Η Ολομέλεια του ΣτΕ υπό τον Μ. Πικραμένο βάζει “πάγο” στο Δημόσιο: Κλείνει η υπόθεση αν καθυστερούν έγγραφα
Του Παναγιώτη Στάθη
“Καμπάνες” κυρίως για τη Διοίκηση (το δημόσιο) χτυπάει η Ολομέλεια του ΣτΕ, σπάζοντας τον γόρδιο δεσμό της καθυστέρησης υποβολής εγγράφων του φακέλου των υποθέσεων (που κάνει σχεδόν παγίως το δημόσιο) με αποτέλεσμα τις ατέρμονες αναβολές των υποθεσεων. Η κρίση δηλαδή του ανώτατου δικαστηρίου για τις αυστηρές προθεσμίες στα έγγραφα επίδοσης βάζει τέλος στις καθυστερήσεις και καθορίζει τη διαδικασία εφαρμογής της νέας δικονομίας.
Η απόφαση
Ουσιαστικά πρόκειται για μια καθοριστική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο εκδικάζονται οι υποθέσεις στο Συμβούλιο της Επικρατείας επικύρωσε η Ολομέλεια του δικαστηρίου. Με την απόφαση, που εκδόθηκε υπό την προεδρία του Μιχαήλ Πικραμένου και με εισήγηση της Συμβούλου Κωνσταντίνας Λαζαράκη, το ανώτατο δικαστήριο έδωσε σαφείς κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του νόμου 5119/2024, ο οποίος άρχισε να ισχύει στις 16 Σεπτεμβρίου 2024. Ο κεντρικός στόχος των νέων ρυθμίσεων είναι η αντιμετώπιση των καθυστερήσεων στην προετοιμασία των φακέλων, υποχρεώνοντας πλέον τους πολίτες, τις επιχειρήσεις αλλά και το Δημόσιο να ενεργούν άμεσα και εντός αυστηρών χρονικών ορίων από τη στιγμή που καταθέτουν μια προσφυγή.
Ο χρόνος
Με το νέο θεσμικό καθεστώς, ο χρόνος μετρά αυστηρά. Ο διάδικος έχει πλέον αποκλειστική προθεσμία δύο μηνών από την κατάθεση της προσφυγής του για να ολοκληρώσει την ενημέρωση του αντιδίκου. Επιπλέον, η Ολομέλεια διευκρίνισε ότι η υποχρέωση να προσκομίζονται τα αποδεικτικά “”το ταχύτερο δυνατό” και να επισυνάπτονται στη δικογραφία έχει την έννοια της υποχρέωσης προσκόμισής τους […] μέσα σε χρονικό διάστημα τριών μηνών”, με αφετηρία τη λήξη της δίμηνης προθεσμίας επίδοσης. Σε περίπτωση παράλειψης, ο αρμόδιος δικαστής δεν αφήνει την υπόθεση σε εκκρεμότητα, αλλά αποστέλλει μια τελική ειδοποίηση, τάσσοντας μια σύντομη και εύλογη παράταση.
Η ουσιαστική τομή που επικύρωσε η Ολομέλεια αφορά τις συνέπειες της μη συμμόρφωσης. Εάν η τελική αυτή προθεσμία παρέλθει χωρίς αποτέλεσμα, “το ένδικο βοήθημα ή μέσο τίθεται στο αρχείο ως μη ασκηθέν κατά τη διαδικασία εν συμβουλίω”. Αυτό σημαίνει ότι ο ενδιαφερόμενος χάνει τη δυνατότητα να εξεταστεί η ουσία του αιτήματός του. Η απόφαση αυτή λαμβάνεται από τους δικαστές σε συμβούλιο, χωρίς δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο, και η προσφυγή σφραγίζεται οριστικά στο αρχείο.
Το ανώτατο δικαστήριο εξέτασε αν αυτή η αυστηρότητα περιορίζει δυσανάλογα το δικαίωμα των πολιτών για δικαστική προστασία, καταλήγοντας σε αρνητική κρίση. Στο σκεπτικό υπογραμμίζεται ότι η ρύθμιση αυτή “επιδιώκει θεμιτό σκοπό, αναγόμενο στην εύρυθμη λειτουργία του Συμβουλίου της Επικρατείας και στην αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης”. Κατά την κρίση των δικαστών, η υποχρέωση αυτή “δεν θίγει τον πυρήνα ούτε συνιστά υπέρμετρο περιορισμό του δικαιώματος ένδικης προστασίας του βαρυνόμενου με την επίδοση διαδίκου”.
Ο νόμος
Παράλληλα, η απόφαση αποκλείει τη δυνατότητα παράκαμψης του νόμου, ξεκαθαρίζοντας ότι “εκπρόθεσμη προσκόμιση των αποδεικτικών επίδοσης δεν συνιστά νόμιμο λόγο για την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο”. Ακόμη και αν ο διάδικος ζητήσει την εισαγωγή της υπόθεσης, το δικαστήριο, “εφόσον διαπιστώσει την εκπρόθεσμη προσκόμιση των επιδοτηρίων, απορρίπτει την αίτηση συζήτησης και θέτει οριστικά το ένδικο βοήθημα ή μέσο στο αρχείο ως μη ασκηθέν”.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, η Ολομέλεια έκανε δεκτή την αίτηση για τυπικούς λόγους που αφορούσαν τη μεταβατική περίοδο προσαρμογής, παραπέμποντας την υπόθεση στο αρμόδιο Τμήμα. Ωστόσο, το πλαίσιο για το μέλλον χαράχθηκε με σαφήνεια. Η νέα δικονομία εφαρμόζεται πλέον πλήρως, καθιστώντας τη συνέπεια και την ταχύτητα βασικές προϋποθέσεις για την πορεία κάθε δικαστικού αγώνα στο ανώτατο δικαστήριο.
Η συγκεκριμένη κρίση της Ολομέλειας πάρθηκε μετά από μια υπόθεση αίτησης αναίρεσης, η οποία είχε αρχειοθετηθεί επειδή ο διάδικος δεν είχε προσκομίσει την απόδειξη επίδοσης στον αντίδικό του για περισσότερους από έξι μήνες. Αν και ο διάδικος παρουσίασε τελικά το έγγραφο εκ των υστέρων και ζήτησε να δικαστεί κανονικά, η Ολομέλεια αποσαφήνισε τον κανόνα που θα ισχύει για όλους στο εξής. Στη συγκεκριμένη πάντως περίπτωση, το δικαστήριο έκανε δεκτή την αίτηση και παρέπεμψε την υπόθεση για συζήτηση στο αρμόδιο Τμήμα, λόγω των ειδικών συνθηκών προσαρμογής που ίσχυαν κατά τη μεταβατική περίοδο εισαγωγής του νέου νόμου.