Advertisement

Κι αν οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου φτάσουν έως το 2027;

Το σύνολο των αναλυτών ιχνηλατεί τα πιθανά σενάρια για τις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή για την παγκόσμια οικονομία, από τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου έως τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη. Κοιτώντας όμως μπροστά, ο οικονομικός σχολιαστής των Financial Times Μάρτιν Γουλφ εξετάζει και το σενάριο οι συνέπειες να φτάσουν μέχρι το 2027

Η στρατιωτική σύγκρουση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και το Ιράν δεν αποτελεί μια ακόμη γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή. Οι εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο μπορούν να μετατραπούν σε σημαντικό οικονομικό σοκ για τον πλανήτη, ιδίως αν διαταραχθούν οι ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου, που εκκινούν από μια εκ των σημαντικότερων ενεργειακών περιοχών του κόσμου. Το βασικό ερώτημα είναι αν ο πόλεμος θα λήξει γρήγορα ή αν θα εξελιχθεί σε παρατεταμένη σύγκρουση, με σοβαρές επιπτώσεις στις τιμές της ενέργειας, στον πληθωρισμό και στην παγκόσμια ανάπτυξη.

Οπως σημειώνει (στις 11 Μαρτίου) ο επικεφαλής οικονομικός σχολιαστής των Financial Times, Μάρτιν Γουλφ, για να γίνει μια σοβαρή εκτίμηση των οικονομικών συνεπειών πρέπει πρώτα να απαντηθεί ένα κρίσιμο ερώτημα: πόσο σύντομα θα τελειώσει ο πόλεμος; Αυτό εξαρτάται από δύο άγνωστες μεταβλητές. Πρώτον, αν ισχύει ο σαρκαστικός όρος που επινόησε ο οικονομικός σχολιαστής Ρόμπερτ Αρμστρονγκ – «TACO», δηλαδή «Trump always chickens out» (Ο Τραμπ πάντα κάνει πίσω). Δεύτερον, αν το τέλος της σύγκρουσης για τον Ντόναλντ Τραμπ (και τις ΗΠΑ) θα συνεπάγεται και την πραγματική λήξη των εχθροπραξιών για το Ισραήλ ή το Ιράν. Αν οι δύο τελευταίοι συνεχίσουν να θεωρούν τη διαμάχη υπαρξιακού χαρακτήρα, τότε η αιματοχυσία στον Κόλπο μπορεί να συνεχιστεί.

Advertisement

Σύμφωνα, λοιπόν, με την έγκριτη βρετανική εφημερίδα, μεγάλο μέρος της αβεβαιότητας προέρχεται από το γεγονός ότι είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς τι ακριβώς επιδιώκει ο ίδιος ο αμερικανός πρόεδρος. Ο Τραμπ δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου ότι ο πόλεμος θα τελειώσει «πολύ σύντομα», αλλά όχι αυτή την εβδομάδα. Ωστόσο, δύο ημέρες νωρίτερα είχε γράψει στο Truth Social ότι «δεν θα υπάρξει καμία συμφωνία με το Ιράν, παρά μόνο ΑΝΕΥ ΟΡΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ».

Απέναντι σε αυτές τις δηλώσεις, οι Φρουροί της Επανάστασης του Ιράν απάντησαν ότι «εκείνοι θα καθορίσουν πότε θα τελειώσει ο πόλεμος». Προειδοποίησαν μάλιστα ότι η Τεχεράνη θα μπορούσε να εμποδίσει την εξαγωγή «ούτε ενός λίτρου πετρελαίου» από την περιοχή αν συνεχιστούν οι επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Η προοπτική διαδοχής του ανώτατου ηγέτη από τον Μοτζτάμπα Χαμενεΐ –ο οποίος φέρεται να έχει χάσει μέλη της οικογένειάς του στις συγκρούσεις– ενισχύει την εικόνα ενός καθεστώτος που δεν είναι διατεθειμένο να υποχωρήσει.

Η πιθανότητα μιας άνευ όρων παράδοσης του Ιράν θεωρείται εξαιρετικά μικρή, σημειώνει ο Μάρτιν Γουλφ. Ακόμη και μετά από δύο και πλέον χρόνια σκληρών ισραηλινών βομβαρδισμών, η Χαμάς δεν έχει παραδοθεί άνευ όρων. Είναι ακόμα λιγότερο πιθανό να το κάνει μια μεγάλη περιφερειακή δύναμη όπως το Ιράν. Ενα τέτοιο αποτέλεσμα θα απαιτούσε, θεωρητικά πάντα, τη χρήση πυρηνικών όπλων – ένα σενάριο που θα σήμαινε, προφανώς, παγκόσμια καταστροφή.

Κατά την ανάλυση του διακεκριμένου δημοσιογράφου των Financial Times, πιο ρεαλιστικό φαίνεται αυτή τη στιγμή ένα διαφορετικό σενάριο: η σταδιακή παύση των ενεργών εχθροπραξιών. Οι ΗΠΑ μπορεί να εκτιμήσουν, δηλαδή, ότι θα έχουν προκαλέσει επαρκή ζημιά και να σταματήσουν τις επιθέσεις. Το Ιράν, εξαντλημένο από τις συγκρούσεις, ίσως να περιορίσει από την πλευρά του τις επιθέσεις κατά των γειτόνων του. Ο Τραμπ θα μπορούσε ακόμη και να πιέσει το Ισραήλ να αναστείλει τη στρατιωτική του δράση, ακόμη κι αν το ιρανικό καθεστώς παραμείνει στην εξουσία.

Ενα τέτοιο αποτέλεσμα, συνεχίζει ο Γουλφ, δεν θα ισοδυναμούσε με την επίτευξη της ειρήνης, αλλά περισσότερο με μια εύθραυστη εκεχειρία. Σύμφωνα με την εκτίμησή του, η πιθανότητα μιας προσωρινής παύσης των συγκρούσεων είναι σχετικά μεγάλη, κυρίως επειδή ο Λευκός Οίκος ανησυχεί για τις τιμές του πετρελαίου. Μια άλλη εκδοχή είναι η συνέχιση του πολέμου σε χαμηλότερη ένταση, όσο το ιρανικό οπλοστάσιο εξαντλείται. Σε αυτή την περίπτωση, ακόμη και η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ θα μπορούσε σταδιακά να αποκατασταθεί.

Το κρίσιμο ερώτημα για την παγκόσμια οικονομία είναι τι θα συμβεί με τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου από την περιοχή και πόσο σοβαρές θα είναι οι ζημιές στις ενεργειακές υποδομές. Σύμφωνα με το οικονομικό ινστιτούτο Capital Economics, υπάρχουν τρία βασικά σενάρια:

–Με βάση το πρώτο, η σύγκρουση είναι σύντομη και έντονη, διάρκειας περίπου δύο εβδομάδων. Σε αυτή την περίπτωση θα χαθεί περίπου το 1,4% των παγκόσμιων ετήσιων εξαγωγών πετρελαίου και αντίστοιχο ποσοστό εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου. (σσ: οι οποίες δυο εβδομάδες μόλις πέρασαν…)

–Το δεύτερο σενάριο προβλέπει ότι ο πόλεμος θα διαρκέσει τρεις μήνες, αλλά με τις ενεργειακές εγκαταστάσεις να μην υφίστανται σοβαρές και μόνιμες ζημιές. Σε αυτή την περίπτωση οι απώλειες θα μπορούσαν να φθάσουν το 5-6% των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου και LNG το 2026.

–Στο τρίτο και πιο ανησυχητικό σενάριο η σύγκρουση προβλέπεται και πάλι να διαρκεί τρεις μήνες, αλλά να προκαλεί μόνιμες ζημιές σε κρίσιμες εγκαταστάσεις, όπως στο ιρανικό νησί Χαργκ, τον βασικό κόμβο εξαγωγών πετρελαίου της χώρας. Σε αυτή την περίπτωση οι απώλειες θα μπορούσαν να φτάσουν το 8-9% των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου, με επιπτώσεις που θα επεκταθούν έως το 2027. Οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να εκτιναχθούν έως τα 150 δολάρια το βαρέλι, ενώ το φυσικό αέριο στην Ευρώπη θα μπορούσε να φτάσει τα 120 ευρώ ανά μεγαβατώρα.

