Οι Ναζί εκτελέστηκαν, οι αρχαιότητες σώθηκαν. Πώς;
Ενα συναρπαστικό βιβλίο του συγγραφέα μπεστ σέλερ των New York Times Στέφαν Τάλτι περιγράφει τις μυθιστορηματικές προσπάθειες ελληνοαμερικανών κομάντος και αμερικανών και ελλήνων αρχαιολόγων που κατάφεραν να σώσουν τα πολύτιμα κειμήλια των μουσείων μας κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής | Κική Τριανταφύλλη
Ξημέρωνε η συννεφιασμένη Κυριακή του Θωμά της 27ης Απριλίου 1941, όταν χαμηλά πάνω από την Αθήνα πέταξαν γερμανικά αεροπλάνα, με τους δρόμους της ελληνικής πρωτεύουσας να είναι εντελώς έρημοι. «Από της πρωΐας σήμερον η πόλις των Αθηνών κατελήφθη υπό των γερμανικών στρατευμάτων» θα έγραφαν τα «Aθηναϊκά Νέα» εκείνης της ημέρας, αποτυπώνοντας το κλίμα φόβου, ανασφάλειας και αναγκαστικής προσαρμογής που επικρατούσε παντού. Λίγο αργότερα, στις 2 Μαΐου, η Πηνελόπη Δέλτα θα αυτοκτονούσε με δηλητήριο ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την κατάληψη της πόλης από τους Γερμανούς.
Στις 8 η ώρα το πρωί δύο γερμανικά θωρακισμένα αυτοκίνητα εξοπλισμένα με ένα πυροβόλο και τέσσερα πολυβόλα κατέβαιναν τη λεωφόρο Κηφισίας ακολουθούμενα από ένα τάγμα μοτοσικλετιστών. Στο ύψος των Αμπελοκήπων τούς περίμεναν τα μέλη της επιτροπής παράδοσης της πόλης. Οι Γερμανοί συνέχισαν στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, έστριψαν στην Αμαλίας, έφτασαν στην Ακρόπολη και στη θέση της ελληνικής σημαίας ύψωσαν μια τεράστια σβάστικα.
Οι Αθηναίοι είχαν κλειδαμπαρωθεί στα σπίτια τους ακούγοντας στο ραδιόφωνο τον Κώστα Σταυρόπουλο να λέει: «Εδώ ελεύθεραι ακόμα Αθήναι… Ελληνες! Οι Γερμανοί εισβολείς ευρίσκονται εις τα πρόθυρα των Αθηνών. Αδέλφια! Κρατήστε καλά μέσα στην ψυχή σας το πνεύμα του μετώπου. Ο εισβολεύς εισέρχεται με όλας τας προφυλάξεις εις την έρημον πόλιν με τα κατάκλειστα σπίτια. Ελληνες! Ψηλά τις καρδιές!»
Λίγο αργότερα ο εκφωνητής θα μετέδιδε: «Προσοχή! Προσοχή! Η πρωτεύουσα περιέρχεται εις χείρας των κατακτητών. Επάνω εις τον Ιερόν Βράχον της Ακροπόλεως δεν κυματίζει πλέον υπερήφανη η γαλανόλευκος. Αντ’ αυτής εστήθη το λάβαρον της βίας. Ο φρουρός της σημαίας μας, διαταχθείς να την υποστείλει διά να ανυψωθεί η γερμανική, ηυτοκτόνησε ριφθείς εις το κενόν από του σημείου όπου ευρίσκετο η γαλανόλευκος. Ζήτω η Ελλάς!».
Και αμέσως μετά: «Προσοχή! Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών ύστερα από λίγο δεν θα είναι ελληνικός. Θα είναι γερμανικός και θα μεταδίδει ψέματα! Ελληνες! Μην τον ακούτε! Ο πόλεμός μας συνεχίζεται και θα συνεχισθεί μέχρι της τελικής νίκης! Ζήτω το Εθνος των Ελλήνων!»
Η Ελλάδα θα υπέφερε σοβαρά κατά τη διάρκεια της Κατοχής –το 5% του πληθυσμού της πέθανε– και το να βλέπεις τη γενέτειρα της Δημοκρατίας στα χέρια των Ναζί ήταν οδυνηρό, γράφει ο Εντουαρντ Ντόλνικ παρουσιάζοντας στους New York Times ένα νέο βιβλίο με τίτλο «Η Αμερικανική Σχολή Κατασκόπων» του Στέφαν Τάλτι.
Να σημειωθεί ότι είχε προηγηθεί το (εξαντλημένο) βιβλίο της Σούζαν Χιουκ Αλεν «Classical Spies. American Αrchaeologists with the OSS in World War ΙΙ Greece» (2011), στο οποίο η συγγραφέας, βασισμένη στα αρχεία του OSS, περιέγραψε και ανέλυσε την κατασκοπευτική δράση των αμερικανών –και όχι μόνο– αρχαιολόγων στη διάρκεια της ναζιστικής Κατοχής στην Ελλάδα, όπως αναφέρεται στην αναλυτική παρουσίαση της ιστοσελίδας archaiologia.gr.

Στο νέο βιβλίο του Τάλτι, που μόλις κυκλοφόρησε, ο συγγραφέας των μπεστ σέλερ των New York Times αφηγείται γλαφυρά, και με τρόπο που θυμίζει μυθιστόρημα, την ιστορία δύο ομάδων πρακτόρων με διαφορετικές αποστολές, οι οποίοι στάλθηκαν από τους Συμμάχους στην Ελλάδα. Τα μέλη της πρώτης ομάδας έπρεπε να καταδιώκουν και να σκοτώνουν Ναζί ανατινάζοντας τρένα, πραγματοποιώντας αεροπορικές επιδρομές και αποκαλύπτοντας στρατιωτικά μυστικά, ενώ εκείνα της δεύτερης όφειλαν να διαφυλάξουν τους αρχαιολογικούς θησαυρούς της χώρας, σημειώνει ο Ντόλνικ στη νεοϋορκέζικη εφημερίδα.
