Advertisement

Νέο «προλεταριάτο» και Πρωτομαγιά

Του Γιώργου Ι. Κωστούλα*

701

Ποιος θυμάται πλέον τους εορταστικούς συμβολισμούς της Εργατικής Πρωτομαγιάς; Η οποία πλέον ούτε εργατική είναι ούτε εορταστική. Το μόνο που απέμεινε είναι η αργία που μας κληροδότησε και η ευκαιρία για τη διατύπωση κάποιων απόψεων γύρω από τη φύση και τη μετεξέλιξη της Εργασίας. Ό,τι απέμεινε, δηλαδή, από τον (άλλοτε) ίσως σημαντικότερο εκ των τριών κλασικών συντελεστών παραγωγής.

Μια αναδρομή, πρώτα, βασισμένη σε κείμενο του αείμνηστου Αντώνη Καραγιάννη, με τίτλο «Εργατική Πρωτομαγιά και οι μεταμορφώσεις της Εργασίας», Καθημερινή, 4.5.2008.

Advertisement

Η Εργατική Πρωτομαγιά καθιερώθηκε το 1889, έναν αιώνα μετά τη Γαλλική Επανάσταση και δεκαοκτώ χρόνια μετά την Κομμούνα του Παρισιού (1871). Αυτό, στις ΗΠΑ. Μια χώρα με ανεπτυγμένη βιομηχανία, εκατομμύρια εργατών, οργανωμένο συνδικαλισμό και με νεαρή, επιθετική επιχειρηματική τάξη. Εξ ου και η πεποίθηση του Μαρξ, ότι οι ΗΠΑ θα ήταν η πρώτη χώρα όπου θα εκδηλωνόταν η προλεταριακή επανάσταση.

Στη συνέχεια, ο αείμνηστος παλιός αριστερός δημοσιογράφος θα διακρίνει μεταξύ του «επιστημονικού» και του κρατικού σοσιαλισμού. Οι πατέρες του πρώτου, Μαρξ και Ενγκελς, προσπάθησαν με τον όρο να προσδιορίσουν αυτό που, ως «επιστημονικό» αλλά ταυτόχρονα και επαναστατικό αποτέλεσμα, θα διαδεχόταν την καπιταλιστική κοινωνία. Ο κρατικός σοσιαλισμός θα καθιερωνόταν αργότερα από τον Λένιν.

Θα σταθεί στο κύριο αίτημα των απεργών για καθιέρωση του οχταώρου, κάτι που όμως θα εξαναγκάσει τους καπιταλιστές να αναδιατάξουν την παραγωγή και, που σε αρχική φάση, θα χειροτερέψει τα πράγματα, με την εργασία να περισσεύει και να μεταβάλλεται η ίδια σε διεκδίκηση.

Εξηγεί, ωστόσο, ότι το φαινόμενο της τεχνολογικής ανεργίας θα αποδειχθεί περισσότερο τεχνικό παρά πραγματικό, καθώς η λογική της μονάδας διαφέρει από αυτή του συνόλου των μονάδων.

Θα εντοπίσει, ευστόχως, τη νόθευση της εργατικής τάξης, καθώς στους εργάτες θα προστεθούν, ως εργαζόμενοι που ζουν μόνο από τον μισθό τους, και οι μισθωτοί. Ένα σύνολο πολύ διαφοροποιημένο, κατά το εισόδημα, την κατανάλωση, τις δεξιότητες, τη μόρφωση, και το σπουδαιότερο κατά τα αιτήματα.

Μια εξέλιξη αυτή, που θα ευνοήσει τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, τα οποία, απομακρυνόμενα από τη μαρξιστική διδασκαλία, θα εκφράσουν πολιτικά αυτό το ευρύ κοινωνικό σύνολο.

Και κάπου εδώ φτάνουμε σε γνώριμα νερά, με κύριο χαρακτηριστικό τη σημερινή ζοφερή εργασιακή πραγματικότητα.

Δυστυχώς, νέοι καιροί, νέες απειλές: Ήδη, ένα νέου τύπου προλεταριάτο, όχι παροπλισμένων χειρωνάκτων, αλλά καταρτισμένων, εξειδικευμένων και μορφωμένων εργαζομένων ογκούται ανεξέλεγκτο. Η διαρκής τεχνολογική επανάσταση εξαφανίζει επαγγέλματα και βιομηχανίες. Πόλεις ανθούν εις βάρος άλλων που μαραζώνουν. Νέοι παραγωγικοί και διοικητικοί σχεδιασμοί μεταφέρουν χιλιάδες θέσεις εργασίας από τις ανεπτυγμένες χώρες, μετατρέποντας χθεσινούς ευημερούντες παραγωγούς και καταναλωτές σε παραζαλισμένους νεόπτωχους.

Ήδη πάνω από 200 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν σε χώρα διαφορετική από αυτήν που γεννήθηκαν. Το τεράστιο κύμα της μεταναστεύουσας ανεργίας ίσως είναι η νέα και απελπισμένη επαναστατική μάζα που «δεν έχει τίποτα να χάσει παρά μόνο τις αλυσίδες της».

Αυτή η βίαιη απορρύθμιση υποβάθμισε την εργασία σε κάτι άλλο από μοχλό ζωής και δημιουργίας που την είχαμε συνηθίσει. Είτε πρόκειται για τους εργαζόμενους «νέου τύπου», την περίφημη γενιά των 700 ευρώ, είτε πρόκειται για ώριμους εργαζόμενους σε περιοχές που εθεωρούντο στοιχειωδώς ασφαλείς, η εργασία από παράγοντας ευεξίας έχει μετατραπεί σε ένα νοσογόνο περιβάλλον που κουράζει, εξαντλεί, σκοτώνει.

Με όλα τα παραπάνω να συνιστούν μια ζοφερή πραγματικότητα, είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς, ποιος από τους δύο «υπερτερεί» στην κλίμακα της τρέχουσας εργασιακής τραγικότητας: Ο άνεργος ή ο εργαζόμενος;

Φαντάζει ως πολυτέλεια, αλλά υπήρξαν εποχές όπου ο εργαζόμενος, πριν δεχτεί μια δουλειά, σκεφτόταν: «Μπορώ να την κάνω»; «Μου αρέσει να την κάνω»; «Αξίζει να την κάνω»; Πόσες από τις σημερινές δουλειές ικανοποιούν αυτά τα κριτήρια; Πόσες ενσωματώνουν έστω και ελάχιστη γνωστική, επαγγελματική, ή συναισθηματική προστιθέμενη αξία, που θα δικαιολογούσε την αποδοχή μιας κακοπληρωμένης δουλείας, εν ονόματι μιας μορφής «κοινωφελούς επαγγελματισμού», ή στο πλαίσιο του δόγματος «τζάμπα δούλευε, τζάμπα μην κάθεσαι;».

Το χειρότερο: Με εξαίρεση το ανώτατο τμήμα της εργασιακής διαστρωμάτωσης, το υπόλοιπο, ογκωδέστατο τμήμα της, ζει ήδη την, μέχρι τούδε, απειλή: τη δυστυχία τού να είσαι υποκείμενο εκμετάλλευσης, θα τη διαδεχθεί η δυστυχία τού να μην είσαι πια εκμεταλλεύσιμος.

Μακάρι τα πράγματα να βελτιωθούν. Αλλά και πάλι, πόσων κανονικοτήτων την ευόδωση να ευχηθούμε;


* O κ. Κωστούλας είναι τέως γενικός διευθυντής εταιρειών του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού τομέα. E-mail: gcostoulas@gmail.com

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο