Μια πανωλεθρία του Τραμπ και της FIFA
α όσα συνέβησαν στο Μουντιάλ, πριν το Βέλγιο διαλύσει με 4-1 την αμερικανική εθνική ομάδα, ανέδειξαν για μία ακόμη φορά τον προσωποκεντρικό και εκτός κανόνων τρόπο που ο πρόεδρος των ΗΠΑ προσεγγίζει τα πάντα, ακόμα και το ποδόσφαιρο. Παράλληλα όμως αποκάλυψαν ότι κάτι σάπιο υπάρχει στη διεθνή ομοσπονδία, η ηγεσία της οποίας είχε εκλεγεί με σκοπό την κάθαρση...
Oταν ο Τζιάνι Ινφαντίνο ανέλαβε την προεδρία της FIFA πριν από περίπου δέκα χρόνια, δεσμεύτηκε να αποκαταστήσει την αξιοπιστία της Διεθνούς Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας, η οποία είχε πληγεί σοβαρά από τα εκτεταμένα σκάνδαλα διαφθοράς που οδήγησαν στην απομάκρυνση της τότε ηγεσίας, με την αποπομπή του διαβόητου Σεπ Μπλάτερ, και έθεσαν σε κίνδυνο ακόμη και την υπόσταση του οργανισμού. Σήμερα, όμως, η FIFA βρίσκεται αντιμέτωπη με μια διαφορετική κρίση καθώς πληθαίνουν οι καταγγελίες ότι πολιτικές παρεμβάσεις επηρεάζουν πλέον ακόμη και όσα συμβαίνουν μέσα στον αγωνιστικό χώρο, στο Παγκόσμιο Κύπελλο.
Η περίπτωση της πρωτοφανούς ακύρωσης της ποινής που είχε επιβληθεί στον αστέρα της εθνικής ομάδας των ΗΠΑ, Φολαρίν Μπάλογκαν, προκειμένου αυτός να παίξει τελικά στο κρίσιμο ματς ενάντια στο Βέλγιο για μια θέση στα προημιτελικά, είναι η πλέον χαρακτηριστική της… ευελιξίας της FIFA.
O Ντόναλντ Τραμπ, εξάλλου, δεν είχε κανένα πρόβλημα να δηλώσει δημόσια, μιλώντας σε δημοσιογράφους στον Λευκό Οίκο, ότι ο ίδιος πήρε τηλέφωνο τον Ινφαντίνο για «να επανεξετάσει» την ποινή. Οπως και έγινε: η ποινή «επανεξετάστηκε» από τη FIFA και ανεστάλη, ο παίκτης έπαιξε κανονικά στον αγώνα και ο Τραμπ, πολιτικοποιώντας ό,τι μπορεί, πανηγύρισε που αυτός παρεμβαίνει αποτελεσματικά υπέρ της Αμερικής –άλλωστε στις ίδιες δηλώσεις απεφάνθη ότι ο Μπάλογκαν δεν είχε κάνει καν φάουλ και ότι ο διαιτητής που του έδειξε την κόκκινη κάρτα ήταν «ύποπτος»!–, ενώ επεσήμανε ότι τέτοια παρέμβαση δεν θα είχε κάνει ο προκάτοχός του, ο Τζο Μπάιντεν.
Πέρα όμως από τα πολιτικά και πολιτικάντικα κίνητρα του Τραμπ, ο οποίος αποδεικνύει ότι ακόμα και το ποδόσφαιρο το αντιμετωπίζει με πολύ προσωπικό τρόπο και εκτός κανόνων: όπως επεσήμαναν σε άρθρο τους οι Financial Times, η υπόθεση Μπάλογκαν αποτελεί ένδειξη βαθύτερων προβλημάτων στον τρόπο λειτουργίας της FIFA υπό τον Ινφαντίνο.
Ολο και περισσότεροι επικριτές του 56χρονου Ελβετού παρατηρούν ότι σημαντικές για το άθλημα αποφάσεις λαμβάνονται με γνώμονα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, γεγονός που υπονομεύει τη διαφάνεια και την αξιοπιστία του Μουντιάλ. Για το έγκυρο βρετανικό φύλλο, η αναστολή της ποινής του Αμερικανού, ύστερα μάλιστα από σχετική επικοινωνία με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, συνιστά «σκάνδαλο» και μια απόφαση με την οποία η FIFA διέβη έναν «Ρουβίκωνα» εντός γηπέδων.
Η υπόθεση του Μπάλογκαν, πρώτου σκόρερ της εθνικής ομάδας των ΗΠΑ στο Παγκόσμιο Κύπελλο, ανέδειξε τον βαθμό που η FIFA είναι ανοιχτή σε παρεμβάσεις «άνωθεν» και εφαρμόζει τους κανόνες κατά το δοκούν, ανοίγοντας έτσι τον Ασκό του Αιόλου.
