Ο Τραμπ ολισθαίνει στο τέλμα του Ιράν
Οσο συνεχίζονται οι εχθροπραξίες, τόσο οι ΗΠΑ κινδυνεύουν να βυθιστούν ακόμη περισσότερο σε έναν «ακόμη βάλτο της Μέσης Ανατολής». Επειτα από πέντε μήνες πολέμου και χωρίς να έχουν πετύχει κανέναν από τους στόχους τους, οι Αμερικανοί φέρονται να έχουν εξαντλήσει το 30% των αποθεμάτων πυραύλων Tomahawk και το 50% αναχαιτιστικών Patriot
Παρά την τρικυμία εν κρανίω, πλέον ενδέχεται να το γνωρίζει ακόμη και ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ ότι η κληρονομιά του, όσον αφορά την εξωτερική πολιτική του, πιθανότατα θα καθοριστεί από την έκβαση της σύγκρουσης με το Ιράν. Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών θα μπορούσε να γνωρίζει επίσης πως τα πράγματα μάλλον δεν πηγαίνουν καλά, καθώς η σύρραξη ολοένα κλιμακώνεται («η πραγματικότητα είναι ότι σήμερα η Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν εμπλέκεται σε έναν πόλεμο πλήρους κλίμακας», δήλωσε τη Δευτέρα ο ιρανός πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν), χωρίς, όμως, οι ΗΠΑ να έχουν ούτε αυτή τη φορά ένα ρεαλιστικό σχέδιο που θα μπορούσε να τις οδηγήσει στη νίκη.
Σε αυτό το πλαίσιο το αμερικανικό κατεστημένο ασφαλείας αναπόφευκτα επαναπροσδιορίζει –προς το χειρότερο– το τι θα μπορούσε να θεωρηθεί επιτυχία. Την προηγούμενη εβδομάδα, για παράδειγμα, στο Φόρουμ Ασφαλείας του Ασπεν, ο Μαρκ Εσπερ, πρώην υπουργός Αμυνας των ΗΠΑ κατά την πρώτη θητεία του Τραμπ, ήταν αρκετά σαφής· υποστήριξε ότι, στην παρούσα φάση, η Ουάσινγκτον θα μπορούσε να αρκεστεί στην επίτευξη δύο βασικών στόχων: στο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ –χωρίς διόδια– και στην επιβολή περιορισμών στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν αντίστοιχων με εκείνους που είχαν συμφωνηθεί επί της προεδρίας του Μπαράκ Ομπάμα.
Με άλλα λόγια, όπως σχολιάζει σε ανάλυσή του ο (πάντα μετρημένος και ενημερωμένος) Γκίντεον Ράχμαν, επικεφαλής σχολιαστής των διεθνών εξελίξεων στους λονδρέζικους Financial Times, o στόχος των ΗΠΑ μπορεί να είναι μόνον η αποκατάσταση του προπολεμικού στάτους κβο. Το κρίσιμο, όμως, ζήτημα είναι πως ακόμη και αυτοί οι μετριοπαθείς στόχοι ενδέχεται να αποδειχθούν ανέφικτοι.
Σχεδόν πέντε μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, το ιρανικό καθεστώς δείχνει (και μάλλον είναι) αποφασισμένο να επιβάλει κάποιου είδους τέλη διέλευσης από το Ορμούζ και αποτελεί γεγονός ότι κανείς δεν γνωρίζει πως οι ΗΠΑ θα μπορούσαν πρακτικά να αποτρέψουν μια τέτοια εξέλιξη.
Η Ουάσινγκτον έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι δεν πρόκειται ποτέ να αποδεχθεί μια τέτοια κατάσταση. Ωστόσο η κλιμάκωση των βομβαρδισμών είναι εξαιρετικά απίθανο να εξαναγκάσει την Τεχεράνη να προβεί στο άνοιγμα των Στενών, ενώ στον Λευκό Οίκο δεν υπάρχει επί του παρόντος καμία διάθεση για ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων για την επίτευξη αυτού του στόχου.
Οσον αφορά το γιατί, ο Ράχμαν επικαλείται τον Μπάρι Μακάφρεϊ, απόστρατο στρατηγό των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, σύμφωνα με τον οποίο μια χερσαία σύρραξη για τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ θα μπορούσε να διαρκέσει έως και δώδεκα μήνες, ενώ το Πεντάγωνο θα έπρεπε να αναπτύξει στο πεδίο έως και 600.000 στρατιώτες.
Στο πλαίσιο της νέας κλιμάκωσης το Ιράν αντέδρασε, βάλλοντας κατά κρατών του Κόλπου (περιλαμβανομένης και της Σαουδικής Αραβίας έπειτα από μήνες), υπενθυμίζοντας πως οι ζάπλουτες μοναρχίες της περιοχής παραμένουν ιδιαίτερα ευάλωτες σε πλήγματα κατά κρίσιμων υποδομών, όπως οι μονάδες αφαλάτωσης και οι πετρελαϊκές εγκαταστάσεις.
Πλέον όλοι γνωρίζουν, περιλαμβανομένης και της αμερικανικής κυβέρνησης, πως η ιρανική απειλή των πυραύλων και των μη επανδρωμένων αεροσκαφών κατά πάσα πιθανότητα θα ενταθεί τα επόμενα χρόνια. Η Τεχεράνη έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να πλήττει ποικίλους στόχους, μεταξύ των οποίων το διεθνές αεροδρόμιο του Ντουμπάι, τις κεντρικές εγκαταστάσεις υγροποιημένου φυσικού αερίου του Κατάρ καθώς και αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στην περιοχή (προκαλώντας και ανθρώπινα θύματα).
Ωστόσο οι αναλυτές του Πενταγώνου εκτιμούν (και προειδοποιούν) πως χάρη στα τεχνολογικά άλματα που πραγματοποιούν οι Ιρανοί –σε συνδυασμό με την εκτεταμένη βοήθεια από τη Ρωσία και την Κίνα– καθίσταται ολοένα περισσότερο πιθανό τα επόμενα χρόνια η Τεχεράνη να διαθέτει πολύ πιο ακριβή και μεγαλύτερης εμβέλειας οπλικά συστήματα.
Μεταξύ των στόχων που θα μπορούσαν τότε να καταστούν ευάλωτοι σε ιρανικές επιθέσεις περιλαμβάνονται ο πυρηνικός αντιδραστήρας της Ντιμόνα στο Ισραήλ και η αμερικανική βάση στο Ντιέγκο Γκαρσία, η οποία είναι στρατηγικής σημασίας για την προβολή της αμερικανικής ισχύος στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού (στο πλαίσιο της τρέχουσας σύρραξης οι Ιρανοί αποπειράθηκαν τους προηγούμενους μήνες να πλήξουν αμφότερους αυτούς τους στόχους· δεν τα κατάφεραν μεν αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν καθησυχάζει σίγουρα το Τελ Αβίβ αλλά ούτε την Ουάσινγκτον).
Πώς θα μπορούσαν, οπότε –διερωτάται ο Ράχμαν στην ανάλυσή του– οι Ηνωμένες Πολιτείες να αποτρέψουν μία τόσο δυσοίωνη προοπτική; Μέσω της κατάρρευσης του τρέχοντος καθεστώτος –απαντά– ιδέα που επανέρχεται εκ των πραγμάτων στο τραπέζι, καθώς η Ουάσινγκτον αντιλαμβάνεται πλέον, πως είναι πιθανό να μην καταφέρει ποτέ να περιορίσει την Τεχεράνη μέσω διαπραγματεύσεων (και αεροπορικών επιδρομών).
Η ανατροπή του Ισλαμικού καθεστώτος ήταν εξαρχής ο στόχος του Τραμπ και του Νετανιάχου, όταν οι δυνάμεις τους άρχισαν να σφυροκοπούν το Ιράν την περασμένη 28η Οκτωβρίου. Ομως οι ελπίδες τους περί μιας μαζικής λαϊκής εξέγερσης που θα πυροδοτούσε ο πόλεμος και θα επέφερε την κατάρρευση του καθεστώτος διαψεύστηκαν μέσα σε μόλις εβδομάδες (εάν όχι ημέρες).
