Σε μια νέα πολύ πιο περίπλοκη φάση δείχνει να περνά η παγκόσμια ενεργειακή κρίση, καθώς ενώ οι εξαγωγές από τον Κόλπο ανακάμπτουν, οι ελλείψεις σε diesel και άλλα καύσιμα επιμένουν. Η τεράστια άνοδος των τιμών του αργού πετρελαίου έχει ήδη περάσει από τις αγορές στις αντλίες των πρατηρίων και πολύ περισσότερο στο diesel απ’ ότι στη βενζίνη, με την ΕΚΤ να παραδέχεται πως όσο οι τιμές του Brent παραμένουν πάνω από τα 100 δολάρια, τόσο πλησιάζουμε στο δυσμενές σενάριο.
Οι χρηματιστηριακές τιμές του πετρελαίου συνεχίζουν να βρίσκονται μεταξύ 101-108 δολαρίων το βαρέλι και παραμένουν πάνω από το ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων σχεδόν από τις 9 Σεπτεμβρίου (μόνο 3 ημέρες στις 21-23/9 έκλεισε το Brent κάτω από τα 100 δολάρια).
Αυτό όμως είναι κάτι το οποίο έχουν συνηθίσει οι αγορές στους επτά μήνες που έχουν διαταραχθεί οι ροές από τα Στενά του Ορμούζ. Το μεγάλο πρόβλημα είναι οι τιμές του πετρελαίου με τις οποίες λειτουργεί η πραγματική οικονομία και είναι αυτές που επηρεάζουν καθοριστικά τις μεταφορές, ανεβάζουν τον πληθωρισμό και απειλούν με νέα κρίση τις οικονομίες.
Σύμφωνα με το Weekly Oil Bulletin της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η μέση τιμή της αμόλυβδης 95 στην ΕΕ έχει αυξηθεί από 1,757 ευρώ το λίτρο στα τέλη Ιουνίου, σε 2,104 ευρώ στα τέλη Σεπτεμβρίου, καταγράφοντας άνοδο σχεδόν 20% μέσα σε τρεις μήνες.
Ακρίβεια σε τρία κύματα
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η επιβάρυνση στο diesel, όπου η μέση τιμή έχει εκτιναχθεί από 1,716 ευρώ σε 2,237 ευρώ το λίτρο, δηλαδή περισσότερο από 30%. Σε σχέση με τα τέλη Φεβρουαρίου, η αύξηση φτάνει περίπου το 28,5% για τη βενζίνη και ξεπερνά το 40% για το diesel, δείχνοντας ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της σημερινής ενεργειακής κρίσης δεν βρίσκεται πλέον μόνο στο αργό πετρέλαιο αλλά και στη διαθεσιμότητα των διυλισμένων προϊόντων.
Αρκεί να πούμε ότι οι Ευρωπαίοι πληρώνουν περίπου 32 ευρώ παραπάνω – σε σύγκριση με πριν τον πόλεμο – για να γεμίσουν ένα ντεπόζιτο 50 λίτρων ντίζελ.
Η έκρηξη των τιμών μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις στην οικονομία σε τρία κύματα, εξέλιξη που θα επιδεινώσει σημαντικά την κρίση ακρίβειας που βιώνει η Ευρώπη.
Το πρώτο κύμα είναι σχεδόν άμεσο καθώς βενζίνη και ντίζελ μπαίνουν απευθείας στον γενικό δείκτη πληθωρισμού, επομένως οι αυξήσεις στην αντλία θα εμφανιστούν σε λίγες εβδομάδες στα επίσημα στοιχεία. Ήδη ο Σεπτέμβριος έδειξε ισχυρή επιτάχυνση του πληθωρισμού στο 3,3% στη Γερμανία, στο 3,4% στη Γαλλία, στο 4,1% στην Ιταλία και στο 5% στην Ισπανία, με την ενέργεια να αποτελεί βασικό παράγοντα.
Το δεύτερο κύμα χρειάζεται περίπου 3-9 μήνες μέσω της αύξησης του κόστους των μεταφορών, των logistics, της γεωργίας, των κατασκευών και της βιομηχανίας, με τις επιχειρήσεις να μετακυλύουν σταδιακά το κόστος στον καταναλωτή. Αν οι σημερινές τιμές του πετρελαίου δεν υποχωρήσουν τότε ο πληθωρισμός μπορεί να ενισχυθεί έως και κατά 0,8%.
Το τρίτο κύμα μπορεί να φανεί ακόμη και μετά από ένα χρόνο ή και περισσότερο, με την ενεργειακή κρίση να χτυπάει τους μισθούς, τις υπηρεσίες και τις πληθωριστικές προσδοκίες, κάνοντας ακόμη πιο βαθιά την κρίση.
