Στην αρχή αρκεί ένα ένοχο μυστικό. Αλλά μετά δεν φτάνει. Για να συντηρηθεί η αδρεναλίνη του πρώτου συγκλονισμού, χρειάζεται διαρκώς μεγαλύτερη δόση αγριότητας στην αγριότητα. Η κακοποίηση, τα κλουβιά, η στέρηση τροφής, τα βασανιστήρια δεν αρκούν. Συνηθίζονται. Το ρεζερβουάρ του εθισμού στη συγκίνηση πρέπει να τροφοδοτηθεί και από ιστορίες συνωμοσίας, βρώμικο χρήμα, ισχυρές πλάτες, διαβολικές γυναίκες δίπλα στους διαβολοαγίους. Το εικονικό τέρας πρέπει να ταΐζεται.
Ακόμη κι όταν το καθεστώς αυτό δεν είναι εγκληματικό –ακόμη κι όταν δεν ασκείται σωματική βία–, διατηρείται ο εξουσιαστικός χαρακτήρας του. Ισως το πιο ενδεικτικό στην περίπτωση της καταγγελλόμενης δομής είναι η άρνησή της στις αναδοχές. Δεν «έδινε» τα παιδιά «της». Τα κρατούσε σαν να ήταν κτήματά της. Στην «κράτηση» αυτή φαίνεται ότι στην ιδέα του εγκόσμιου «σωτήρα» ενυπάρχει το σπέρμα του δεσμοφύλακα. Αφού του αναγνωρίζουμε την ικανότητα να «σώζει» –αφού τον λιβανίζουμε και τον χρηματοδοτούμε τόσο ώστε να εμφανίζει μη κερδοσκοπικό υπερπλεόνασμα–, του απονέμουμε ταυτόχρονα και την εξουσία να διαχειρίζεται κατά βούληση τα αντικείμενα της φιλανθρωπίας του.
Οταν οι «δομές» δομούνται ως μικρά καθεστώτα.
Στον κομψό όρο «δομή», που έχουμε επινοήσει για τους χώρους τους οποίους κάποτε αποκαλούσαμε ορφανοτροφεία, υπονοείται και η κοινοτοπία τού δήθεν «τέρατος». Δεν φταίει μόνο κάποια εγκληματική ιδιαιτερότητα του προσώπου. Φταίει και η δομή, χωρίς την οποία αυτή η ιδιαιτερότητα –η σαδιστική ροπή– δεν θα είχε βρει περιβάλλον πρόσφορο για να εκδηλωθεί.
Το δομικό πρόβλημα με τις «δομές φιλοξενίας» είναι ότι δεν φιλοξενούν τα παιδιά μέχρι να βρεθεί γι’ αυτά οικογενειακό περιβάλλον. Αντιθέτως. Εχουν προγραμματιστεί ώστε να τα κρατούν εντός των τειχών τους ακόμη και μετά την ενηλικίωσή τους. Ο υπαρχηγός του καταγγελλομένου και συνεργός του ήταν, λένε, πρώην τρόφιμος. Είχε ανατραφεί εντός. Η «δομή» αναπαράγει τον εαυτό της.
Ο έκπτωτος άγιος μπορεί να βρει τον κολασμό που ζητούν οι θεατές της έκπτωσής του. Αλλά κανένας κολασμός δεν μπορεί να λύσει το δομικό πρόβλημα.