Ενδείξεις για μελισσοκομία στα Κύθηρα από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού από την αρχαιολογική έρευνα στο σπήλαιο Καταφυγάδι, στην ψηλότερη κορυφή των Κυθήρων
Γράφει η Κατερίνα Τρανταλίδου και ο Κωνσταντίνος Τρίμμης
Η ανασκαφική έρευνα στο σπηλαιοβάραθρο Καταφυγάδι (2011 και 2023) και η πολυεπίπεδη μελέτη του χώρου, παρείχαν ενδείξεις για την χρήση του ως τον ερεβώδη τόπο της αιώνιας ανάπαυσης, μεταστάντων σε διαφορετικές περιόδους, ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ. (εκατονταετίες 2500-2300), την αρχή και το τέλος της 2ης χιλιετίας αλλά και το καιρό της Ενετοκρατίας.
Στο διάνυσμα του χρόνου, αυτή η αιώνια κατοικία, δέχθηκε καταφεύγοντες αλλά και εισβολείς, που διατάραξαν επιχώσεις και προσφορές στους θανόντες (ενδεικτικά: τον 3ο αιώνα π.Χ., τον 2ο -4ο αιώνα μ.Χ. αλλά και τα νεότερα χρόνια). Παρόλα αυτά, η προσεκτική παρατήρηση των κατρακυλισμένων και, ενίοτε, τοποθετημένων λίθων, η μελέτη των θραυσμάτων από τα πήλινα αγγεία αλλά και των ποικίλων προσφορών έριξαν αμυδρό φως σε τοπικές παραδόσεις και τελετουργίες που θα αφορούσαν την εκφορά, τον ενταφιασμό του νεκρού αλλά και την ανακομιδή των λειψάνων, ίσως, όμως, και τελετουργικών γευμάτων στη μνήμη των εκλιπόντων.
Είναι γνωστό ότι τα ταφικά έθιμα αντανακλούν άμεσα την ίδια τη ζωή, καθώς αποκαλύπτουν την κοινωνική δομή, τις αξίες, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και την οικονομική κατάσταση μιας κοινωνίας. Στο πρόσφατο άρθρο των K. P. Trimmis, S. Fouriki, P. Quinn, J. Dunne, R. P. Evershed, K. Faillace, R. Madgwick, M. Andersen, M.-A. Millet, A. J. Nederbragt, T. Knowles, P. Monaghan, G. Lazaridis, Ch. L. Fernée, K. Trantalidou, «Exploring local and regional dynamics in the Bronze Age Kythera Island, Greece, through an analytical approach on archaeological data from Kataphygadi cave», που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Archaeological Science: Reports 73 (2026), η ερευνητική ομάδα προσδιόρισε στοιχεία με ιδιαίτερη σημασία για την ιστορία και την ταυτότητα του νησιού.
Στην Αρχαιομετρία, η μέτρηση της αναλογίας των σταθερών ισοτόπων στροντίου ⁸⁷Sr/⁸⁶Sr χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της γεωγραφικής προέλευσης ανθρώπων και ζώων, διότι αποτυπώνει τη γεωλογική σύσταση του εδάφους και του νερού της περιοχής, στην οποία τα άτομα ζούσαν κατά την παιδική τους ηλικία. Χημικές αναλύσεις στο σμάλτο θραυσμένων δοντιών από το Καταφυγάδι συνηγορούν για πιθανή τοπική προέλευση των νεκρών.
Στην αρχαιολογική έρευνα, τα Κύθηρα είναι γνωστά για την τοπική παραγωγή αγγείων από πορτοκαλόχρου μαρμαρυγιακό πηλό, πηλό με μεγάλη αντοχή στη φωτιά. Η παρουσία ή η απουσία αυτού του πηλού βοηθά τους επιστήμονες να προσδιορίσουν εάν ένα αγγείο κατασκευάστηκε επιτόπου ή εάν εισήχθη από τη Μινωική Κρήτη ή την Μυκηναϊκή Πελοπόννησο. Αν και η πολιτισμική παράδοση της Κρήτης και της Πελοποννήσου, διαχρονικά, είναι συνεχής, όπως έδειξε η πετρογραφική ανάλυση, αρκετά από τα αγγεία της Εποχής του Χαλκού φαίνεται να έχουν κατασκευαστεί από τοπικό πηλό. Η αγγειοπλαστική θυμίζει ότι, στα Κύθηρα, υλικά και ιδέες μεταπλάθονται και αποκτούν την δική τους φυσιογνωμία.
Επιπλέον, εξειδικευμένοι ερευνητές ανάλυσαν τα οργανικά κατάλοιπα που είχαν απορροφηθεί στα κεραμικά τοιχώματα αγγείων της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Σε ένα θραύσμα αναγνωρίστηκαν υπολείμματα, που παραπέμπουν, κυρίως, σε γαλακτοκομικά προϊόντα μηρυκαστικών, ίσως αιγών ή προβάτων. Σε ορισμένα αγγεία της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (δηλαδή της 2ης χιλιετίας) εντοπίστηκαν λιπιδικά κατάλοιπα συμβατά με αλλοιωμένο κερί μέλισσας.
Το μέλι, η πυκνή, αρωματική, χρυσίζουσα στην όψη, ουσία, που προσφέρει στον ουρανίσκο ευχαρίστηση, στο σώμα ενέργεια, γνωστό για την αντιβακτηριακή δράση και την επούλωση των πληγών, στην άγρια μορφή συλλεγόταν από ριψοκίνδυνους ανθρώπους, όπως μαρτυρεί βραχογραφία στο σπήλαιο Cuevas de la Araña στη δυτική Μεσόγειο (8.000 έτη πριν) αλλά ανιχνεύθηκε και σε πήλινα μαγειρικά σκεύη στο Çayönü Tepesi, στους πρόποδες της οροσειράς του Ταύρου, ένα χωριό που άκμασε 9.000 έτη πριν. Η διακίνηση του μελιού είναι καταγεγραμμένη σε πινακίδες Γραμμικής γραφής Β από την Κνωσό και τις Μυκήνες ενώ στην ελληνική αρχαιότητα το μοναδικό αυτό γλυκαντικό συνδυάζονταν με γάλα, οίνο ή ύδωρ για τη δημιουργία δημοφιλών ποτών. Το κερί, πάλι, χρησιμοποιήθηκε για τον φωτισμό, την σφράγιση αγγείων και άλλες τεχνικές και συμβολικές χρήσεις.
Η εύρεση υπολειμμάτων κεριού μέλισσας στα κεραμικά θραύσματα, που βρέθηκαν στο Καταφυγάδι, προσθέτει έναν ακόμα κρίκο τόσο στην γεωγραφική όσο και στην χρονική αλυσίδα, καθώς το εύρημα αυτό αποκτά ξεχωριστή βαρύτητα, αν το δούμε μέσα από τη μακρά συνέχεια της κυθηραϊκής μελισσοκομίας. Στα Κύθηρα, το μέλι δεν είναι, απλώς, ένα αγροτικό προϊόν. Είναι κομμάτι της τοπικής παράδοσης, της οικονομίας, της γαστρονομίας και της σχέσης των ανθρώπων με το τοπίο. Οι θυμαρότοποι, η άγρια βλάστηση, οι εποχικές ανθοφορίες και η γνώση των μελισσοκόμων αποτελούν μέχρι σήμερα βασικά στοιχεία της κυθηραϊκής ζωής.
Η παρουσία κεριού/μελιού, όμως, στο σπήλαιο συνδέει το αγαθό αυτό είτε με νεκρόδειπνα στην μνήμη των προσφιλών οικείων είτε με προσφορές στους νεκρούς. Η τροφή αυτή δημιουργούσε αναμνήσεις και γιατί ήταν σπάνια και, ως εκ τούτου, πολυτελής -υπομνηματίζοντας μια κρυμμένη αφθονία- και γιατί σχετίζεται με την επιβίωση και την υγεία. Άλλωστε αγγεία με μέλι, ως κτερίσματα, έχουν βρεθεί και σε θαλάμους τάφων στην Αίγυπτο, εκεί όπου ο θάνατος αντιμετωπιζόταν ως η μετάβαση στην αιώνια μεταθανάτια ζωή.
Στην ομίχλη των ιστορικών γεγονότων, κατανοούμε ότι το μέλι ήταν ένα κοινωνικό αγαθό με υψηλή συμβολική αξία, το οποίο, για τα Κύθηρα, φωτίζει μια παράδοση, όχι αναγκαστικά συνεχή, αλλά, πάντως, μακρόχρονη, 4.000 χρόνων.

