Advertisement

Οι Μαντινάδες…

Γράφει ο Εμμ. Καλλίγερος

655

Τα πολύ παλαιότερα χρόνια, που δεν υπήρχαν τηλεοράσεις ή Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης οι διασκεδάσεις ήταν τα πανηγύρια και οι χοροί. Εκεί γνωρίζονταν τα ζευγάρια κι εκεί αντάλλασσαν πονηρές ή αιχμηρές βολές μέσα από τις μαντινάδες, που τραγουδούσαν και πλούτιζαν τις βραδιές τους. Μάλιστα εξαιρετικό ενδιαφέρον είχαν οι ανταλλαγές μαντινάδων με πολλά υπονοούμενα, από την κοινωνική, την ερωτική ή την επαγγελματική ζωή των αυτοσχέδιων ποιητών-τραγουδιστών. Δυστυχώς λίγοι έχουν απομείνει που γνωρίζουν κάποια από αυτά τα στιγμιότυπα κι ακόμη λιγότεροι όσοι διατίθενται να τα καταγράψουν για να μείνουν. Μετά τη ρίμα-μονόλογο για τον Αλαγιάνικο Ντεπέ (Ε. Χάρου-Κ. Μεγαλοκονόμος) βρήκαμε στο αρχείο μας μία ανταλλαγή μαντινάδων σε χορό, που είχε διασώσει ο αείμνηστος δάσκαλος Γεώργιος Β. Κασιμάτης  (Βελέτζας). Αναφέρεται σε μία δημόσια αντιπαράθεση μέσω μαντινάδων δύο νέων, τους οποίους είχε ξετρελάνει μία κοπέλα από το Κατούνι και τους οποίους καταγράφει με τα αρχικά Α.Λ. και Κ.Κ. Φαίνεται το περιστατικό να αναφέρεται στο πρώτο μισό του 20ού αι. και παρά το γεγονός ότι οι στίχοι δεν έχουν τη γνωστή σπιρτάδα άλλων παρόμοιων, έχουν ενδιαφέρον, γιατί δίνουν μία εικόνα δύο νέων που «κονταροχτυπήθηκαν» με μαντινάδες για να μάτια μιας κοπελιάς από το κοντινό με το δικό τους χωριό, το Κατούνι. Απολαύστε τους….

Α.Λ. Πάλι μου ξαναρχίνησες να λέεις κουταμάρες,

Advertisement

        μα θα σε κάνω να κρυφτείς στις δεκατρείς καμάρες.

Κ.Κ. Εγώ δεν θα κρυφτώ εις σε καμιά καμάρα,

        εσένα  θα σπεντίρομε πέρα στην Κομπονάδα.

Α.Λ. Πάλι μου ξαναρχίνησες, πάλι θα σε ντροπιάσω,

        και σαν τον παλιοποντικό στην πλάκα θα σε πιάσω.

Κ.Κ. Πότε με ξαναντρόπιασες, να με ξαναντροπιάσεις

         και σαν τον παλιοποντικό στην πλάκα να με πιάσεις;

Α.Λ. Την πέρδικα που κυνηγώ γρήγορα θα τσακώσω

         και θα γυρίσω ύστερα εσένα να μουντζώσω.

Κ.Κ. Εσύ δεν είσαι άξιος πέρδικα να τσακώσεις,

        ούτε μπορείς ποτέ, εμένα να μουτζώσεις.

Α.Λ. Άδικα νυχτοπερπατάς και χάνεις τη δουλειά σου,

        η πέρδικα αυτή ποτέ δεν θα γενεί δικιά σου.

Κ.Κ. Εγώ δεν χάνω τον καιρό, ούτε και τη δουλειά μου

        κι η πέρδικα ογρήγορα θα ΄ναι στην αγκαλιά μου.

Α.Λ .Την πέρδικα βάζω ογρήγορα σε πουπουλένιο στρώμα,

        να την χαϊδεύω ολόκληρη, να την φιλώ στο στόμα.

Κ.Κ. Ούτε στο στρώμα θα την δεις, ούτε φιλιά στο στόμα,

        γιατί εσύ καημέχολο είσαι μικρός ακόμα.

 

Και το επιμύθιον:

Την πήρε τέλος ο Α.Λ. με παπά και με κουμπάρα

και το δύστυχο τον Κ.Κ. τον τρελάνανε τα σμπάρα.

 

Σημειώσεις.

Δεκατρείς καμάρες=το Γεφύρι στο Κατούνι

Σπεντίρω=αποδιώχνω, απομακρύνω, αλλά και σπαταλώ.

Πλάκα=παγίδα

Σμπάρα=τουφεκιές

 


 

Δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ στο φύλλο Μαΐου 2025

 

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο