Advertisement

Μέσα στο βαρυχείμωνο

ΤΟΥ Γ. Π. ΔΡΥΜΩΝΙΑΤΗ - ΣΚΙΤΣΟ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ

1.014

Χωραΐτης ήτανε, αλλά “εκ ποπολάρων. Δηλαδής άνθρωπος απλοϊκός, μεροδουλοφάης, φτωχός στην τσέπη και στην σκέψη. Αλλά τα εκατάφερνε μία χαρά. Είχε και γυναίκα και εφτά γιούς και καμμία σαρανταρέα πρόβατα, που τάβοσκε κάτω από το Κάστρο. Θυμώμαι, όταν ήμασταν μαθητές, ανεβαίναμε στις πολεμίστρες κι αμολούσαμε πέτρες  στον κατήφορο και τσι χαζεύαμε που κατρακυλούσανε κι ο Θοδωρής, που έβοσκε από κάτω, έβανε τις φωνές:

-Μωρέ σιφούνοι, μην πετάτε μωρέ πέτρες, έχει ζώα από κάτω.

Advertisement

Γελούσαμε εμείς που έβανε και τον εαυτό του μέσα.

Κάτι τέτοια έκανε και τον είχανε πάρει όλοι στο ψιλό. Κι είναι, ο Θεός να σε φυλάει, άμα σε πιάσουνε οι Χωραΐτες στο δούλεμα.

Ο Θοδωρής, που λέτε, επάαινε κάθε βράδυ στο καφενείο του Κόκκινου, αλλά ποτέ του δεν έπαιζε. Καθότανε ανάποδα στην καρέκλα κι εξάνοιγε κι απέ, σαν επέρνα η ώρα, ακούμπα την κεφαλή στην πλάτη της, τον έπαιρνε ο ύπνος κι επερίμενε πότε θα τελειώσουνε οι τζογαδόροι να τονε ξυπνήσουνε να πάει στο σπίτι του. Ένα βράδυ τον είχε καλοπάρει κι ερουχάλιζε. Σα χερόμυλος έκανε. Είχε βγάλει και τη γλώσσα όξω και τρέχανε τα σάλια του κι η παρέα δίπλα του πολύ είχε αναποδιαστεί.

-Σαν πολύ δεν τον έχουμε αναγκολιστεί, μπρε;

-Όπου να τονε ταράξει, επαδά ήρθε να ρουχαλίσει;

-Ελάτε να του τηνε κάμωμε.

Το συζητήσανε και την ηύρανε ευτύς. Φωνάξανε τον καφετζή και του είπανε να σβήσει όλα τα φώτα του μαγαζιού. Εγίνει θεοσκόταδο. Ύστερα τον εσκούντηξε κατά λάθος τάχαμου το Θοδωρή και τον εξύπνησε. Οι αποδέλοιποι κάνανε πως συνεχίζουνε το παιχνίδι και τα φωνάζανε μάλιστα δυνατά τα φύλλα.

-Εφτά καρά και οι άσσοι.

-Παίαιαιζω.

Βροντούσανε και τα χέρια στο τραπέζι, τάχατες ότι ακουμπούνε με πείσμα χάμω τα φύλλα.

-Δεν το βλέπεις μωρέ, ατού είναι. Δική μου η μπάζα.

Ο Θοδωρής στραβοξύπνησε με το σκούντημα και σαν άκουσε τσοι άλλους να παίζουνε κανονικά κι αυτός δεν έβλεπε τίοτα, εκατατρόμαξε. Εινταλώς, σου λέει, βλέπουνε αυτοί; Έβαλε τσι φωνές.

-Ώχω’ γω είντα’ παθα.

-Ε, …είντα έπαθες Θοδωρή;

-Εστραβώθηκα ο δόλιος, δεν σας θορώ. Μερτιδιώτισσά μου, είντα κακό μη ηύρε!

-ʼΑσε τ’’ αστεία μπρε, ετσά μονιτάρου στραβώνεται άνθρωπος;

-Σας το λέω αλήθεια, σας ορκίζομαι. Να μη σώσω να ξεστραβωθώ ανέ σασε λέω ψέματα.

Έβαλε τα κλάιματα κι αρχίνιξε να κάνει ένα σωρό ταξίματα στην Παναγία. Επήγ’’ ο ʼΑντζολος και του έτριβε τα μάτια για να συνεφέρει τάχατες κι εκειά που του τάτριβε και του τα είχε κλείσει, ανάψανε οι άλλοι τσοι λύχνους και τσοι λάμπες κι έτσι ξαφνικά ο Θοδωρής ξαναηύρε το φως του κι αρχίνιξε ν’’ αντριτσινά σα ρίφι λίμπερο, από τη χαρά του. Την άλλη μέρα επήγε κωλοσυρτός, από το πρόβγαλμα, όλη την κατηφόρα, μέχρι τα Μερτίδια. Πήγε κι ένα τυρομύζηθρο ολόκληρο στον ʼΑντζολο, που με το τρίψιμό του μαθές τούρθε το φως του στη θέση του.

Να δείτε όμως είντα έπαθε μία άλλη φορά, ετσά από μοναχός του. Στο σπίτι του την έπαθε. Ήτανε μισοχείμωνο. Κρύο πολύ. Έπιασε ελόγου του κι έκαμε από τ’’ απόγεμα κάρβουνα σωρό, τάβαλε στο μαγγάλι και τα πήγε στην κάμερα για νάναι ξεστά άμα θα πάαινε να κοιμηθεί. Μα κι άμα πέσανε πολύ εκρύωνε, δεν τα έβγαλε όξω, παρά τ’’ άφηκε δίπλα στο κρεββάτι. Κλειστό ολογυρίας το δωμάτιο, δεν άργησε, εγίνηκε η ζημία. Τον έπιασε μία ζαλάδα, τον κακομοίρη, σαν να είχε πιεί ένα πιθάρι κράσο. Και μπορεί να τα τσιτάκωνε κι αυτός κι η Θοδωρού αν δεν του ερχόντουσαν τα χοντρά του, εκειά κατά τα μεσάνυχτα. Ένοισε, που λέτε, την ανάγκη  και σηκώθηκε και ψαχούλευε στα τυφλιστά να βρει το δοχείο να τα κάμει. Αποχωρητήρια δεν είχανε βλέπεις τα σπίτια εκείνη την εποχή και με τέτοιο βρωμόκρυο δεν εσύφερνε να πάει ούτε στην πλησιέστερη σκιναρέα. Έψαχνε λοιπόν το κανάτι. Αλλά με τη ζαλάδα που είχε με τα κάρβουνα τα μπέρδεψε ο δύστυχος κι αντίς για το κανάτι επήγε κι έκατσε καταμεσίς στο μαγγάλι. Εκεί να δεις πλάκα. Του τα έκαμε η χόβολη σαν που κάνει τσοι πλαγιομάνους .Εγλύτωσε, βέβαια από το σκασμό, αλλά είχε άλλες σημαντικές απώλειες. Και δεν τον εσώνανε τα όσα έπαθε, παρά πήγε ο παλαβέας ένα βράδυ στο καφενείο και τα είπε με το νι και με το σίγμα. Δεν ηθέλανε δα και πολύ οι Χωραΐτες, του τηνε βγάλανε τη ρίμα και έντεχνη μάλιστα:

 

Χχειμώνας πλάκωσε βαρύς.

Τονε φοβάτ’’ ο Θοδωρής

και πιο πολ’’ η κερά του.

Αγκομαχά ολημερίς,

μα σαν βραδιάξ’, από νωρίς

γυρίζει στα νερά του.

Κουτσούρες έχουνε σωρό

και δε φοβόνται τον καιρό.

Κάρβουνα κάνουν μόντε

κι απέ μαγγάλι αγκαλά

και τσι τριχάρες απαλά

πέφτουνε και κοιμόνται

Όμως προχτές κατά τσι τρεις

ανάγκ’’ είχ’’ ο Θοδωρής

μα είχε δα και ζάλη

κι αντίς να πάει στο γκιογκιό

εστρογγυλόκατσε σα ζο

στη μέση στο μαγγάλι.

Τα κάρβουν’’ άχου, αναφτά

του τσιγαρίζουνε τ’’ αυτά,

πονεί ως τσ’’ αστραγάλους.

Οξωφωνίζει μ’’ ουρλιαχτά

-Καλά που έχω γιούς εφτά

και δεν με γνοιάζει γι’’ άλλους”.

Ξυπνά ευτύς και η κερά

κι ως βλέπ’’ αυτά τα φοβερά,

-τα τέτοια τα ψημένα-

αρχίζει άλλα ουρλιαχτά:

“-Δε χολοσκάς, μπρε, για τ’’ αυτά

μα ρώτηξες κι  εμένα;”

Κάτι τέτοια γινόντουσαν τότε κι επέρνα ο κόσμος καλά. ʼΑντε τώρα που ξυπνήσαμε όλοι να βρεις πλέα άνθρωπο να γελάσεις μαζί του. Ναι δα;

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΟ ΦΥΛΛΟ 59 ΤΗΣ ΕΝΤΥΠΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1993

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο