ή να επίκειται) μια τρίτη παγκόσμια σύρραξη είναι ότι ο άξονας των αυταρχικών καθεστώτων έχει εξελιχθεί σε μια πλήρως επιχειρησιακή στρατιωτική συμμαχία. Την ίδια στιγμή στη Δύση επικρατεί χάος, με τον Τραμπ να διαμαρτύρεται για την αδυναμία των συμμάχων του και εκείνοι για τα νταηλίκια και την ανικανότητά του
Τον Μάρτιο του 2022, μόλις τρεις εβδομάδες μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, ο Μπρετ Στίβενς, αρθρογράφος των New York Times, είχε γράψει ένα κείμενο με τίτλο «Ετσι αρχίζει ο Γ’ Παγκόσμιος Πόλεμος». Σήμερα, περισσότερο από τέσσερα χρόνια μετά, διερωτάται αν αυτός ο πόλεμος έχει ήδη αρχίσει.
Το κύριο επιχείρημά του τότε –περί πιθανής έναρξης ενός τρίτου παγκοσμίου πολέμου– εδραζόταν στις απαρχές του B’ ΠΠ, ο οποίος στην πραγματικότητα δεν ξεκίνησε με τη γερμανική εισβολή στην Πολωνία την 1η Σεπτεμβρίου του 1939. Αντιθέτως, ήταν το αποτέλεσμα μιας συσσώρευσης περιφερειακών συρράξεων και κρίσεων –την αρχή είχαν κάνει οι Ιάπωνες εισβάλλοντας στη Μαντζουρία το 1931– οι οποίες σταδιακά μετατράπηκαν σε μια ενιαία, παγκόσμια σύγκρουση. Αυτή η συσσώρευση, που ενισχύθηκε από τις συγκλίνουσες φιλοδοξίες των ολοκληρωτικών καθεστώτων αλλά και τις διαιρέσεις και τις παλινωδίες των δημοκρατιών, οδήγησε τον κόσμο στην καταστροφή.
Μια επανάσταση στις τεχνολογίες και στις πολεμικές τακτικές επέτρεψε αρχικά στις δικτατορίες να έχουν το πάνω χέρι στις επιθετικές επιχειρήσεις, ενώ σημαντικό πλεονέκτημα υπήρξε και η προθυμία τους να προκαλέσουν –αλλά και να υποστούν– φρικαλεότητες και δεινά που οι αντίπαλοί τους αρχικά δεν μπορούσαν καν να διανοηθούν, πόσο μάλλον να αντιμετωπίσουν.
Κατά τη διάρκεια του 2022 ο Μπρετ Στίβενς διέκρινε κάποια στιγμή μια παρόμοια κατάσταση να διαμορφώνεται: δεκαετίες Δυτικών πολιτικών κατευνασμού είχαν καλλιεργήσει στον Πούτιν την αίσθηση ότι μπορούσε να κάνει σχεδόν οτιδήποτε και να τη γλιτώνει πολύ φθηνά.
Οι ολοένα στενότεροι δεσμοί του με τη Βόρεια Κορέα, το Ιράν και κυρίως την Κίνα (τα περί εταιρικής σχέσης «δίχως όρια» μεταξύ Μόσχας και Πεκίνου ανακοινώθηκαν μόλις λίγες εβδομάδες πριν από την εισβολή στην Ουκρανία) είχαν ενισχύσει περαιτέρω την αυτοπεποίθησή του, ενώ ιδιαίτερα ενθαρρυντική για τον ρώσο πρόεδρο ήταν και η χαοτική αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν τον Αύγουστο του 2021, λιγότερο από έξι μήνες προτού εισβάλει στην Ουκρανία.
Τότε ο αμερικανός δημοσιογράφος φοβόταν πως η Ουκρανία θα είχε την ίδια μοίρα με τη Γαλλία του 1940. Ωστόσο η χώρα αντέδρασε, θυμίζοντας τη Βρετανία του Τσόρτσιλ: «Οσο μακρύς και δύσκολος κι αν είναι ο δρόμος», είχε πει στην πρώτη ομιλία του στη Βουλή των Κοινοτήτων ως πρωθυπουργός, τον Μάιο του 1940. Η αμερικανική κυβέρνηση Μπάιντεν, παρότι δεν επέτρεψε –κακώς, σύμφωνα με τον Στίβενς– στο Κίεβο να επεκτείνει τον πόλεμο εντός της Ρωσίας, τουλάχιστον συνέβαλε σημαντικά στο να μην ηττηθεί.
Κάποια στιγμή η Ουκρανία απέκτησε το τεχνολογικό πλεονέκτημα και κατάφερε να το διατηρήσει, πρωτοπορώντας στην ανάπτυξη νέων οπλικών συστημάτων αλλά και συναφών τακτικών (που, όπως φαίνεται, οδηγούν σε μια ριζική επανεξέταση του τρόπου που θα διεξάγονται οι πόλεμοι στο μέλλον).
«Αυτά είναι τα καλά νέα», όμως «τα κακά είναι πολύ περισσότερα», γράφει ο Μπρετ Στίβενς. Το πρώτο που σημειώνει είναι ότι, όπως και στις δεκαετίες του 1930 και του 1940, τα μέτωπα ανά την υφήλιο όχι μόνο πολλαπλασιάστηκαν τα τελευταία χρόνια, αλλά έχουν αρχίσει και να συγκλίνουν.
Παρά τις αποτυχίες, τις ανατροπές και τις εκατοντάδες χιλιάδες απώλειες που έχει υποστεί η Ρωσία στο πεδίο της μάχης, ο Πούτιν δείχνει ακόμη πρόθυμος να ρισκάρει, επεκτείνοντας την εκστρατεία του, με προκλήσεις και απειλές που μόλις και μετά βίας συγκαλύπτονται, κατά της Μολδαβίας, της Πολωνίας, της Γερμανίας και άλλων χωρών. Παράλληλα, τα γεράκια Μόσχας τον προτρέπουν να κλιμακώσει τον πόλεμο με άμεσες επιθέσεις στην Ευρώπη, ακόμη και με χρήση πυρηνικών όπλων κατά της Ουκρανίας.
Οσον αφορά την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, η επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ το 2023 εξελίχθηκε σταδιακά σε πόλεμο μεταξύ του Ισραήλ, από τη μία πλευρά, και της Χεζμπολάχ του Λιβάνου, των Χούθι της Υεμένης και του Ιράν από την άλλη· και στη συνέχεια σε πόλεμο μεταξύ του Ιράν και των Ηνωμένων Πολιτειών και των κρατών του Κόλπου.
Προφανώς τα δύο μέτωπα συνδέονται, με τον αρθρογράφο των New York Times να αναφέρει ενδεικτικά ότι στα τέλη του προηγούμενου μήνα η Ουκρανία εξαπέλυσε επιθέσεις μεγάλου βεληνεκούς εναντίον στόχων στην Κασπία Θάλασσα, με στόχο να διακόψει τη ροή ιρανικών στρατιωτικών προμηθειών προς τη Ρωσία.
Επιπλέον, οι αποφάσεις που λαμβάνονται στο ένα μέτωπο επηρεάζουν άμεσα τις εξελίξεις στο άλλο: η υπερβολική χρήση, για παράδειγμα, αναχαιτιστικών πυραύλων στη Μέση Ανατολή σημαίνει ότι πλέον υπάρχουν ελάχιστοι διαθέσιμοι για την Ουκρανία.
Κακός οιωνός όσον αφορά τον ενδεχόμενο να έχει ήδη αρχίσει (ή να επίκειται) ο Γ’ Παγκόσμιος Πόλεμος, είναι και το γεγονός πως ο άξονας των αυταρχικών καθεστώτων έχει εξελιχθεί σε μια πλήρως επιχειρησιακή στρατιωτική συμμαχία.
Ετσι, η Ρωσία συνδράμει τη Βόρεια Κορέα στον εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεών της και η Πιονγκγιάνγκ προμηθεύει τη Μόσχα με εκατομμύρια βλήματα πυροβολικού, ενώ το τελευταίο διάστημα φέρεται να προετοιμάζεται να θυσιάσει χιλιάδες ακόμη στρατιώτες, στέλνοντάς τους να πολεμήσουν στην Ουκρανία.
Ταυτόχρονα η Κίνα παρέχει στη Ρωσία το μεγαλύτερος μέρος των ηλεκτρονικών εξαρτημάτων που είναι απαραίτητα για την κατασκευή drones και άλλων οπλικών συστημάτων. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση κινεζικής επίθεσης στην Ταϊβάν το Πεκίνο θα μπορούσε να ζητήσει από τη Μόσχα να ανταποδώσει τη βοήθεια, με το Κρεμλίνο να αξιοποιεί τον ισχυρό στόλο υποβρυχίων που διαθέτει στον Ειρηνικό (όπως επισημαίνεται σε μια νέα μελέτη του Australian Strategic Policy Institute).
Κατά την πρώτη φάση της σύρραξης στη Μέση Ανατολή η Μόσχα παρείχε επίσης κρίσιμες πληροφορίες στόχευσης στην Τεχεράνη για επιθέσεις εναντίον αμερικανικών βάσεων και πλοίων στη Μέση Ανατολή.
Ζήτημα αποτελεί, φυσικά, και το χάος που επικρατεί στη Δύση. Οπως συνοψίζει άκρως περιεκτικά ο Μπρετ Στίβενς, ο Τραμπ διαμαρτύρεται για την αδυναμία των συμμάχων των ΗΠΑ, ενώ εκείνοι διαμαρτύρονται για τα νταηλίκια, τα καπρίτσια, την επιπολαιότητα, την ανειλικρίνεια και την ανικανότητα του αμερικανού προέδρου.
«Και οι δύο πλευρές έχουν δίκιο», γράφει. Αυτό σημαίνει πως η νέα ομοβροντία δασμών κατά του Καναδά μπορεί να είναι «πολιτικά άστοχη, οικονομικά αυτοκαταστροφική και στρατηγικά αποδυναμωτική», όμως αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο Καναδάς, μια χώρα εξαρτημένη από το εμπόριο και με τη μεγαλύτερη ακτογραμμή στον κόσμο, σχεδόν δεν διαθέτει Ναυτικό· ούτε πως η «νέα στρατηγική εταιρική σχέση» της καναδικής κυβέρνησης με την Κίνα είναι «ανήθικη, απερίσκεπτη και λανθασμένη» (εκτός αν ο πρωθυπουργός Μάρκ Κάρνεϊ θεωρεί όντως ότι τα παράλογα ξεσπάσματα του Τραμπ συνιστούν μεγαλύτερη μακροπρόθεσμη απειλή για τη χώρα του και τον ελεύθερο κόσμο συνολικά από ό,τι οι μεθοδευμένοι σχεδιασμοί του Πεκίνου).
Ομως, πέρα από διαιρεμένη, η Δύση είναι επίσης απροετοίμαστη –από στρατιωτική άποψη– για έναν παγκόσμιο πόλεμο. Ο πόλεμος με το Ιράν αποκάλυψε όχι μόνο ελλείψεις σε κρίσιμα πυρομαχικά (οι οποίες συνέβαλαν στο να τερματιστούν πρόωρα οι εχθροπραξίες) αλλά και την υπερευαισθησία των Αμερικανών στις στρατιωτικές απώλειες και στην επιβάρυνση των οικονομικών τους. Αυτό προσέφερε στους ηγέτες του Ιράν ένα ασύμμετρο πλεονέκτημα, δεδομένης της δικής τους μεγαλύτερης ανοχής στην ανθρώπινη δυστυχία.
Προηγουμένως, ο πόλεμος στην Ουκρανία είχε καταδείξει ότι ακόμη και τα πιο προηγμένα οπλικά συστήματα του αμερικανικού στρατού κινδυνεύουν να καταστούν παρωχημένα μπροστά στη νέα πραγματικότητα του πολέμου με drones TN. Τα άρματα μάχης, για παράδειγμα, που έστειλαν οι ΗΠΑ και η Ευρώπη στην Ουκρανία επί κυβέρνησης Μπάιντεν κατέληξαν να «αραχνιάζουν κρυμμένα σε δάση».
Παρ’ όλα αυτά, ο Πιτ Χέγκσεθ, ο «μανιακός με τη τεστοστερόνη», υπουργός Αμυνας του Τραμπ, αποφάσισε την περασμένη εβδομάδα να καταργήσει σταδιακά μια μονάδα drones του αμερικανικού στρατού επειδή την είχαν στήσει στρατηγοί που δεν του είναι αρεστοί.
Το τελευταίο (αλλά όχι λιγότερο κρίσιμο) που επισημαίνεται στο αμερικανικό δημοσίευμα είναι πως η Δύση ενδέχεται επίσης να βρίσκεται στα πρόθυρα μιας νέας οικονομικής κρίσης.
Μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη δεκαετία του 1930 και στο σήμερα είναι ότι, σε αντίθεση με τότε, ο κόσμος δεν βρίσκεται εν μέσω παγκόσμιας ύφεσης. Υπάρχουν όμως πολλές ενδείξεις για μια επικείμενη, απότομη και βαθιά οικονομική επιβράδυνση, με τον Στίβενς να διερωτάται τι θα συμβεί αν (ή όταν) η έκρηξη της Τεχνητής Νοημοσύνης αρχίσει να χάνει τη δυναμική της, όπως ακριβώς συνέβη με την έκρηξη των dot-com στις αρχές του αιώνα, ή αν η νομισματική κρίση στην Ιαπωνία την ωθήσει να αρχίσει να πουλάει τα αμερικανικά ομόλογα που κατέχει.
Οσο για το τίμημα ενός δημοσίου χρέους ύψους 40 τρισ. δολαρίων, προβλέπει πως θα γίνει αισθητό μέσω υψηλότερων επιτοκίων, καθώς και των κινδύνων που συνεπάγονται για κάθε κλάδο της οικονομίας που εξαρτάται υπερβολικά από τη φθηνή πίστωση.
Σε περίπτωση ενός Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου, «μια βαθιά ύφεση στις ΗΠΑ ή ένας παγκόσμιος οικονομικός πανικός αναπόφευκτα θα επιδεινώσει όλες τις προαναφερθείσες τάσεις», γράφει ο Μπρετ Στίβενς. «Σε περιόδους οικονομικής δυσπραγίας οι δημοκρατίες τείνουν να γίνονται υπερβολικά επιφυλακτικές, ενώ τα απολυταρχικά καθεστώτα περισσότερο ριψοκίνδυνα. Αυτό είναι ένα ιστορικό δίδαγμα που οφείλουμε να θυμόμαστε καθώς συνεχίζουμε να παρασυρόμαστε –σχεδόν υπνοβατώντας– προς τη μεγάλη καταιγίδα που πλησιάζει».