Advertisement

Η Κεντροαριστερά δεν έχει ανάγκη από άλλη μια ψευδαίσθηση. Έχει ανάγκη από αξιοπιστία

Γράφει ο Χρόνης Καραχάλιος

Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική οφείλει να κοιτάζει μπροστά. Να καταλαβαίνει ότι ο κόσμος αλλάζει και να αλλάζει μαζί του.

Σήμερα, όμως, ένα μεγάλο μέρος της Κεντροαριστεράς μοιάζει να κάνει ακριβώς το αντίθετο. Συζητά σαν να βρισκόμαστε ακόμη στο 2015. Αναπαράγει συνθήματα που κάποτε συγκίνησαν, αλλά πλέον δεν απαντούν στα πραγματικά ερωτήματα της κοινωνίας.

Advertisement

Ο κόσμος δεν είναι ο ίδιος.

Η γεωστρατηγική ισορροπία αλλάζει. Η Ευρώπη επαναπροσδιορίζει τον ρόλο της. Η τεχνητή νοημοσύνη μετασχηματίζει την οικονομία, την παραγωγή και την εργασία. Η δημογραφική κρίση, η ενεργειακή ασφάλεια και η ψηφιακή μετάβαση καθορίζουν ήδη το μέλλον των επόμενων γενεών.

Κι όμως, αντί να συζητάμε για όλα αυτά, συνεχίζουμε να ακούμε γενικόλογες διακηρύξεις, εύκολες υποσχέσεις και μια ακόμη αφήγηση περί «ελπίδας». Μόνο που η κοινωνία δεν αναζητά άλλη μια ελπίδα. Αναζητά κάποιον που να μπορεί να την πείσει ότι ξέρει πού πηγαίνει.

Εδώ βρίσκεται και το μεγάλο πρόβλημα του Αλέξη Τσίπρα.

Δεν αμφισβητεί κανείς ότι υπήρξε πρωταγωνιστής μιας ολόκληρης πολιτικής περιόδου. Αυτό που αμφισβητείται είναι η αξιοπιστία του να εμφανίζεται σήμερα ως ο άνθρωπος που θα ενώσει ξανά την προοδευτική παράταξη, χωρίς να έχει προηγηθεί η παραμικρή ουσιαστική αυτοκριτική.

Ακόμη πιο δύσκολο είναι να ξεχάσει κανείς την εικόνα που άφησε πίσω του.

Έναν ΣΥΡΙΖΑ διαλυμένο. Στελέχη και βουλευτές που στήριξαν επί χρόνια μια κοινή πολιτική διαδρομή να μένουν ουσιαστικά μόνοι τους. Ανθρώπους που βρέθηκαν εκτεθειμένοι, χωρίς πολιτική κάλυψη, χωρίς σχέδιο, χωρίς μια στοιχειώδη προσπάθεια να διατηρηθεί η συνοχή του χώρου.

Η ηγεσία δεν κρίνεται όταν όλα πηγαίνουν καλά. Κρίνεται όταν τα πράγματα δυσκολεύουν. Και τότε αναλαμβάνει την ευθύνη. Δεν αποχωρεί αφήνοντας πίσω της συντρίμμια.

Γι’ αυτό και κάθε νέα προσπάθεια ανασύνθεσης του ίδιου πολιτικού σκηνικού μοιάζει περισσότερο με επικοινωνιακή άσκηση παρά με πραγματική πολιτική πρόταση.

Η χώρα, όμως, δεν χρειάζεται άλλη μια πολιτική κατασκευή.

Χρειάζεται σχέδιο.

Χρειάζεται ένα πρόγραμμα που να απαντά στο πώς θα γίνει η Ελλάδα πιο παραγωγική, πιο ανταγωνιστική, πιο κοινωνικά δίκαιη. Πώς θα αξιοποιήσει την τεχνητή νοημοσύνη αντί να τη φοβάται. Πώς θα δώσει πραγματικές αρμοδιότητες στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Πώς θα κρατήσει τους νέους στη χώρα. Πώς θα δημιουργήσει μια οικονομία που παράγει πλούτο και τον διανέμει δίκαια.

Εδώ βρίσκεται η μεγάλη ευκαιρία του ΠΑΣΟΚ.

Όχι γιατί κουβαλά το μεγαλύτερο όνομα της δημοκρατικής παράταξης. Ούτε επειδή κάποιοι νοσταλγούν το παρελθόν.

Αλλά γιατί είναι το μόνο κόμμα του προοδευτικού χώρου που διαθέτει ολοκληρωμένο προγραμματικό λόγο για την Ελλάδα της επόμενης δεκαετίας.

Το ερώτημα είναι άλλο.

Θα καταφέρει να τον κάνει κτήμα της κοινωνίας;

Θα μπορέσει να μιλήσει έξω από τα κομματικά ακροατήρια; Να εξηγήσει ότι η τεχνολογία, η παραγωγή, η θεσμική αποκέντρωση, η πράσινη ανάπτυξη και η καινοτομία δεν είναι τεχνοκρατικές έννοιες, αλλά η ίδια η καθημερινότητα των πολιτών;

Γιατί απέναντι στη Νέα Δημοκρατία δεν μπορεί να σταθεί ένας χώρος που επενδύει ξανά στις ίδιες αυταπάτες, στα ίδια πρόσωπα και στις ίδιες συνταγές που δοκιμάστηκαν και απέτυχαν.

Μπορεί να σταθεί μόνο ένας χώρος που εμπνέει εμπιστοσύνη.

Η πολιτική δεν είναι διαγωνισμός εντυπώσεων.

Είναι σχέση αξιοπιστίας.

Και η αξιοπιστία δεν γεννιέται από τα συνθήματα. Χτίζεται με συνέπεια, γνώση, πρόγραμμα και ευθύνη.

Η Ελλάδα της νέας εποχής δεν θα προχωρήσει με τον κοπανιστό αέρα της ψευδοελπίδας.

Θα προχωρήσει μόνο όταν η προοδευτική παράταξη αποφασίσει να μιλήσει τη γλώσσα της αλήθειας.

Και σήμερα, αυτή η ευθύνη βαραίνει πρωτίστως το ΠΑΣΟΚ.

 

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει