Advertisement

Έμπλεξαν τους γαϊδάρους!

Γράφει ο Βασίλης Χάρος

732

Ένα μαγαζί που άφησε εποχή στο Λειβάδι εκείνα τα χρόνια ήταν το παντοπωλείο του Μπομπού του Ξερού. Οργανωμένο μαγαζί του Μπομπού, ήταν και σε κεντρικό σημείο, επάνω στη συμβολή του δρόμου που πάει στη Χώρα, στο Κάτω Λειβάδι και προς τα έξω. Ήταν και πρακτορείο των τριών Τ, όπως λέγανε τότε το ταχυδρομείο, το τηλεφωνείο και το τηλεγραφείο. Είχε και πάρκινγκ για γαϊδάρους έξω από το μαγαζί του. Δεν χρειάστηκε να βάλει δέστρες στους τοίχους για να τους δένουν. Υπήρχαν τα σιδερένια κάγκελα των παραθύρων του μαγαζιού και εκεί ο κάθε πελάτης μπορούσε άνετα να δένει το γάϊδαρό του.

Ένα απογεματάκι λοιπόν ανέβηκε ο Χρήστος ο Βάρδας με το γάϊδαρό του από το Κάτω Λειβάδι για κάποια δουλειά στου Μπομπού. Δένει κανονικά το γάϊδαρό του στα κάγκελα και μπήκε μέσα. Σε λίγο φθάνει άλλος πελάτης, ο Φραγκιάς, ο Καλησπέρης από τα Βλαστιάνικα. Παρκάρει κι αυτός το γάϊδαρό του δίπλα στου Βάρδα και τον δένει στο ίδιο παράθυρο και μπαίνει κι αυτός μέσα. Πρώτος τέλειωσε ο Βάρδας, βγαίνει, παίρνει το γάϊδαρό του, τουλάχιστον έτσι νόμισε, και πάει στο Κάτω Λειβάδι στο σπίτι του. Ξεφόρτωσε τα τράιστρα, ξεσομάρισε το γάϊδαρο, τον έβαλε στο στάβλο, τον αχέρισε, τον άφησε να φάει και να ξεκουραστεί και πήγε κι αυτός να κάμει το ίδιο. Βγαίνει ύστερα από ώρα και ο Φραγκιάς από του Μπομπού και έκπληκτος βλέπει ότι ο γάϊδαρός του απουσίαζε. Ήταν εκεί ένας άλλος, που δεν ήταν ο δικός του. Τελικά ρωτώντας ο Φραγκιάς από δω κι από κει, κατέληξε ότι ο γάϊδαρος αυτός είναι του Βάρδα, που είχε φύγει πολλή ώρα πριν απ’ αυτόν και τον εδικό του τονε πήρε εκείνος αφηρημένος. Καβαλά τον ξένο γάϊδαρο ο Φραγκιάς και πάει κατευθείαν στο Κάτω Λειβάδι. Ο γάϊδαρος από μόνος του τον οδήγησε ολοταχώς και σταμάτησε έξω από το σπίτι του αφεντικού του. Χτυπά την πόρτα και βγαίνει η Βάρδαινα και τση λέει ο Φραγκιάς. -Τονε γνωρίζεις τουτονά το γάϊδαρο; -Έλα Παναγία μου, από πού τονε συμμάζωξες; -Είχα πάει απάνω στου Μπομπού και έδεσα το γάϊδαρό μου απόξω. Εκειά ήτανε και ο άντρας σου και άμα ξόφλησε, έφυγε πρώτα από μένα και φαίνεται πως πήρε τον εδικό μου αντί για τον εδικό του. Απάνω στην ώρα βγαίνει και ο Χρίστος ο Βάρδας στην πόρτα. -Μωρέ τελείως εξεκουτιάστηκες;; Ξένο γάϊδαρο κουβάλησες και τονε σταύλισες;; Δε γνωρίζεις τον εδικό μας; -Πιστεύεις ότι μου εφάνη ότι είναι πλέο κοντός από τον εδικό μας και εκειά στα Βρανάδικα πήρε το δρόμο απάνω για τα Βλαστιάνικα. Και παραμίλου κι έλεγα, ίντα έπαθε μαθές, ξέχασε το δρόμο για το σπίτι μας; Αλλά πού μυαλό!

Advertisement

Ο Φραγκιάς πήρε το γάϊδαρό του και όπως ήταν καλά ταϊσμένος, τον ανέβασε στα Βλαστιάνικα στο άψε- σβύσε. Είχε μια μικρή ταλαιπωρία με την αφηρημάδα του Βάρδα, αλλά τονε πήρε ταϊσμένο και γλύτωσε μία ταγάρα άχερα, το βραδινό συσσίτιό του!

 


Δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ στο φύλλο Απριλίου 2025

 

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο