Advertisement

Γιατί και πώς χρειαζόμαστε τελικά τα μονοπάτια;

Όλο και περισσότεροι άνθρωποι ανακαλύπτουν το περπάτημα στην ύπαιθρο, και η ανάγκη να αποφασίσουμε πώς συντηρούμε τα μονοπάτια μας, αλλά κυρίως πώς τα κάνουμε πραγματικά χρήσιμα και ασφαλή, γίνεται πιο επιτακτική από ποτέ | Λευτέρης Τσουρής*

Τι κοινό έχουν μια βόλτα με έναν επιστήθιο φίλο, μια εκδρομή με παρέα και ο αναστοχασμός που χρειάζεται μια ισορροπημένη ζωή; Η δική μου απάντηση είναι: ύπαιθρος, δάσος και μονοπάτια. Ύστερα από τριάντα χρόνια τριβής με τη φύση και την ύπαιθρο της Ελλάδας, αυτό το φαινομενικά ασύνδετο σχήμα προβάλλει μπροστά μου όλο και πιο καθαρά.

Τα τελευταία χρόνια διαβάζουμε όλο και συχνότερα για την πεζοπορία και την ορειβασία. Για νέα δίκτυα μονοπατιών, για πιστοποιήσεις, για σηματοδοτήσεις, για ατυχήματα, για διασώσεις. Πίσω από την αύξηση της κίνησης στα βουνά, στα δάση και γενικότερα στην ύπαιθρο, βρίσκεται κατά τη γνώμη μου μια πολύ απλή ανάγκη: να επανασυνδεθούμε με τη φύση αλλά και με τον συνάνθρωπο.

Advertisement

Τα μονοπάτια βέβαια, δεν δημιουργήθηκαν γι’ αυτό. Για αιώνες, υπήρξαν δρόμοι του μόχθου, της μετακίνησης, του εμπορίου, της κτηνοτροφίας, της επικοινωνίας, της καθημερινής επιβίωσης. Σε ορισμένα μέρη, μάλιστα,  παρέμειναν το μοναδικό ουσιαστικό δίκτυο μετακίνησης μέχρι πολύ πρόσφατα. Στην Ικαρία, για παράδειγμα, οικισμοί και περιοχές συνδέονταν σχεδόν αποκλειστικά με μονοπάτια μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα.

Υπάρχουν ακόμη και περιπτώσεις όπου κατασκευάστηκαν ολόκληρα καλντερίμια για ανάγκες που σήμερα μοιάζουν παράδοξες. Στο Ασπρόρεμα των Αγράφων ή μεταξύ Δομνίστας και Ροσκάς Ευρυτανίας, τμήματα χτιστών μονοπατιών διαμορφώθηκαν κάποτε για να εξυπηρετήσουν τη διέλευση του δικτύου τηλεφωνίας. Με άλλα λόγια, χρησιμοποιήθηκαν για σχεδόν κάθε σκοπό εκτός από εκείνον για τον οποίο τα χρησιμοποιούμε κυρίως σήμερα: την αναψυχή. Κάπου λοιπόν συνέβη μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή.

Γιατί και πώς χρειαζόμαστε τελικά τα μονοπάτια;-1
Καλντερίμι στη Ζαγορά.

Η πιο απλή μορφή μετακίνησης

Το δίκτυο που έχασε σε μεγάλο βαθμό τη χρηστική του αξία άρχισε να αποκτά μια νέα. Όσο η καθημερινότητα αστικοποιούνταν, όσο το αυτοκίνητο αντικαθιστούσε το βάδισμα και όσο ο ελεύθερος χρόνος αποκτούσε μεγαλύτερη σημασία, τόσο περισσότεροι άνθρωποι άρχισαν να επιστρέφουν στην απλούστερη μορφή μετακίνησης που γνωρίζουμε: το περπάτημα.

