Advertisement

Βάψτε την πόλη επειγόντως

Οι πόλεις μας, με πρώτη την Αθήνα, πάσχουν από την ανεξέλεγκτη καταστροφή κάθε επιφάνειας με σπρέι. Κανείς δεν αντιστέκεται σε αυτή την επέλαση της ασχήμιας, ούτε σκέφτεται τρόπους να αντιμετωπιστεί, έστω μερικώς, το πρόβλημα. Ούτε καν το υπουργείο Πολιτισμού | Προκόπης Δούκας

Τον τελευταίο καιρό έπεσα δύο φορές επάνω σε κάτι τύπους που έβαφαν με σπρέι στη γειτονιά μου, στο κέντρο της Αθήνας.

Ο ένας φαινόταν πρώην ναρκομανής και έβαφε εντελώς άτεχνα έναν τοίχο διατηρητέου, οι άλλοι δύο ήταν νεαροί που έδειχναν μια χαρά και προσπαθούσαν να «εξωραΐσουν» ένα λευκό βαν, σαν αυτά που έχουν κατά δεκάδες οι κινέζοι μετανάστες για τα μαγαζιά τους. Φυσικά, δεν ρώτησαν κανέναν πριν το κάνουν.

Advertisement

Τους το επισήμανα ήρεμα και η απάντηση τους ήταν ότι «ομορφαίνουν την πόλη». Το κακό είναι ότι την υπονομεύουν φρικτά – και ένα μικρό παιδί μπορεί να το δει, σαν τη μεγάλη μου κόρη, που αναρωτήθηκε «γιατί, μπαμπά, το κάνουν αυτό στην πόλη μας; Γιατί η Αθήνα είναι τόσο άσχημη»;

Το βασικό τους επιχείρημα, όπως το είχα ακούσει από έναν συμπαθή κατά τα άλλα μπλόγκερ της εξέγερσης Γρηγορόπουλου, στο μακρινό 2009, είναι ότι «το άσχημο μπορεί να είναι και όμορφο». Η δεύτερη γραμμή άμυνας είναι ότι «από εμάς γίνεται άσχημη η Αθήνα; Δεν είναι αρκετά άσχημη από μόνη της;».

Η απάντηση είναι κατηγορηματικά «όχι». Η Αθήνα, όσο άτεχνη και αν είναι πολεοδομικά και αρχιτεκτονικά, γίνεται ακόμα πιο άσχημη με αυτή τη μάστιγα, πρωτίστως του tagging, των ορνιθοσκαλισμάτων υπογραφής του καθενός, που γεμίζει κάθε ανοιχτή επιφάνεια. Είναι τόσο ανύπαρκτη η αντίσταση της πόλης, που έχουμε γίνει διεθνής προορισμός για τους χρήστες σπρέι – έρχονται επί τούτου τουρίστες για να ασκήσουν την «τέχνη» τους.

Ενα δεύτερο επίπεδο είναι οι καλλιτέχνες, αυτοί που ζωγραφίζουν έργα σε μεγάλες επιφάνειες πολυκατοικιών. Εκεί θα μπορούσε κανείς να κάνει μια εξαίρεση, αλλά το επίπεδο της τέχνης τους σπανίως είναι κάτι σπουδαίο, που αξίζει τον κόπο. Τα περισσότερα έργα είναι άτεχνα και κακόγουστα.

Παλιότερα, ένας τέτοιος καλλιτέχνης με είχε (ευτυχώς) ρωτήσει αν του επιτρέπω να ζωγραφίσει την πλαϊνή όψη ενός νεοκλασικού. Του απάντησα ότι θεωρώ πως τα κτίρια, ειδικά τα διατηρητέα, πρέπει να έχουν το χρώμα που επιβάλλει η ιστορία τους (και η Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού). Οχι το έργο ενός (αμφίβολης ποιότητας) street artist.

Ας δεχτούμε ότι τα έργα σε κάποιες επιφάνειες, όπως οι ελενίτ περιφράξεις σε οικοδομές που κρατάνε χρόνια ή οι βιομηχανικές πόρτες και οι γκρίζοι τοίχοι, δίνουν ένα χρώμα στην πόλη. Η μάστιγα του tagging και του γκράφιτι, όμως, πάνω σε οποιοδήποτε κτίριο, πρέπει να τελειώσει. Και κανείς δεν κάνει τίποτα.

Το μεγάλο ερώτημα είναι γιατί έχει γίνει εθνικό (αυτοκαταστροφικό) σπορ η κάλυψη όλων των ωραίων και χρήσιμων επιφανειών (όπως οι πινακίδες στους δρόμους) με μουτζούρες και αυτοκόλλητα. Μια πιθανή απάντηση είναι η επικράτηση της ατιμωρησίας για τα πάντα. Μια εθνική καμπάνια, με τη βοήθεια ψυχολόγων, θα ήταν χρήσιμη.

