Υποδομές και επιδόσεις των Κυθήρων κατά τον 19ο αιώνα
Νικόλαος Π. Γλυτσός, Ph.D.(USA) Ερευνητής Οικονομολόγος
Σήμερα που ζούμε στα Κύθηρα σε μια σύγχρονη και ευημερούσα κοινωνία, καλό είναι να ρίξουμε μια ματιά προς τα πίσω και να δούμε πως ζούσαν οι πρόγονοί μας στο ιστορικά όχι και τόσο απόμακρο παρελθόν των 150-200 ετών. Η αναδρομή αυτή θα μας βοηθήσει να διαπιστώσουμε από πιο κοντά και να συνειδητοποιήσουμε την άβυσσο που χωρίζει τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές συνθήκες ζωής εκείνων από τις δικές μας. Η γνώση αυτή, θα μας οδηγήσει να αντιληφθούμε την επίπονη ιστορική διαδρομή του νησιού για να φθάσει στην τωρινή του οντότητα.
Για τα 55 χρόνια του 19ου αιώνα, τα Κύθηρα βρίσκονται υπό την Αγγλική Προστασία (1809-1864). Συνεπώς, η ζωή και οι δραστηριότητες των κατοίκων, κατά την εποχή αυτή, είναι συνδεδεμένες και καθορίζονται, σε μεγάλο βαθμό, από τον τρόπο διοίκησης και την πολιτική των Άγγλων έναντι της οικονομίας και της κοινωνίας του νησιού.
Η Αγγλική εξουσία είχε καταρτίσει ένα σχέδιο ανάπτυξης των Ιονίων Νήσων, το οποίο για τα Κύθηρα προέβλεπε ορισμένες πρωτόγνωρες και πολύ σημαντικές δράσεις και ενέργειες, για την πρόοδο και την ανάπτυξη μιας καθυστερημένης τότε κοινωνίας και μιας πρωτόγονης οικονομίας.
Οι Άγγλοι έδωσαν, από την αρχή, πολύ μεγάλη σημασία στην εγγραμματοσύνη των κατοίκων, ως βασικού στοιχείου πολιτισμού και οικονομικής προόδου, και για τον λόγο αυτό ίδρυσαν 7 δημοτικά σχολεία, σε διάφορα σημεία του νησιού, από τα οποία ένα μόνο θηλέων στην Χώρα. Έτσι, η μαζική στοιχειώδης εκπαίδευση, μπήκε για πρώτη φορά στην ζωή των Κυθηρίων.
Παρά τον αναλφαβητισμό όμως που μάστιζε τότε τον πληθυσμό του νησιού, η υποδοχή των νέων σχολείων ήταν χλιαρή ως και αρνητική. Για διαφόρους λόγους, κυρίως οικονομικούς (ανάγκη εργατικών χεριών, για την καλλιέργεια της γης), αλλά και αντιλήψεων για την αξία της σχολικής μάθησης, οι Κυθήριοι, τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια, ήταν απρόθυμοι να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο. Για να «πεισθούν» οι γονείς ότι είναι καλό να μάθουν γράμματα τα παιδιά τους, δέχονταν πιέσεις από τους Άγγλους, υπό την μορφή ποινών (υποχρεωτικής εργασίας). Όσο για την εκπαίδευση των κοριτσιών, στο μοναδικό σχολείο θηλέων της Χώρας φοιτούσαν σχεδόν μόνο χωραΐτισσες.
Μια παρένθεση: (ακόμη και δεκαετίες αργότερα, στις αρχές του 20ου αιώνα, όπου υπήρχαν σχολεία τόσο μικτά όσο και θηλέων σε όλο το νησί, η φοίτηση των κοριτσιών ήταν περιορισμένη, γιατί η εγγραμματοσύνη των γυναικών θεωρείτο περιττή και άχρηστη, για τον ρόλο που επιφυλασσόταν για αυτές:δημιουργία και φροντίδα της οικογένειας, καθώς και εργασία στην οικογενειακή γεωργική εκμετάλλευση, και τίποτα περισσότερο), κλείνει η παρένθεση.
Εκτός από την τυπική εκπαίδευση που παρείχαν τα δημοτικά σχολεία στα αγόρια, οι Άγγλοι οργάνωσαν και μια σειρά δραστηριοτήτων, όπως ίδρυση πολιτιστικών συλλόγων και βιβλιοθήκης, οργάνωση θεατρικών παραστάσεων, κ.ά., που είχαν ευρύτερη απήχηση στον πληθυσμό των Κυθήρων.

