Πάνω από δέκα χρόνια είχε να συμβεί κάτι τέτοιο. Από τότες που πέθανε το Θοδωράκι στην Αμερική, δεν είχε ξαναπάρει γράμμα ελόγου της. Κι από ποίονε να πάρει; Το κακόμοιρο το Σταματικό, εκτός απ αυτόν τον αδερφό, δεν είχε άλλονε στον κόσμο. Κι αυτός ο γρουσούζης, τόσα χρόνια κεια πέρα, ούτε γυναίκα, ούτε παιδιά, ούτε τίοτα δεν άφηκε. Ποίος να τση στείλει πλέα γράμμα;
Κι όμως να, εκείνο το μεσημέρι ο ταχυδρόμος είχε αράξει το ματρακά του στην οξώπορτά της, είχε βγάλει την τσαμπούνα του και τσαμπούνιζε οξωφωνής. Η Σταματικώ τράβηξε το κουρτινάκι στην άκρη κι έβγαλε το μουτράκι της από το παράθυρο.
-Για μένα είναι, Κώστα;
-Για σένα. Γράμμα και στέκι μαζί. Τρέχα γιατί βιάζομαι.
-Βρε δεν είμαστε καλά. Ποίος να με θυμήθηκε;
Είκοσι δολλάρια ήτανε διάφορο. Κι ένα γράμμα μισή σελίδα. Το πήγε μάνι-μάνι στον παπά να της το διαβάσει. Εκείνος, αφού έβαλε τα γυαλιά του, άρχισε να τα λέει δυνατά, σαν νάλεγε το βαγγέλιο;
-Φιλτάτη και αξέχαστη εξαδέλφη Σταματικώ, εσύ μπορεί και να μ’ έχεις ξεχάσει, αφού ποτέ σου δεν εσκέφτης να μου στείλεις ένα γράμμα, αλλά εγώ, τριανταέξε τώρα χρόνια, που είμαι στην Αμερική, σασε θυμώμαι όλους κι εσένα πιο πολύ. Θυμάσαι που όταν ήμασταν παιδία σου έσπασα μία μέρα την καρκάλα με μία κουρκούλα; Κι άλλη μία φορά θυμάσαι που σου πέταξα ένα βορβό από μανούσι και σ έτσιξα στο μάτι κι εγίνηκε ο δικός σου βορβός διπλάσιος από του μανουσιού; Τι ωραία που ήτανε εκείνα τα χρόνια!.
Η Σταματικώ σταμάτησε τον παπά:
-Από τον Ανάργυρο θάναι, τον ξάδερφό μου, καλή του ώρα. Αυτός τάχε κάμει.
-Περίμενε και θα δούμε. ʼΑκου:
Εγώ τίοτα δεν έχω ξεχάσει κι επειδής έμαθα μετά λύπης μου πως πέθανε το αείμνηστο το Θοδωράκι, ο αδερφός σου, εσκέφτηκα πως δεν θα έχεις πλέα κανένανε να σε γνοιάζεται, αφού και συ ευλοημένη δεν εκανόνισες τόσα χρόνια να τυλίξεις κάναν άντρα, να τον έχεις για τα γεράματα, εσκέφτηκα λέω να σου στείλω αυτό το μικρό ποσό, ετσά για την ψυχή του μπάρμπα σου και τση θείας σου, που θα στενοχωριώνται να σε ξανοίγουνε από κει ψηλά και να σε βλέπουνε ολομόναχη. Αν κι εσύ, μα το σπιτάκι σου στ’ ανάδιο και τα χωραφάκια σου δίπλα στη θάλασσα, θα τα περνάς καλλίτερα από εμάς. Ας είναι. Του χρόνου τέτοιον καιρό, αν είμαστε καλά, θαρθώ στο νησί κι οπωσδήποτε θα σε δω και θα τα πούμε. Σε φιλώ γλυκύτατα. Ο ξάδερφός σου Ανάργυρος κλπ..
Η Σταματικώ κατασυγκινήθηκε.
-Βρε το καϋμέχελο, από μικρός ήτανε καλό παιδί. Μερτιδιώτισσα μου πάντα νάσαι δίπλα του.
Στο μήνα πάνω της ήρθε κι άλλο τσέκι και δύο λόγια γράμμα κι ώσπου νάρθει τ’ άλλο καλοκαίρι, που τον επερίμενε, είχε κονομήσει καμία πενηνταρέα ντόλαρς.
Στις δεκαπέντε του Θεριστή νάσου και τον Αμερικάνο μετά της κυρίας του. Εκεί να δεις συγκινήσεις. Κλάιματα η Σταματικώ, ανατριχίλες ο Ανάργυρος, ξεμπογιαντιστήκανε τα μάτια τση Αμερικάνας, ποτάμι το δάκρυο. Η Σταματικώ έκλαιγε πιο πολύ απ’ όλους:
-Εσύ είσαι ο σωτήρας μου, ξάδερφε, που να σ έχει ο Θεός καλά και σένα κι όλη τη φαμελιά σου, που βρύση να τρέχουνε τα λεφτά στα χέρια σου, κακά να πιάνεις και χρυσάφι να γίνονται.