Ο 25χρονος ποδοσφαιριστής είχε αποβληθεί στον προηγούμενο αγώνα της ομάδας του, απέναντι στη Βοσνία για τη φάση των «32», για ένα πολύ σκληρό μαρκάρισμα στον Ταρίκ Μουχαρέμοβιτς. Σύμφωνα με τους κανονισμούς, τιμωρήθηκε αυτόματα με αποκλεισμό μίας αγωνιστικής. Ωστόσο, έπειτα από τηλεφωνική επικοινωνία του προέδρου των ΗΠΑ με τον Τζιάνι Ινφαντίνο, η FIFA ανέτρεψε την απόφαση, ανέστειλε την ποινή για έναν χρόνο, επιτρέποντας στον παίκτη να αγωνιστεί στον νοκ άουτ αγώνα απέναντι στο Βέλγιο, που διεξήχθη στο Σιάτλ.
Παρά την παρουσία του Μπάλογκαν, οι Ηνωμένες Πολιτείες ηττήθηκαν με σκορ 4-1. Οι Βέλγοι ειρωνεύτηκαν την όλη κατάσταση ως εξής: δημοσίευσαν μια ανάρτηση στα social media με τους παίκτες των επωνομαζόμενων Κόκκινων Διαβόλων να πανηγυρίζουν, με την υποσημείωση: «ανατρέψτε αυτό».
Overturn this. 🧏♂️ #USABEL pic.twitter.com/KcBAJp3Z7d
— Belgian Red Devils (@BelRedDevils) July 7, 2026
Η επίμαχη απόφαση της FIFA προκάλεσε εύλογα έντονες αντιδράσεις. Ο πρώην επικεφαλής της επιτροπής δεοντολογίας της ομοσποδίας, Μιγκέλ Μαδούρο, δήλωσε στους Financial Times ότι το περιστατικό αποτελεί ακόμη μία απόδειξη πως οι κανονισμοί «εφαρμόζονται επιλεκτικά». Οπως υποστήριξε, δεν υπάρχει ίση μεταχείριση για όλους, αλλά οι αποφάσεις φαίνεται να προσαρμόζονται ανάλογα με τις πολιτικές και οικονομικές σκοπιμότητες. Ο ίδιος είχε προσληφθεί από τον Ινφαντίνο το 2016, όμως αποχώρησε από τη θέση του πριν συμπληρώσει έναν χρόνο σε αυτήν.
Η FIFA δεν έδωσε αναλυτικές εξηγήσεις για την αναστολή της τιμωρίας. Περιορίστηκε να αναφέρει ότι η απόφαση ελήφθη από την ανεξάρτητη πειθαρχική επιτροπή, στην οποία συμμετέχουν νομικοί και διεθνείς ποδοσφαιρικοί παράγοντες. Επικαλέστηκε, γράφουν οι FT, το άρθρο 27 του πειθαρχικού κώδικα, το οποίο επιτρέπει στην επιτροπή να αναστέλλει πλήρως ή μερικώς την εφαρμογή μιας πειθαρχικής κύρωσης. Ο ίδιος ο Ινφαντίνο παραδέχτηκε ότι μίλησε με τον Τραμπ για το θέμα, αλλά επέμεινε ότι η επιτροπή που έλαβε την απόφαση είναι «ανεξάρτητη» και ότι το είχε πει αυτό στον Τραμπ. Τόνισε επίσης ότι σέβεται απόλυτα την αυτονομία των θεσμικών οργάνων και το κράτος δικαίου, στοιχεία που, όπως είπε, διασφαλίζουν την αξιοπιστία της FIFA.
Η στάση αυτή δεν έπεισε. Η UEFA χαρακτήρισε την απόφαση πρωτοφανή, ακατανόητη και αδικαιολόγητη, υποστηρίζοντας ότι παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές του αθλήματος. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου, τίθεται πλέον υπό αμφισβήτηση η ακεραιότητα των διοργανώσεων και η αξιοπιστία των πειθαρχικών διαδικασιών.
Ο ειδικευμένος σε αθλητικά ζητήματα δικηγόρος Σάιμον Λιφ χαρακτήρισε την αναστολή της ποινής εξαιρετικά ασυνήθιστη και χωρίς προηγούμενο. Πρόσθεσε, μιλώντας στους FT ότι οι κανονισμοί είναι απολύτως σαφείς σχετικά με τις συνέπειες μιας αποβολής και υποστήριξε πως η FIFA επέτρεψε σε μία εσωτερική διάταξη να υπερισχύσει μιας άλλης, ώστε να ευνοηθεί ο κορυφαίος σκόρερ της διοργανώτριας χώρας. Ζήτησε να δημοσιοποιηθεί πλήρως το σκεπτικό της απόφασης, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί αν εφαρμόστηκε σωστά ο κανονισμός ή αν η διαδικασία χρησιμοποιήθηκε απλώς για να δικαιολογήσει μια πολιτική επιλογή.