Στον τομέα της υγείας, τους Άγγλους απασχολούσε η πρόληψη της μετάδοσης μολυσματικών ασθενειών και για αυτό τον λόγοίδρυσαν, το 1817, το λοιμοκαθαρτήριο στο Καψάλι, στο οποίο γινόταν έλεγχος όλων των ναυτικών και επιβατών που αποβιβάζονταν στο νησί, και οι ασθενείς έμπαιναν εκεί σε καραντίνα μέχρι να αναρρώσουν. Εξάλλου, για την υγειονομική περίθαλψη των περίπου 13.000 κατοίκων, υπήρχαν στα Κύθηρα (1845), κατά τον Άγγλο υπεύθυνο υγείας στα Ιόνια Νησιά, 2 γιατροί, 3 πρακτικοί γιατροί, 2 φαρμακοποιοί, 1 μαία και 12 φλεβοτόμοι (ειδικοί στην αφαίμαξη).
Παράλληλα με την οργάνωση της εκπαίδευσης και την υγειονομική φροντίδα, που εντάσσονται στον ευρύτερο κοινωνικό τομέα, οι Άγγλοι προώθησαν και την ανάπτυξη των τεχνικών υποδομών. Ξεκινώντας εκ του μηδενός, εφάρμοσαν ένα πρόγραμμακατασκευής δρόμων και γεφυριών, με πρώτο σημαντικό έργο τον κεντρικό δρόμο Χώρας-Ποταμού και λίγων δευτερευόντων δρόμων, όπως των Μυρτιδίων. Ταυτόχρονα, άρχισε να κατασκευάζεται και ένας αριθμός απαραιτήτων γεφυριών, που υπάρχουν μέχρι σήμερα, σε πολλά σημεία του νησιού, μεταξύ αυτών και το μεγάλο πέτρινο γεφύρι στο Λειβάδι (Κατούνι),με 12 στοές (τα 12 γεφύρια, όπως καθιερώθηκαν), ως μέρος ενός δρόμου που θασυνέδεε την Χώρα με το λιμάνι του Αβλέμονα.
Ως συμπλήρωμα αυτών των έργων, ανοίχτηκαν υδραγωγεία και πηγάδια κατά μήκος του κεντρικού δρόμου, για την εξυπηρέτηση των ταξιδιωτών, αλλά και σε άλλα μέρη του νησιού, όπως το υδραγωγείο στο Καψάλι. Όλα αυτά τα έργα κατασκευάστηκαν με τον σχεδιασμό, την επίβλεψη και τις οδηγίες Άγγλου μηχανικού και με υποχρεωτική εργασία (αγγαρεία) όλων των Κυθηρίων.
Η δημιουργία των βασικών υποδομών και υπηρεσιών, της εκπαίδευσης, της υγείας και της οδικής επικοινωνίας των κατοίκων, απετέλεσε το απαραίτητο υπόβαθρο για την λειτουργία της κοινότητας του νησιού και την προώθηση μιας ισορροπημένης οικονομικής προόδου στον ιδιωτικό τομέα.
Η γεωργία ήταν τότε ο βασικός κλάδος παραγωγής για την διαβίωση των κατοίκων,απασχολώντας το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, με ολόκληρη την οικογένεια, συμπεριλαμβανομένων των παιδιών, να εργάζεται στην οικογενειακή γεωργική εκμετάλλευση. Μια στατιστική των Άγγλων του 1834, δείχνει ότι καλλιεργούταν μόνο το 15,79% της έκτασης του νησιού και το 6,6%ήταν βοσκότοποι. Παρά το γεγονός όμως, ότι το μεγαλύτερο μέρος, 71,04%, της καλλιεργούμενης έκτασης καλυπτόταν από σιτηρά, η παραγόμενη ποσότητα δεν επαρκούσε για την επιβίωση του πληθυσμού. Πλην των σιτηρών, καλλιεργούνταν επίσης όσπρια στο 12,7%, αμπέλια στο 10,87%, και ελαιόδεντρα μόνο στο 4,09% της καλλιεργούμενης γης.
Θεωρώντας, ότι η επέκταση της γεωργικής παραγωγής θα βελτίωνε το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων, οι Άγγλοι ακολούθησαν ένα πρόγραμμα επιδότησης των αγροτικών καλλιεργειών, ιδιαιτέρως της ελαιοκομίας.Όπως αποδείχτηκε από την εκτεταμένη φύτευση λιόφυτων, η πολιτική αυτή ήταν άκρως επιτυχής, αύξησε την παραγωγή ελαιόλαδου και το κατέστησε εξαγωγικό προϊόν. Επίσης τότε εισήχθη, για πρώτη φορά στα Κύθηρα, η καλλιέργεια της τομάτας, της μελιτζάνας και της μπάμιας.
Εκτός της γεωργίας, άλλοι παραγωγικοί κλάδοι, όπως η βιομηχανία, ήταν ανύπαρκτοι, υπήρχε όμως οικόσιτη βιοτεχνία επεξεργασίας διαφόρων ειδών, για τις ανάγκες της οικογένειας, ενώ το εμπόριο ήταν περιορισμένο, με την ύπαρξη ελάχιστων καταστημάτων στην Χώρα και στον Ποταμό. Τέλος, η ναυτιλία αναπτύχτηκε την εποχή εκείνη, και Κυθηραϊκά πλοία διέσχιζαν την Μεσόγειο. Για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, οι Άγγλοι εγκατέστησαν, το 1857, τον φάρο του Μουδαρίου στα βόρεια του νησιού
Παρά την αναπτυξιακή αυτή προσπάθεια στην παραγωγή προϊόντων, οι συναλλαγές εξακολουθούσαν ακόμη να διεξάγονται με πρωτόγονο τρόπο. Η εγχρήματη οικονομία ήταν περιορισμένη, και επικρατούσε η εμπράγματηανταλλαγή προϊόντων («αντιπραγματισμός»),ενώ η εξαρτημένη εργασία (τα μεροκάματα)ανταλλασσόταν με εργασία μεταξύ των νοικοκυριών. Μετά την Ένωση, ο αντιπραγματισμός άρχισε να υποχωρεί και η εγχρήματη οικονομία να κερδίζει έδαφος.
Στην έκταση πάντως που ήταν αναγκαίο, τα Κύθηρα είχαν τραπεζική εξυπηρέτηση από το 1840, εκ μέρους της Ιονικής Τράπεζας που είχε ιδρυθεί από τους Άγγλους στα Ιόνια νησιά, με έδρα την Κέρκυρα και είχε μετόχους από τα νησιά, συμπεριλαμβανομένων και των Κυθήρων.
Αυτή ήταν η κατάσταση του νησιού μέχρι την αποχώρηση των Άγγλων το 1864. Τριάντα περίπου χρόνια μετά την αποχώρησή τους, και λίγα χρόνια πριν από την εκπνοή του 19ου αιώνα, η Ελλάδα ζει την μεγάλη κρίση της οικονομίας και του «δυστυχώς επτωχεύσαμεν», η οποία επηρέασε και τα Κύθηρα. Στο κλίμα αυτό, οι πρώτες τοπικές εφημερίδες, που τότε άρχισαν να κυκλοφορούν στο νησί, επιτέθηκαν σε έντονο ύφος εναντίον της κυβέρνησης του Χαρίλαου Τρικούπη, για την παντελή εγκατάλειψη του νησιού.
Η εφημερίδα Κύθηρα (5.2.1893), έτος πρώτης κυκλοφορίας της, γράφει, ότι την στιγμή που ξοδεύονται «εκατοντάδες εκατομμύρια» για δρόμους σε όλη την Ελλάδα, στα Κύθηρα δεν διετέθη ούτε δραχμή, και συμπληρώνει τρεις μήνες αργότερα, ότι σε πολλά χωριά οι δρόμοι είναι ανύπαρκτοι, και σε ορισμένα «άγει ατραπός μορφωθείσα από τους πόδας των κατοίκων».
Πιο επιθετική είναι η εφημερίδα Φωνή των Κυθήρων (27.11.1893), επίσης έτος πρώτης κυκλοφορίας της, αναφέροντας, ότι η κυβέρνηση είναι ανίκανη να συντηρήσει ακόμη και τα έργα της Αγγλικής κυριαρχίας, όπως τον κεντρικό δρόμο και τα σχολεία, τονίζοντας: «παρελάβομεν οδούς, υπό των Άγγλων κατασκευσθείσας, και ημείς ού μόνον δεν επολλαπλασιάσαμεν ταύτας, αλλά ούτε επεσκευάσαμεν ποτέ αυτάς, εν αθλία σήμερον ευρισκομένας καταστάσει και σχεδόν αδιαβάτους. Παρελάβομεν σχολεία παρ’εκείνων, και ημείς ού μόνον δεν ηυξύσαμεν αυτά, αλλά τα αφήσαμεν να μεταβληθώσιν εις ερείπια».
Άλλοι ζωτικοί δημόσιοι τομείς, όπως τα ταχυδρομεία, και οι τηλεπικοινωνίες, έχουν σχεδόν εγκαταλειφθεί, παρουσιάζονται επίσης ελλείψεις δασκάλων και ανεπάρκεια δικαστών,ενώ η ακτοπλοϊκή συγκοινωνία έχει διακοπεί.Δέκα χρόνια όμως μετά την Ένωση, το 1875, ένα σημαντικό έργο υποδομής ήταν η δημιουργία του πρώτου λιμανιού στα Κύθηρα, στο Διακόφτι, με την κατασκευή λιμενοβραχίονα. Αργότερα, το 1895, επελέγη η Αγία Πελαγία, ως καταλληλότερο λιμάνι, λόγω της κατασκευής του δρόμου Ποταμού-Αγίας Πελαγίας.
Σε αντίθεση με την έντονη κριτική στην κρατική αδράνεια και την κακή κατάσταση των υποδομών και των δημοσίων υπηρεσιών, οΤύπος εκθειάζει την πρόοδο στον ιδιωτικό τομέα. Κατά τον ανταποκριτή της εφημερίδας Κύθηρα (27.2.1893), σε πολλά χωριά, βλέπει κανείς «επαύλεις ανθοσκεπείς» και «οικίας διωρόφους και ισογείους, ευρωπαϊκώτατα επιμελημένας». Πολλά φτωχά σπίτια και καλύβες μετετράπηκαν σε λαμπρές οικίες, με ανάπτυξη δυναμικών και πλούσιων κωμοπόλεων σε όλο το νησί, και επιτεύχθηκε πρόοδος στα γράμματα και τις επιστήμες.
Ως παράδειγμα αναφέρεται ο Ποταμός (Φωνή των Κυθήρων, 27.11.1893) όπου «τους μικρούς και σεσαθρωμένους οικίσκους διεδέχθησαν ήδη ωραίαι και μεγάλαι σχετικώς οικοδομαί, την δε προτέραν ερημίαν και στασιμότητα αντικατεστησεν ήδη η εμπορική κίνησις, ή εις τας διαφόρους τέχνας επίδοσις, και ή των γραμμάτων καλλιέργεια». Όλα αυτά, τα διαπίστωσε η πρώτη εφημερίδα με «απλούν περίπατο», και η δεύτερη με «άπλούν βλέμμα» θεωρώντας τα «πασιφανή δείγματα τής συντελεσθείσης προόδου καθ’ όλην τήν νήσον».
Κατά την αντίληψή μου, αναμφισβητήτως ήταν σημαντική η πρόοδος που επετεύχθη, η οποία όμως, όπως περιγράφεται, φαίνεται νααφορούσε μόνο μια elite. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τις διαχεόμενες στην ευρύτερη οικονομία θετικές επιπτώσεις, αυτή η «νησίδα»ανάπτυξης, δεν εξέφραζε την συνολική οικονομική και κοινωνική κατάσταση του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού των 12.306 κατοίκων (1896).
Οι μισοί από αυτούς (οι γυναίκες) ήταν αναλφάβητοι, γιατί τα σχολεία της Αγγλοκρατίας ήταν, όπως είδαμε, όλα, πλην ενός, για αγόρια. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ζούσε και εργαζόταν στον αγροτικό τομέα, με πρωτόγονες ακόμη μεθόδους καλλιέργειας και πολύ εργασία, για την εξασφάλιση της βασικής συντήρησης της οικογένειας (αυτοκατανάλωση), με λίγες εξαγωγές λαδιού και σταφυλιών.
Ούτε βέβαια μπορεί να χαρακτηριστεί γενικώς προοδευμένη μια οικονομία, όταν το χρήμα δεν είχε ακόμη πλήρως κυριαρχήσει στις συναλλαγές. Τα δεδομένα αυτά, μαζί και με την κατάντια και τις ελλείψεις των δημοσίων υποδομών που περιγράψαμε, ουδόλως, νομίζω,παραπέμπουν σε γενικότερη οικονομική πρόοδο «καθ’ όλην τήν νήσον», όπως αναφέρει ο ανταποκριτής της εφημερίδας.
Στο κλείσιμο του αιώνα, η οικονομία των Κυθήρων δέχτηκε ένα σοβαρό πλήγμα, όταν ορισμένοι συμπατριώτες, επηρεασμένοι από τον γενικότερο πυρετό για εύκολο κέρδος, πουλούσαν τα κτήματά τους για να αγοράσουν Ελληνικούς χρηματοπιστωτικούς τίτλους, των οποίων όμως οι τιμές κατέρρευσαν και οι αγοραστές υπέστησαν μεγάλες ζημιές, κατά ορισμένες εκτιμήσεις, της τάξεως των 1-3 εκατομμυρίων δραχμών.
Έτσι διαμορφώθηκε η οικονομία και η κοινωνία των Κυθήρων, κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα, και αυτή η κατάσταση κληροδοτήθηκε στον 20ο αιώνα.
[Για τις εξελίξεις, τις προόδους και τις κρίσεις του 20ου αιώνα, βλέπε το βιβλίο, Νικόλαος Π. Γλυτσός, Οικονομική και Κοινωνική Ανάπτυξη των Κυθήρων κατά τον 20ο Αιώνα: Ιστορική Διερεύνηση, Εταιρεία Κυθηραϊκών Μελετών, Αθήνα 2022]
Δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ στο φύλλο Σεπτεμβρίου 2025






































































































Kythira Online





























































