Με αυτόν το τίτλο δημοσιεύεται στη σημερινή (26/04) Καθημερινή κείμενό μου με την ευκαιρία της πρόσφατης (23/04) Παγκόσμιας Ημέρας Βιβλίου
Στην κορυφή της ατυχίας, βεβαίως, τα βιβλία που δεν αξιώθηκαν ούτε μια ανάγνωση, ούτε καν το ξεφύλλισμά τους…Και τα άλλα (τα περισσότερα) που κατέληξαν σε σκοτεινά υπόγεια παλαιοπωλείων, ως αντικείμενα ανίερης συναλλαγής άστοργων και ανάξιων κληρονόμων…
Διαβάστε περισσότερα…
Χαιρετώ ευχαριστώ.
Γ.Ι.Κ.
Πού να φανταζόταν κάποιοι, περασμένων δεκαετιών, αρχικοί κάτοχοί τους, τι τύχη θα επιφυλασσόταν στα αγαπημένα τους βιβλία; Πόσα απ’ αυτά, για παράδειγμα, «δέθηκαν» με αγάπη, φέροντας, πλέον, πάνω τους σε χρυσοτυπία, εκείνα τα καλλιτεχνικότατα Χ.Π. και Μ.Ι. και Β.Σ., αρχικά του κτήτορός τους;
«Κληροδοτημένα πλέον στην απρόσωπη πόλη, μετά το θάνατο των κατόχων τους, δεμένα με σπάγκο, ντάνες πεταμένες σε σκονισμένα μωσαϊκά ή σε μεταλλικά ράφια που ανεβαίνουν ως την οροφή, σαν τους νεκρούς έπειτα από επιδημία», όπως έλεγε ο Τσαρούχης, αλλού αναφερόμενος. Βιβλία, που μετά τη φιλοξενία τους σε πανέμορφες βιβλιοθήκες για χρόνια, κατέληξαν, εκεί, ως αντικείμενα ανίερης συναλλαγής άστοργων και ανάξιων κληρονόμων.
Εχει αναφερθεί και ο κ. Νίκος Βατόπουλος με ωραίο κείμενό του, σ’ αυτά.
Δεν ανήκει ακριβώς στην ίδια κατηγορία η γαλλική έκδοση της Ιλιάδας, με την εξής δωρητήρια αφιέρωση επάνω της: «Στη γλυκιά μου ψυχούλα, στην καλή μου καρδούλα, στη χρυσή μου ζωούλα ένα δωράκι με την ευχή να περάσω κοντά του μια ευτυχισμένη και ήσυχη ζωή, Χαρούλα‐1982». Αφιέρωση – ευχή, που προφανώς δεν έπιασε τόπο, αφού το δωράκι δεν βρήκε τον προορισμό του, να συντροφεύει δηλαδή την «ευτυχισμένη και ήσυχη συζυγική ζωή» της δωρήτριας, αλλά κατέληξε άδοξα στο πάγκο του παλαιοπωλείου, απ’ όπου το ανέσυρα εγώ, χαρούμενος για την καλή αγορά το 1984, δύο μόλις χρόνια, δηλαδή, αφότου είχε περιέλθει στην κατοχή του δωρολήπτη. Το βιβλίο παραμένει ανέγγιχτο στη βιβλιοθήκη μου. Πώς όμως να ξεχάσεις την αφιέρωση της Χαρούλας; Ένα μνημείο ασύστολης απόπειρας ερωτικής υποβολής, αν όχι χειραγώγησης του καλού της.
Υπάρχει βεβαίως και η περίπτωση, ορισμένα απ’ αυτά τα έκθετα βιβλία να έχουν την ευκαιρία μιας καινούργιας ζωής. Να υιοθετηθούν, δηλαδή, από νέους, πανάξιους κτήτορες. Πόσοι απ’ αυτούς δε χάρηκαν, ίσως ακόμα περισσότερο κι απ’ αυτό το ίδιο το συγγραφικό περιεχόμενό τους, κάποια σημάδια, στίγματα των προηγούμενων κατόχων τους; Οπως οι περίτεχνες, σε μορφή και περιεχόμενο, αφιερώσεις, οι υπογραμμίσεις, ένα ιδιόγραφο σημείωμα ξεχασμένο ανάμεσα στις σελίδες, μία προσεκτικά διατυπωμένη φράση. Ή οι καλλιγραφικότατες ενδείξεις ιδιοκτησίας των βιβλίων, που με περισσή κομψότητα αποτυπωνόταν σ’ αυτά, αμέσως μετά την άνω και κάτω τελεία, στο τέλος της λέξης, κτήτωρ… Ιδιαίτερη κατηγορία αυτών των ιχνών προηγούμενων αναγνώσεων, τα marginalia. Οι παρασελίδιες, δηλαδή, σημειώσεις, σκέψεις, ερωτήματα, σχόλια διατυπωμένα πάνω στο περιθώριο (margin) των σελίδων. Στοιχείο, αυτό, μιας στοχαστικής, μοναχικής ανάγνωσης.
Στην κορυφή της ατυχίας, βεβαίως, τα βιβλία που δεν αξιώθηκαν ούτε μια ανάγνωση, ούτε καν το ξεφύλλισμά τους…Όπως το αντίτυπο της ποιητικής συλλογής του Κώστα Καρυωτάκη, Νηπενθή, που, παρά τη θερμή ιδιόχειρη αφιέρωση που το συνόδευε, βρέθηκε άκοπο και φυσικά αδιάβαστο στη βιβλιοθήκη του μεγάλου Αλεξανδρινού ομότεχνού του!
Πιστεύω ότι, ως αξιομνημόνευτη, έχει τη θέση της εδώ και η περίπτωση του Παπαδιαμάντη, ο οποίος δεν αξιώθηκε να δει, όσο ζούσε, κάποιο βιβλίο του τυπωμένο. Το ίδιο και ο Καβάφης.
Θα ανταποκρινόταν, άραγε, στις προσδοκίες του, η έκδοση των ποιημάτων του, από τους κληρονόμους του, δυο χρόνια μετά το θάνατό του, το 1935; Ένα εκδοτικό αποτέλεσμα, για το οποίο ο Σεφέρης θα αποφανθεί: «θύμιζε βιβλίο καμωμένο για το μπουντουάρ παριζιάνας κοκότας».





















































































































Kythira Online