Δεν είναι τυχαίο ότι η ΕΚΤ παραδέχθηκε πριν από λίγες ημέρες ότι η πραγματικότητα πλησιάζει περισσότερο στο δυσμενές σενάριο, όσο οι τιμές του Brent παραμένουν πάνω από τα 100 δολάρια.
Η… άλλη τιμή του Brent
Στο μεταξύ, αποκαλυπτικό είναι αυτό που συμβαίνει πίσω από τη χρηματιστηριακή τιμή του Brent. Οι εξαγωγές αργού από τη Μέση Ανατολή έχουν σχεδόν επιστρέψει στα επίπεδα πριν από τον πόλεμο, αλλά η φυσική αγορά παραμένει εξαιρετικά σφιχτή και τα καύσιμα εξακολουθούν να βρίσκονται σε συνθήκες πραγματικής έλλειψης.
Το Brent παράδοσης Δεκεμβρίου κινείται πλέον λίγο πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ωστόσο, το Dated Brent – η ημερήσια αποτίμηση της S&P Global για φορτία φυσικού πετρελαίου με συγκεκριμένη περίοδο παράδοσης – βρίσκεται σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η HSBC κοντά στα 121 δολάρια. Η σύγκριση δεν είναι απολύτως ομοειδής, καθώς πρόκειται για διαφορετικούς χρονικούς ορίζοντες, όμως η μεγάλη απόκλιση αποτελεί σαφή ένδειξη της πίεσης που εξακολουθεί να υπάρχει στην άμεση φυσική αγορά.
Ανακάμπτουν οι ροές
Το παράδοξο είναι πως σύμφωνα με την JPMorgan, οι εξαγωγές αργού από τη Μέση Ανατολή έχουν ανακάμψει στα 17,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως σε μέσο όρο δέκα ημερών, φτάνοντας στο 98% των προπολεμικών επιπέδων.
Στοιχεία της Kpler δείχνουν επίσης ότι, εξαιρουμένου του Ιράν, τουλάχιστον 16,3 εκατ. βαρέλια την ημέρα μεταφέρθηκαν από τον Κόλπο τον Σεπτέμβριο, όγκος αντίστοιχος με εκείνον πριν από τον πόλεμο.
Με άλλα λόγια, η αγορά έχει βρει τρόπους να παρακάμπτει το πρόβλημα. Περίπου το 40% των σημερινών εξαγωγών αποφεύγει πλέον τα Στενά του Ορμούζ, έναντι 17% πριν από τη σύγκρουση, μέσω αγωγών, λιμανιών στην Ερυθρά Θάλασσα και τον Κόλπο του Ομάν και μεταφορτώσεων από πλοίο σε πλοίο.
Αυτό όμως έχει κόστος και, κυρίως, δεν σημαίνει ότι η ενεργειακή αγορά έχει επιστρέψει στην κανονικότητα. Οι παγκόσμιες αποθήκες παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα πληρότητας, η ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών εξακολουθεί να αποτελεί πρόβλημα και η αγορά πληρώνει σημαντικό premium για πετρέλαιο που είναι διαθέσιμο άμεσα.
Στενεύουν τα περιθώρια ασφαλείας
Η μεγαλύτερη αλλαγή, όμως, βρίσκεται ένα στάδιο πιο κάτω στην αλυσίδα και στα διυλισμένα προϊόντα. Ενώ οι ροές του αργού αποκαθίστανται, εκείνες του diesel, των καυσίμων αεροσκαφών και της βενζίνης παραμένουν σε πολύ μεγαλύτερη έλλειψη. Οι μεταφορές προϊόντων μέσω των Στενών του Ορμούζ βρίσκονται περίπου στα 677.000 βαρέλια ημερησίως, έναντι 3,6 εκατ. πριν από τον πόλεμο.
Και τώρα προστίθεται ακόμη ένας παράγοντας. Η Κίνα ανέστειλε τις εξαγωγές πετρελαϊκών προϊόντων προς σχεδόν όλες τις αγορές για τον Οκτώβριο, καθώς το Πεκίνο επιλέγει να προστατεύσει τα εγχώρια αποθέματα καυσίμων και την κάλυψη της εσωτερικής ζήτησης καθώς ξεκινά η Χρυσή Εβδομάδα εθνικών εορτασμών. Η κίνηση αφαιρεί από τη διεθνή αγορά έναν από τους σημαντικότερους ευέλικτους προμηθευτές diesel, καυσίμων αεροσκαφών και βενζίνης, την ώρα που τα ασιατικά περιθώρια διύλισης diesel έχουν ήδη επιστρέψει κοντά στα 75 δολάρια το βαρέλι.
Το σημαντικότερο μήνυμα των 100 δολαρίων είναι ότι παρά την προσαρμογή των παγκόσμιων ενεργειακών ροών, η αγορά δεν έχει ακόμη το περιθώριο ασφαλείας που θα επέτρεπε στις τιμές να επιστρέψουν στα επίπεδα πριν από την κρίση.