-Ω, γες, μην τα παραλές ξαδέρφη, τίποτα δεν έχω κάμει για σένα. Εσύ αξίζεις πολλά, ήσουνα η καλλίτερη του σογιού μας. ʼΑδικος ο Θεός που σ’ άφηκε και κακοτύχεψς.
Δώστου το λοιπόν φιλία και αγκαλιάσματα και όλη την ώρα καλά λόγια ο ένας για τον άλλονε.
Αλλά όπως θα ξέρετε οι αγάπες τις πιο πολλές φορές ψεύτικες είναι. Και τούτες, τουλάχιστο από τη μερέα του Ανάργυρου, αποδειχτήκανε εντελώς κάλπικες. Στο μήνα πάνω φανήκανε τα πρώτα σημάδια.
-Μπρε ξαδέρφισσα, εμένα ο γέρος, ο συχωρεμένος, το μόνο που μου άφηκε είναι κάτι ξελάθρες απάνω στο βουνό. Είντα θάλεγες αν σου ζητούσα να μου γράψεις εκείνο το λιοφυτάκι στο Καψάλι, να λένε τα παιδία μου ότι κάτι έχουνε στον τόπο του πατέρα τουνε;
-Πουπού!!Τόση υποχρέωση που σας έχω. Πααίνομε αμέσως στο Συμβολαιογράφο.
Στο δίμηνο απάνω την είχε καταφέρει και του έγραψε άλλα δύο παραθαλάσσια χωραφάκια, αλλά η Σταματικώ είχε αρχίσει και ξυνιζότανε, γιατί τον έβλεπε με μεγάλη κοιλούρα και καταλάβαινε πως έτσι που το επάαινε θα τηνε χώρειε όλη την περιουσία της εκειά μέσα. Για πενήντα δολάρια, που μέχρι τότες της είχε δώσει, πολύ επάαινε. Πάνω λοιπόν που της εζήταγε ένα ακόμη χωράφι η Σταματικώ έβγαλε μούρη:
-Τ’ άλλα τρία στα έκαμα χάρισμα ξάδερφε, αλλά τούτο λέω να μου το πλερώσεις. Είναι τι καλλίτερό μου, από δαύτο βγάνω το λάδι μου.
-Δεν έπρεπε ξαδέρφισσα να μου πεις τέτοια κουβέντα. Αν είναι ν’ αγοράσω, πάω κι από ξένους, αλλά τούτα είναι από τον παππού μας. ʼΑστο άμα δεν θέλεις.
Σε κάμποσες μέρες ο Ανάργυρος της εζήτησε το σπίτι που μένει, αλλά κι αυτό χάρισμα το ήθελε κι η Σταματικώ αγρίεψε και γίνηκε το μαλλιβράσε. Αρπαχτήκανε κακού λογού. Ο Αμερικάνος εγίνηκε εξωφρενών με την αχαριστία της κι επήγε κι έφερε δικηγόρο, γιατί η μερασιά που είχανε κάμει οι γονιάδες τους δεν ήτανε, λέει, σωστή κι ήθελε κι αυτός μερτικό από το σπίτι.
Εκεί μπροστά στο δικηγόρο, η Σταματικώ βγήκε από τα μισοφόρια της. ʼΑρπαξε μίαν αβολάδα και τηνε κοπάνησε στη γυαλιστερή κούτρα του Αμερικάνου.
-Στου τηνε χρωστώ απ’ όταν ήμασταν παιδία. Κακιώρατε. Που χρυσάφι να πιάνεις και σκατά να γίνονται στα χέρια σου.
Τα μάζεψε ο Ανάργυρος κι έφυγε στην Αμέρικα κι ο ταχυδρόμος δεν ξανατσαμπούνησε πλέα στην οξώπορτά της. Βλέπεις κι η μπαμπεσιά έχει τα όριά της. Κι ο ψεύτης και ο κλέφτης τότες δεν είναι σαν και τώρα, που χίλια χρόνια χαίρονται. Εκείνα τα χρόνια, μόνο τον πρώτο χρόνο χαίρονταν.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΟ ΦΥΛΛΟ 83 ΤΗΣ ΕΝΤΥΠΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΙΟΥΝΙΟΣ 1995






































































































Kythira Online




















































