Κατά την Capital Economics, το μοναδικό ιστορικό σοκ προσφοράς συγκρίσιμου μεγέθους ήταν εκείνο που σημειώθηκε από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1980.

Ενας μακροχρόνιος και καταστροφικός πόλεμος, τονίζει ο Γουλφ στους Financial Times, θα είχε σοβαρές συνέπειες για το επίπεδο των τιμών και την οικονομική δραστηριότητα. Στις φτωχότερες χώρες οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να είναι μεγάλες. Ιδιαίτερα στις Δυτικές οικονομίες, όπου το κόστος ζωής έχει ήδη εξελιχθεί σε σημαντικό πολιτικό ζήτημα, μια νέα εκτίναξη των ενεργειακών τιμών θα ήταν εξαιρετικά αντιδημοφιλής.

Η ανάπτυξη θα επιβραδυνόταν αναπόφευκτα. Ωστόσο, όπως υποστηρίζει ο οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν για την περίπτωση των ΗΠΑ, ακόμη και το χειρότερο σενάριο δεν θα ήταν τόσο καταστροφικό όσο το πετρελαϊκό σοκ της δεκαετίας του 1970. Ενας λόγος είναι ότι οι σύγχρονες οικονομίες χρησιμοποιούν πολύ λιγότερο πετρέλαιο ανά μονάδα παραγωγής σε σύγκριση με εκείνη την εποχή.

Παράλληλα, όπως επισημαίνει ο αρθρογράφος των Financial Times Μάρτιν Σάντμπου, η Ευρώπη αποδείχθηκε πολύ πιο ικανή να προσαρμοστεί σε υψηλές τιμές φυσικού αερίου από όσο πολλοί φοβούνταν όταν ξεκινούσε ο πόλεμος στην Ουκρανία, το 2022. Ενας ακόμη λόγος είναι ότι οι κεντρικές τράπεζες έχουν μάθει από τα μαθήματα της δεκαετίας του 1970 και έχουν καταφέρει να διατηρήσουν σταθερές τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό.

Η κρίση αυτή οδηγεί πολλούς αναλυτές σε ορισμένα στέρεα και σαφή οικονομικά συμπεράσματα.

–Το πρώτο είναι ότι οι χώρες πρέπει να μειώσουν την εξάρτησή τους από τα ορυκτά καύσιμα. Για τις ΗΠΑ, οι υψηλές τιμές ενέργειας έχουν όντως ελαφρά θετική επίδραση στο ΑΕΠ, επειδή η χώρα είναι καθαρός εξαγωγέας. Για τις περισσότερες άλλες βιομηχανικές οικονομίες, όμως, ισχύει το αντίθετο. Γι’ αυτό και η επένδυση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποτελεί βασικό εργαλείο μείωσης της έκθεσης σε διεθνείς ενεργειακές κρίσεις.

–Το δεύτερο δίδαγμα αφορά τον ρόλο των κεντρικών τραπεζών. Αρα θα πρέπει να είναι έτοιμες να αντιδράσουν εάν οι αυξήσεις των τιμών ενέργειας περάσουν και σε άλλους τομείς της οικονομίας.

–Το τρίτο μάθημα είναι ότι οι γενικευμένες επιδοτήσεις στην ενέργεια κάθε φορά που αυξάνονται οι τιμές δεν είναι δημοσιονομικά βιώσιμες. Η κρατική στήριξη θα πρέπει να κατευθύνεται κυρίως προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που πλήττονται περισσότερο.

Το σημαντικότερο όμως δίδαγμα –και αυτό που αναδεικνύει ο Γουλφ στους FT– είναι πολιτικό. Eνα γρήγορο τέλος των εχθροπραξιών είναι πιθανό, αλλά καθόλου βέβαιο. Η Ιστορία μας δείχνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ξεκινήσει επανειλημμένως πολέμους χωρίς μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, με αποτέλεσμα να εγκλωβιστούν σε παρατεταμένες και καταστροφικές συγκρούσεις.

 

 

 

Πηγή Protagon
Μπορεί επίσης να σας αρέσει