Υπάρχουν όμως και άλλα μέτρα. Οπως έγινε με το κράνος ή τα πατίνια, το δεύτερο βήμα είναι η νομοθετική θέσπιση αυστηρού προστίμου (ταυτόχρονα με τη δίωξη για φθορά ξένης περιουσίας), μαζί με την καθιέρωση περιπολιών της αστυνομίας στην πόλη για αυτόν τον λόγο.

Το τρίτο βήμα είναι η θέσπιση σοβαρών κινήτρων και η (έστω μερική) χρηματοδότηση για την αποκατάσταση των προσόψεων των κτιρίων. Θα είναι από την κεντρική κυβέρνηση, την Περιφέρεια ή τον δήμο, δεν είναι της παρούσης.

Τέταρτο βήμα, η μαζική προμήθεια, κυρίως από τον Δήμο Αθηναίων (γιατί εκεί εντοπίζεται κυρίως το πρόβλημα), της διάφανης βαφής αντι-γκράφιτι, που εισάγεται από διάφορες εταιρείες στην Ελλάδα. Είναι ακριβή, αλλά σίγουρα δεν μπορεί το βάρος να πέσει στον ιδιοκτήτη του κάθε κτιρίου, τον οποίο έχει αφήσει απροστάτευτο η Πολιτεία. Η μαζική αποκατάσταση των επιφανειών στην Αθήνα είναι υποχρέωσή της – και η πόλη θα λάμψει.

Η βαφή αυτή λειτουργεί ως εξής: Το σπρέι που ασελγεί πάνω σε έναν καθαρό τοίχο καθαρίζεται εύκολα με ένα σφουγγάρι, σαπούνι και νερό. Η μπογιά δεν «κολλάει» πάνω στην επιφάνεια του κτιρίου. Οι «γκραφιτάδες» το ξέρουν – και αποφεύγουν να αφήσουν εκεί την εφήμερη τέχνη τους. Αλλά και αν το κάνουν, θα το κάνουν μάταια.

Ενα πέμπτο μέτρο είναι η τοποθέτηση καμερών, έστω και μαϊμού, σε κομβικά σημεία της πόλης. Είναι αποτρεπτική και μόνο η παρουσία τους, καθώς φοβίζουν τους «καλλιτέχνες» ότι μπορεί να οδηγήσουν σε ταυτοποίηση τους.

Αλλά και το υπουργείο Πολιτισμού θα έπρεπε να συμβάλει ενεργά, καταργώντας την αδιανόητη γραφειοκρατία των υπηρεσιών του, που σαμποτάρει τα σχετικά προγράμματα, απαιτώντας πλήρη οικοδομική άδεια (του δυσβάστακτου κόστους μερικών χιλιάδων ευρώ) ώστε να βαφτεί ένα διατηρητέο κτίριο. Πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 όλα είχαν γίνει γρήγορα και αποτελεσματικά. Τώρα;

Το επόμενο ερώτημα είναι πού θα βρεθούν τα λεφτά. Μια εύκολη απάντηση είναι περιορίζοντας όλες τις –επίσης αμφιβόλου ποιότητας– πολιτιστικές εκδηλώσεις της Τοπικής Αυτοδιοίκησης καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού, κατά παράβαση κάθε έννοιας κοινής ησυχίας, που απλώς ξεκουφαίνουν τους κατοίκους, οι οποίοι πρέπει να κοιμηθούν με κλειστά παράθυρα και ωτοασπίδες.

Οι δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ που σπαταλούνται εκεί μπορούν ωραιότατα να χρηματοδοτήσουν μια προσπάθεια για να ανασάνει αισθητικά η πόλη, που θα κρατήσει, βέβαια, χρόνια. Είναι πολύ πιο σημαντικό (και πολύ πιο ουσιαστικός Πολιτισμός) να ομορφύνει η πόλη, από το να διοργανωθεί μια ακόμα σκυλάδικη ή μίζερη συναυλία.

Οι πόλεις μας –και ειδικά το κέντρο της Αθήνας, που θα έπρεπε να είναι η βιτρίνα της χώρας– έχουν απόλυτη ανάγκη από τη φροντίδα και την εξωραϊστική συντήρησή τους. Οχι μόνο για να διατηρηθεί και να ενισχυθεί το τουριστικό μας προϊόν, αλλά κυρίως για την ανάγκη του σεβασμού των κατοίκων της, των οποίων η ζωή και η καθημερινότητα είναι τόσο δύσκολη.

Δεν κάνουμε σχεδόν τίποτα για το κτιριακό μας απόθεμα, τη συντήρηση της διατηρητέας κληρονομιάς μας, που ρημάζει αφρόντιστη, ώσπου να καταρρεύσει από τις καιρικές συνθήκες και τους σεισμούς – και να δώσει τη θέση της στο μπετόν. Τουλάχιστον ας κάνουμε κάτι για να κρατηθεί η εικόνα της πόλης και οι μεγάλες της επιφάνειες φρεσκοβαμμένες και αισθητικές.

Υπάρχει κανείς να το αποφασίσει ή μας ενδιαφέρουν μόνο τα ζητήματα υψηλής (μικρο)πολιτικής;

 

 

 

Πηγή Protagon
Μπορεί επίσης να σας αρέσει