Παρότι η FIFA δεν είναι αντιμέτωπη με σκάνδαλα δωροδοκίας αντίστοιχα με εκείνα του 2015, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι οι μεταρρυθμίσεις που υιοθετήθηκαν μετά την ανάληψη της προεδρίας από τον Ινφαντίνο έχουν σταδιακά αποδυναμωθεί. Υποστηρίζουν, σύμφωνα με τους FT, ότι η εξουσία συγκεντρώνεται όλο και περισσότερο στο γραφείο του προέδρου, ενώ οι διαδικασίες λήψης κρίσιμων αποφάσεων χαρακτηρίζονται από περιορισμένη διαφάνεια.
Αμφισβήτηση προκάλεσαν επίσης οι αλλαγές στους κανόνες επιλογής της διοργανώτριας χώρας για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2034, οι οποίες ουσιαστικά άφησαν τη Σαουδική Αραβία χωρίς αντίπαλο στη διαδικασία διεκδίκησης. Στη συνέχεια, η κρατική εταιρεία πετρελαίου Saudi Aramco εξελίχθηκε στον μεγαλύτερο εμπορικό χορηγό της FIFA, ενώ η πλατφόρμα DAZN, η οποία υποστηρίζεται από σαουδαραβικά κεφάλαια, απέκτησε τα τηλεοπτικά δικαιώματα του νέου Παγκοσμίου Κυπέλλου Συλλόγων έναντι ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων.
Επιπλέον, σημειώνουν οι FT, ο Ινφαντίνο κατηγορήθηκε ότι υπονόμευσε την πολιτική ανεξαρτησία της FIFA όταν απένειμε το πρώτο «Βραβείο Ειρήνης της FIFA» στον Τραμπ, κατά την κλήρωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου στην Ουάσιγκτον τον περασμένο Δεκέμβριο.
Οι επικρίσεις ενισχύθηκαν και από προηγούμενη παρέμβαση της FIFA στην υπόθεση του Κριστιάνο Ρονάλντο. Ο πορτογάλος επιθετικός είχε τιμωρηθεί με αποκλεισμό τριών αγώνων σε προκριματικό αγώνα του Παγκοσμίου Κυπέλλου, όμως η ποινή περιορίστηκε τελικά σε μία αγωνιστική, επιτρέποντάς του να συμμετάσχει σε όλους τους αγώνες της Πορτογαλίας στη διοργάνωση.
Η απόφαση ελήφθη λίγες ημέρες μετά από επίσκεψη του ποδοσφαιριστή στον Λευκό Οίκο, στο πλαίσιο αποστολής από τη Σαουδική Αραβία με επικεφαλής τον πρίγκιπα διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν.
Ο Μιγκέλ Μαδούρο εκτιμά ότι η πειθαρχική επιτροπή έχει πλέον χάσει την αξιοπιστία της, καθώς δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί πραγματικά ανεξάρτητη. Αντίστοιχα, ο Νίκολας ΜακΓκίχαν, διευθυντής της οργάνωσης FairSquare, λέει στους FT ότι η FIFA εμφανίζει σήμερα μεγαλύτερες δυσλειτουργίες από ποτέ, ενώ ελάχιστοι παράγοντες του ποδοσφαίρου τολμούν να εκφράσουν δημόσια τις αντιρρήσεις τους. Κατά την άποψή του, όταν οι παρεμβάσεις φτάνουν στο σημείο να επηρεάζουν εμφανώς την ίδια την εξέλιξη των αγώνων, τότε έχει ξεπεραστεί ένα κρίσιμο όριο για την αξιοπιστία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.
Ωστόσο, κλείνοντας αυτήν την ιστορία, ίσως πιο σημαντικό –και πιο οδυνηρό– ήταν το άρθρο που έγραψε στον Guardian, o Ρόμπερτ Ράιχ, άλλοτε υπουργού Εργασίας των ΗΠΑ και καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Μπέρκλεϊ. Ο Ράιχ έγραψε ότι η παρέμβαση του Τραμπ κατέστρεψε το παιχνίδι. Και σημείωσε με λύπη: «Προσπαθούμε να διδάξουμε τα παιδιά μας να ακολουθούν τους κανόνες. Τώρα, ένας αμερικανός πρόεδρος επέλεξε την άλλη πλευρά»…