Και αυτό εμπλουτίστηκε. Έγινε άσκηση, αναζήτηση εμπειριών, ταξίδι, εξερεύνηση. Έγινε πεζοπορική διάσχιση, ανάβαση, ορεινή πεζοπορία. Σαν δύο αντίθετοι πόλοι, η πόλη και το δάσος, η υπερβολή της καθημερινότητας και η απλότητα ενός μονοπατιού, άρχισαν να έλκονται εντονότερα.

Δεν χρειάζεται κανείς να εξιδανικεύσει τη φύση για να το διαπιστώσει. Μια βόλτα στο δάσος ή στο βουνό συχνά δεν απαιτεί τίποτε περισσότερο από λίγο χρόνο, διάθεση και στοιχειώδη προσοχή. Και σχεδόν πάντα προσφέρει κάτι που σπανίζει: χώρο φυσικό αλλά και ψυχικό.

Μετά από λίγη ώρα κίνησης, ο ρυθμός αλλάζει. Το σώμα δουλεύει διαφορετικά, το μυαλό ησυχάζει, η συζήτηση αποκτά άλλη ποιότητα ή αντιθέτως, η σιωπή γίνεται απολύτως φυσιολογική. Το φως, ο αέρας, η βλάστηση και ο ρυθμός του περπατήματος μάς επιστρέφουν σε ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε η ανθρώπινη καθημερινότητα για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας μας.

Γιατί και πώς χρειαζόμαστε τελικά τα μονοπάτια;-2
Καλντερίμι σε γεφύρι στο Ζαγόρι.

Άσκηση, κοινωνικοποίηση και προσωπική εξερεύνηση 

Γι’ αυτό θεωρώ τα μονοπάτια κάτι περισσότερο από υποδομή ελεύθερου χρόνου. Είναι χώροι άσκησης, κοινωνικοποίησης και προσωπικής εξερεύνησης. Ενδυναμώνουν σχέσεις, δημιουργούν νέες, προσφέρουν χρόνο για συζήτηση και χρόνο για σιωπή. Και, με τη σωστή επιλογή διαδρομής, μπορούν να απευθύνονται σε ανθρώπους πολύ διαφορετικών ηλικιών και δυνατοτήτων.

Το σημαντικότερο ίσως είναι ότι δεν χρειάζεται πάντοτε να ταξιδέψει κανείς μακριά. Συχνά, δίπλα στις πόλεις και στα χωριά, υπάρχουν μονοπάτια που μπορούν να προσφέρουν αυτή την εμπειρία. Ο Υμηττός είναι ίσως το πιο προφανές παράδειγμα για την Αθήνα. Αντίστοιχες δυνατότητες υπάρχουν σχεδόν σε ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα. Μέχρι εδώ όμως, οι απαντήσεις σε ερωτήματα ήταν σχετικά εύκολες. Το δύσκολο αρχίζει όταν από το «γιατί χρειαζόμαστε τα μονοπάτια» περάσουμε στο «πώς τα χρειαζόμαστε».

Εδώ, κατά τη γνώμη μου, η συζήτηση στην Ελλάδα συχνά ξεκινά από λάθος σημείο. Όταν μιλάμε για ανάπτυξη μονοπατιών, σκεφτόμαστε αμέσως ξύλινες κατασκευές και σήμανση. Έχουμε περάσει δεκαετίες γεμίζοντας δασικές περιοχές με υποδομές αναψυχής, αρκετές φορές εκεί όπου ίσως να μην υπήρχε πραγματική ανάγκη. Το πρώτο πράγμα που χρειάζεται ένα μονοπάτι δεν είναι κατασκευές και σήμανση. Είναι να μπορείς να βαδίσεις στο ίχνος του.

Γιατί και πώς χρειαζόμαστε τελικά τα μονοπάτια;-3
Μονοπάτι στα Άγραφα, στη θέση Πόρτα.

Βατά και καθαρά μονοπάτια

Η βατότητα είναι η βασικότερη υποδομή. Ένα καθαρό, ευδιάκριτο και λειτουργικό κατάστρωμα βάδισης έχει μεγαλύτερη αξία από ένα εντυπωσιακό σύστημα σήμανσης τοποθετημένο πάνω σε μια διαδρομή που μετά από δύο χρόνια έχει κλείσει από τη βλάστηση. Η σήμανση είναι ένα χρήσιμο αλλά επικουρικό εργαλείο, όχι πανάκεια. Η προσωπική μου εμπειρία σε Ελλάδα και εξωτερικό το επιβεβαιώνει: οι καλύτερες και πιο ουσιαστικές πεζοπορικές εμπειρίες, είτε με λίγους συνοδοιπόρους είτε με μεγαλύτερες ομάδες, ήταν πάντα εκείνες όπου η βατότητα των μονοπατιών ήταν εξαιρετική, ανεξάρτητα από το πόσο εκτεταμένη ή περίτεχνη ήταν η σήμανση.

Το ίδιο ισχύει και για την ασφάλεια: τα ατυχήματα που έχουν συμβεί από τον Λούσιο και τον Ορλιά μέχρι την Αστράκα, τη Σύμη και το Ε4 της νότιας Κρήτης υπενθυμίζουν ότι η ασφάλεια πρέπει να αποτελεί μέρος οποιουδήποτε σοβαρού σχεδιασμού. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορούμε ή ότι πρέπει να αποστειρώσουμε το φυσικό περιβάλλον από κάθε κίνδυνο. Δεν μπορούμε να γεμίσουμε τα βουνά με κάγκελα και πλέγματα. Ούτε να τοποθετήσουμε σκίαστρα και βρύσες κάθε 100 μέτρα σε κάθε εκτεθειμένο νησιωτικό μονοπάτι. Μπορούμε, όμως, να κάνουμε κάτι πολύ ουσιαστικότερο: να γνωρίζουμε τι έχουμε και να ενημερώνουμε σωστά γι’ αυτό: πού υπάρχει έκθεση, πού γίνεται το πεδίο και το ανάγλυφο τεχνικό, πού χάνεται η διαδρομή, πού μετατρέπει η καλοκαιρινή ζέστη μια κατά τα άλλα απλή πορεία σε σοβαρή δοκιμασία. Να μπορούμε να πούμε ξεκάθαρα ότι ένα μονοπάτι δεν είναι κατάλληλο για όλους.

Γιατί και πώς χρειαζόμαστε τελικά τα μονοπάτια;-4
Μονοπάτι στη βόρεια Πίνδο.

Κάθε τόπος με τη δική του προσέγγιση

Αυτή η ολιστική αντιμετώπιση απαιτεί, ωστόσο, διαφορετική προσέγγιση ανά τόπο. Άλλες ανάγκες έχει ένα δασωμένο μονοπάτι της Πίνδου και άλλες μια εκτεθειμένη διαδρομή στις Κυκλάδες. Σε ένα πυκνό δάσος, το μεγαλύτερο πρόβλημα μπορεί να είναι η βλάστηση που εξαφανίζει το ίχνος μέσα σε δύο χρόνια. Σε ένα νησί μπορεί να είναι η απουσία σκιάς και νερού. Σε ένα παλιό ορεινό δίκτυο μπορεί να είναι η κατάρρευση ενός λιθόστρωτου ή μιας ξερολιθιάς. Δεν υπάρχει μία τυποποιημένη λύση.

Και υπάρχει ακόμη ένα όριο που συνήθως αποφεύγουμε να συζητήσουμε: δεν μπορούμε να συντηρήσουμε τα πάντα. Η Ελλάδα διαθέτει ένα τεράστιο, ιστορικό δίκτυο μονοπατιών. Μόνο ένα σχετικά μικρό νησί, όπως η Ικαρία, διαθέτει εκατοντάδες χιλιόμετρα. Το να πιστεύουμε ότι κάθε παλιό μονοπάτι μπορεί να καθαριστεί, να σηματοδοτηθεί και να συντηρείται επ’ αόριστον δεν είναι σχεδιασμός αλλά ευχή.

Ποια δίκτυα έχουν πραγματική χρησιμότητα για τις τοπικές τους κοινότητες; Ποια μπορούν να συντηρηθούν; Ποια έχουν μνημειακή ή φυσιολατρική αξία; Ποια μπορούν να δημιουργήσουν συνεκτικές πεζοπορικές διαδρομές; Εδώ αρχίζει, κατά τη γνώμη μου, η πραγματική διαχείριση. Και εδώ αποκτούν σημασία ακόμη και οι λέξεις. Στην Ελλάδα χρησιμοποιούμε συχνά ως συνώνυμα το «μονοπάτι» και τη «διαδρομή»: δεν είναι.

Μια πεζοπορική διαδρομή μπορεί να ακολουθεί μονοπάτι, χωματόδρομο, καλντερίμι, δρόμο μέσα σε οικισμό, ακόμη και φυσικό έδαφος χωρίς διαμορφωμένο ίχνος βάδισης. Το μονοπάτι είναι δρόμος συγκεκριμένου τύπου. Η διαδρομή είναι η πορεία που επιλέγουμε να ακολουθήσουμε. Η διάκριση αυτή δεν είναι επ’ ουδενί σχολαστικότητα αλλά έχει πρακτική σημασία.

Όταν ονομάζουμε «μονοπάτι» μια πορεία πάνω σε μια εκτεθειμένη κορυφογραμμή ή τη διάσχιση μιας σάρας ή μια πορεία που εκτείνεται 90% σε χωματόδρομους, δημιουργούμε ήδη μια εικόνα στο μυαλό εκείνου που θα τη χρησιμοποιήσει. Αν οι λέξεις είναι ανακριβείς, ανακριβείς γίνονται και οι προσδοκίες.

Το ίδιο συμβαίνει όταν χρησιμοποιούμε χωρίς διάκριση τους όρους πεζοπορία και ορειβασία: δεν είναι κάθε περπάτημα στο βουνό και την ύπαιθρο ίδιο. Η κλίση, το είδος του εδάφους, η έκθεση, η δυσκολία προσανατολισμού, το υψόμετρο και οι καιρικές συνθήκες μπορούν να κάνουν δύο πεζοπορικές διαδρομές ίδιου μήκους εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, ενώ η ορειβασία απαιτεί ειδικές γνώσεις και εξοικείωση στη χρήση αναρριχητικού εξοπλισμού και ασφαλιστικών μέσων.

Γιατί και πώς χρειαζόμαστε τελικά τα μονοπάτια;-5
Παλιά μουλαρόστραρα στη Σαράνταινα.

Η επόμενη μέρα

Οι λέξεις διαμορφώνουν έννοιες και οι έννοιες προσδοκίες. Οι σωστές προσδοκίες αποτελούν μέρος της ασφάλειας. Ίσως λοιπόν η επόμενη φάση για τα ελληνικά μονοπάτια να μην χρειάζεται τόση εμμονή με το πόσα καινούργια δίκτυα θα δημιουργήσουμε ή πόσο εκτεταμένη θα είναι η σήμανση τους. Ίσως χρειάζεται πρώτα να μάθουμε καλύτερα τι διαθέτουμε. Να τα καταγράψουμε, να τα αξιολογήσουμε, να επιλέξουμε ποια μπορούν πράγματι να συντηρηθούν, να τα εντάξουμε σε λογικές διαδρομές και να περιγράψουμε με ειλικρίνεια τι θα συναντήσει ο άνθρωπος που θα τα περπατήσει.

Τα μονοπάτια υπήρξαν κάποτε οι δρόμοι που επέτρεπαν στους ανθρώπους να ζουν στην ύπαιθρο. Σήμερα, σε μια κοινωνία που έχει απομακρυνθεί όσο ποτέ από αυτήν, μπορούν να γίνουν οι δρόμοι που μας επιτρέπουν να επιστρέφουμε.


*Ο Λευτέρης Τσουρής είναι Γεωγράφος Π.Ε., πεζοπόρος και ορειβάτης, ιδρυτής της Geopsis Maps – εταιρείας γενικών χαρτογραφήσεων, outdoor εφαρμογών και σχεδιασμού δικτύων μονοπατιών.

 

 

 

Πηγή Καθημερινή
Μπορεί επίσης να σας αρέσει