Στη συνέχεια η ιδέα εγκαταλείφθηκε, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να επιδιώκουν να τερματίσουν τη σύρραξη μέσω της διπλωματίας. Ομως, μετά την παταγώδη κατάρρευση των σχετικών προσπαθειών, στοιχεία της κυβέρνησης Τραμπ άρχισαν να φλερτάρουν εκ νέου με το αρχικό σχέδιο, δηλαδή την ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος.
Το πιο εμφανές στοιχείο αυτής της στρατηγικής είναι η άσκηση ολοένα μεγαλύτερης οικονομικής πίεσης στην Τεχεράνη –εξ ου και η επαναφορά του εμπάργκο πετρελαίου· οι ΗΠΑ εκτιμούν ότι μέσα σε λίγους μήνες μπορούν στερήσουν από το καθεστώς το μεγαλύτερο μέρος των πετρελαϊκών εσόδων του, προκαλώντας μια βαθιά οικονομική κρίση στο εσωτερικό της χώρας.
Παράλληλα συνεχίζονται οι όποιες προσπάθειες εντοπισμού προσώπων εντός του καθεστώτος που θα μπορούσαν να συνεργαστούν με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, στο πλαίσιο των οποίων η ισραηλινή Μοσάντ φέρεται να έφτασε στο σημείο σχεδόν να στρατολογήσει τον πρώην πρόεδρο της Ισλαμικής Δημοκρατίας Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, πάλαι ποτέ σφοδρό πολέμιο του εβραϊκού κράτους.
Υπάρχουν επίσης οι Κούρδοι· κατά την πρώτη φάση της σύρραξης, το Ισραήλ αποπειράθηκε (και κάποια στιγμή φάνηκε να τα καταφέρνει) να πείσει τον Τραμπ να ανάψει το πράσινο φως για τον εξοπλισμό τους, ώστε να κινηθούν κατά του καθεστώτος της Τεχεράνης, το οποίο, όμως, τελικά, δεν συνέβη. Σήμερα, όμως, εν ελλείψει καλύτερων εναλλακτικών επιλογών, το σενάριο αυτό θα μπορούσε να επανεξεταστεί.
Ανεξάρτητα από ό,τι λέει και διατάζει ο Ντόναλντ Τραμπ, η απροθυμία της Ουάσινγκτον να αποδεχθεί το ενδεχόμενο η Τεχεράνη να αναδυθεί από αυτόν τον πόλεμο ισχυρότερη σε σχέση με πριν είναι σίγουρα κατανοητή. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι κάθε προσπάθεια αποτροπής αυτής της εξέλιξης συνεπάγεται σοβαρούς κινδύνους.
Οσο συνεχίζονται, ολοένα εντεινόμενες, οι εχθροπραξίες, τόσο οι ΗΠΑ κινδυνεύουν να βυθιστούν ακόμη περισσότερο σε έναν «ακόμη βάλτο της Μέσης Ανατολής», όπως σχολιάζει ο Γκίντεον Ράχμαν. Επιπλέον, έπειτα από πέντε μήνες πολέμου και χωρίς να έχουν πετύχει κανέναν από τους στόχους τους, οι ΗΠΑ φέρονται (σύμφωνα με πλήθος αναφορών) να έχουν εξαντλήσει το 30% των αποθεμάτων πυραύλων Tomahawk και το 50% αναχαιτιστικών πυραύλων Patriot, μόλις κατά τις πρώτες εβδομάδες της συνεχιζόμενης και κλιμακούμενης σύρραξης.
Πολλοί από αυτούς τους πυραύλους προορίζονταν για μια ενδεχόμενη σύγκρουση με την Κίνα για την Ταϊβάν ενώ η διαδικασία αναπλήρωσης των αμερικανικών αποθεμάτων μπορεί να διαρκέσει χρόνια, το οποίο σημαίνει πως η Κίνα θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία, εφόσον επιλέξει να αναλάβει στρατιωτική δράση. Επί του παρόντος ο πόλεμος με το Ιράν είναι η σοβαρότερη διεθνής κρίση που αντιμετωπίζει η Ουάσινγκτον. Ενδέχεται, όμως, ταυτόχρονα να διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για μια ακόμη μεγαλύτερη κρίση στο μέλλον.