Ένα πράγμα που δεν στερηθήκαμε σαν παιδιά που μεγαλώσαμε στο Τσιρίγο ήταν το παγωτό. Στη Χώρα είχαμε το παγωτό από τα πρώτα χρόνια μετά την Κατοχή. Στον Ποταμό οι αδελφοί Βενάρδου το πουλούσαν στο παζάρι. Στο Λειβάδι επίσης ο Πιέρος και το καφενείο του Πλάστη διέθεταν παγωτό. Και το παγωτό εκείνο δεν ήταν εισαγόμενο, δεν ήταν της ΕΒΓΑ, που ήταν τότε η πιο μεγάλη και η πιο γνωστή βιομηχανία γάλακτος στην Ελλάδα, ούτε καμίας άλλης εταιρείας. Το παγωτό που τρώγαμε στο Τσιρίγο ήταν Τσιριγώτικο 100ο/ο και ήταν εξαιρετικό. Και πώς να μην είναι, όταν για να το φτιάξεις χρησιμοποιείς γάλα και αυγά Τσιριγώτικα; Βέβαια χρειαζόταν και πάγος, γιατί εκείνα τα χρόνια στο Τσιρίγο δεν είχαμε ηλεκτρικά ψυγεία και καταψύκτες. Ε, λοιπόν και ο πάγος ήταν Τσιριγώτικος.
Εκείνα τα χρόνια ζούσε στο Λειβάδι ένας αξιόλογος άνθρωπος, ο Παναγιώτης Κασιμάτης- Πεταλωτής, που όλοι τον ήξεραν ως μαστρο-Παναγιώτης ο Μηχανικός. Ήταν άριστος μηχανουργός και είχε οργανωμένο μηχανουργείο στο Λειβάδι με τόρνο, δράπανα κτλ. όλα μηχανοκίνητα, γιατί τότε ρεύμα δεν υπήρχε. Αυτό το μηχανουργείο στα δύσκολα εκείνα χρόνια βοήθησε πολύ τους βιοτέχνες, ιδιοκτήτες ελαιοτριβείων, αυτοκινητιστές, τον αλιευτικό στόλο που τότε γινόταν μηχανοκίνητος και γενικά κάθε επαγγελματία που χρησιμοποιούσε κάποια μηχανήματα στη δουλειά του.
Παράλληλα με το μηχανουργείο ο προοδευτικός μαστρο-Παναγιώτης δημιούργησε και ένα μικρό παγοποιείο, το οποίο ήταν μεγάλη προσφορά για τον τόπο. Οι ψαράδες χρειάζονταν πάγο, γιατί τα ψάρια τότε ήταν πολλά και δεν ήταν δυνατόν να πουληθούν στο νησί. Αλλά και τα νοικοκυριά είχαν αρχίσει να εξοπλίζονται με ξύλινα ψυγεία πάγου, που δεν ήταν βέβαια σαν τα ηλεκτρικά, ήταν όμως μια λύση και τουλάχιστον είχαμε δροσερό νερό το Καλοκαίρι. Και οι δύο αυτές χρησιμότατες επιχειρήσεις του Παναγιώτη Κασιμάτη λειτουργούσαν με πολλές δυσκολίες, χωρίς ρεύμα τότε και χωρίς ύδρευση.
Πάγος λοιπόν υπήρχε, υλικά για το παγωτό υπήρχαν άφθονα, έπρεπε να βρεθεί και ο κατάλληλος άνθρωπος να το φτιάξει. Στη Χώρα βρέθηκε ένας πολύ κατάλληλος και πολύ μερακλής. Ο Νίκος ο Δαπόντες εκείνα τα χρόνια απολύθηκε από το στρατό και ανέλαβε το μεγάλο καφενείο του Κόκκινου, κοντά στην πλατεία. Νέος με όρεξη για δουλειά, με πολλή καλαισθησία, λεπτολόγος, σχολαστικά καθαρός, δούλεψε το καφενείο- ζαχαροπλαστείο που άφησε εποχή. Ένα «ελάττωμα» είχε μόνο ο Νίκος . Απαιτούσε από τους πελάτες του να σέβονται τον κόπο του, που τα είχε όλα και άστραφταν από πάστρα. Όποιος δεν συμμορφωνόταν δεν ήταν δεκτός, διότι εδώ δεν ίσχυε αυτό που λέγεται, ότι ο πελάτης έχει πάντα δίκιο. Ο Νίκος λοιπόν ανέλαβε να φτιάξει παγωτό και πράγματι έφτιαξε ένα παγωτό τέλειο. Βέβαια για να γίνει χρειαζόταν πολύς κόπος, διότι η μεγάλη παγωτομηχανή ήταν χειροκίνητη και ήθελε πολύ κόπο για να βγει καλό αποτέλεσμα. Και ο Νίκος δεν έκανε εκπτώσεις στην ποιότητα και ποτέ δεν σερβίριζε κάτι που δεν ήταν τέλειο.
Κάθε Καλοκαίρι λοιπόν είχαμε το παγωτό μας. Όχι κάθε μέρα, αλλά απαραιτήτως τις Κυριακές και κάποιες καθημερινές. Είχε φτιάξει και μια ταμπέλα και την έβαζε στην τζαμαρία της πόρτας που έγραφε «ΣΗΜΕΡΑ ΠΑΓΩΤΟ» Την έβαζε το μεσημέρι πριν κλείσει και το απόγευμα, όταν άνοιγε, άρχιζε το σερβίρισμα. Θυμάμαι περνάγαμε να δούμε, αν έχει μπει η ταμπέλα για να πάμε εγκαίρως να προλάβουμε το παγωτό, πριν τελειώσει. Και μπορεί το καταμεσήμερο το καφενείο να ήταν κλειστό, αλλά η ταμπέλα είχε μπει στη θέση της και ο Νίκος δεν έπαιρνε το μεσημεριανό του υπνάκο, αλλά μας ετοίμαζε το παγωτό για να το σερβίρει το απόγευμα και το βράδυ.
Και ο Νίκος ο Δαπόντες στη Χώρα και ο Παναγιώτης ο μηχανικός στο Λειβάδι δούλεψαν με φιλότιμο και μεράκι για το μεροκάματο σε δύσκολες εποχές. Η προσφορά τους δεν ξεχάστηκε. Η ταμπέλα «ΣΗΜΕΡΑ ΠΑΓΩΤΟ» του αξέχαστου Νίκου Δαπόντε, του αγαπητού μας «Νικολίτσα» όπως τον λέγαμε, έχει μείνει πολύ ζωντανά χαραγμένη στο μυαλό μου. Ποτέ δεν την ξέχασα. Στα μέσα της δεκαετίας του ΄60 έγινε από τη ΔΕΗ στη Χώρα αλλαγή του ρεύματος από συνεχές σε εναλλασσόμενο και σταδιακά όλα τα σπίτια και τα μαγαζιά συνδέθηκαν με το νέο ρεύμα. Τότε άρχισαν όλοι να προμηθεύονται ηλεκτρικά ψυγεία, πλυντήρια, καταψύκτες κτλ. Ο Νίκος εγκατέστησε στο καφενείο του επαγγελματικό ψυγείο και καταψύκτη που τον γέμισε παγωτά. Τώρα πια είχαμε παγωτά κάθε μέρα, όλη μέρα. Μόνο που τα παγωτά εκείνα δεν ήταν Τσιριγώτικα. Έτσι σταμάτησε η ανάρτηση της ταμπέλας. Δεν χρειαζόταν πια.
Τώρα στην τρίτη ηλικία νοσταλγώ εκείνη την εποχή, τότε που περίμενα, πότε ο Νίκος θα αναρτήσει στην τζαμαρία «ΣΗΜΕΡΑ ΠΑΓΩΤΟ» Άραγε όταν έγραφε την ταμπέλα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι ένα παιδί που δεν είχε κλείσει τότε την πρώτη δεκαετία της ζωής του, θα τη θυμάται ύστερα από 80 χρόνια;
Ό,τι είχε απομείνει από το παλιό Ωστεν του «Μηχανικού» ή «Παγωτατζή», παρατημένο σε ένα χωράφι, λίγο πριν οδηγηθεί στην ανακύκλωση. Με αυτό μεταφερόταν ο πάγος σε κολώνες στα χωριά για όσους τον χρειάζονταν.
(Σε ένα από τα προηγούμενα φύλλα μας είχαμε δημοσιεύσει φωτογραφία σε ανάλογη κατάσταση, του Ώστεν των Αφών Φατσέα-Φουριάρη, που μετέφερε τη μηχανή του κινηματογράφου. Και τα δύο είχαν μείνει στην Ελλάδα ως κατάλοιπα από τους Άγγλους μετά το Β’ Παγκόσμιο πόλεμο).
Δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ στο φύλλο Ιουλίου – Αυγούστου 2026