Η ομάδα των κομάντος αποτελείτο από ελληνοαμερικανούς εθελοντές που μπορούσαν να περάσουν για ντόπιοι, ενώ διέθεταν και μια ποικιλία δεξιοτήτων: ανάμεσά τους δεν υπήρχαν μόνο στρατιώτες και σαμποτέρ, αλλά και «ασυρματιστές, διαρρήκτες χρηματοκιβωτίων, εκπαιδευτές περιστεριών (για την παράδοση μηνυμάτων)» και ιατρικό προσωπικό.
Η ομάδα των αρχαιολόγων ήταν πιο εκκεντρική. Επικεφαλής τους ήταν ένας πλούσιος κλασικιστής ονόματι Ρόντνεϊ Γιανγκ, απόγονος τρίτης γενιάς αποφοίτων του Πρίνστον, που έμοιαζε με τον Κάρι Γκραντ. Ο Γιανγκ στρατολόγησε μια ομάδα από φίλους και συναδέλφους του, όλοι εξέχοντες αρχαιολόγοι, πλην όμως ερασιτέχνες κατάσκοποι, άσχετοι με την κρυπτογράφηση και το μελάνι που εξαφανίζεται.
Το Ελληνικό Γραφείο, όπως αυτοαποκαλούνταν οι αρχαιολόγοι, ήταν μέρος του Γραφείου Στρατηγικών Υπηρεσιών (OSS), του δικτύου κατασκοπείας που δημιούργησε ο στρατηγός Γουίλιαμ «Αγριος Μπιλ» Ντόνοβαν, το οποίο θα εξελισσόταν στη CIA. Μάλιστα, ήταν μια ομάδα τόσο κοινωνική και ευγενής ώστε κάποιοι αστειεύονταν ότι τα αρχικά τους (OSS) αντιστοιχούσαν στο «Oh So Social» («Ω, Τόσο Κοινωνικοί»).
Ενα μέλος του Ελληνικού Γραφείου ήταν μεταξύ των τελευταίων αποφοίτων του Χάρβαρντ που έγραψαν τη διατριβή τους στα λατινικά. Ενας άλλος ήταν αυθεντία στους κεραμικούς αμφορείς. «Δεν ήταν καθόλου οικουμενική ομάδα», γράφει ο Τάλτι. «Στη συντριπτική πλειονότητά τους ήταν άνδρες, όλοι WASP [αγγλοσάξονες προτεστάντες], οι περισσότεροι από εύπορες οικογένειες. Ούτε ένας Ελληνοαμερικανός στην παρέα».
Από την άλλη πλευρά, η ομάδα των κομάντος δεν είχε σχεδόν κανένα ενδιαφέρον για τις αρχαιότητες, ωστόσο συνέβαλε στη διατήρηση της καλλιτεχνικής κληρονομιάς της Ελλάδας. «Με χιλιάδες κλεμμένα αντικείμενα να φεύγουν από την Ελλάδα στα σακίδια απλών στρατιωτών ή στα οχήματα και στα πορτ-μπαγκάζ των αξιωματικών», γράφει ο Τάλτι, οι κομάντος έπαιξαν έναν ρόλο που «οι περισσότεροι από αυτούς δεν γνώριζαν: σταματούσαν την κλοπή κειμηλίων σκοτώνοντας τους Ναζί που τα έκλεβαν».
Σε κάθε χώρα που κατέλαβαν, οι Ναζί λεηλάτησαν έργα τέχνης σε κολοσσιαία κλίμακα. Στην Ελλάδα ο κίνδυνος ήταν ακόμη μεγαλύτερος λόγω ενός ανόητου δόγματος που ασπαζόταν ο Χάινριχ Χίμλερ, σύμφωνα με το οποίο η αρχαία Ελλάδα είχε στην πραγματικότητα διαμορφωθεί από τους Αριους. Τα κειμήλια της κλασικής Ελλάδας, επομένως, ανήκαν δικαιωματικά στη Γερμανία.
Αρχικά μόνοι τους και στη συνέχεια με τη βοήθεια της OSS, οι έλληνες αξιωματούχοι εργάστηκαν σκληρά για να προστατεύσουν τους θησαυρούς τους. Μεγάλο μέρος της ιστορίας του Τάλτι περιστρέφεται γύρω από αυτούς τους επιμελητές και τις αθόρυβες προσπάθειές τους να αποτρέψουν τη γερμανική κλοπή, υπογραμμίζει στους New York Times ο συγγραφέας Εντουαρντ Ντόλνικ.
Για την ακρίβεια, έξι μήνες προτού εισβάλουν οι Γερμανοί, η ελληνική κυβέρνηση είχε δημιουργήσει Επιτροπές Απόκρυψης και Ασφαλείας των εκθεμάτων των μουσείων, που έκρυψαν αμέτρητα αγάλματα και άλλα πολύτιμα αντικείμενα. Στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, ειδικά, οι υπάλληλοι είχαν σκάψει στο πάτωμα μεγάλους λάκκους και, αντιστρέφοντας το συνηθισμένο έργο των αρχαιολόγων, που είναι οι ανασκαφές και η αποκάλυψη αρχαιοτήτων, τύλιγαν προσεκτικά αγάλματα και αγγεία, τα τοποθετούσαν σε κιβώτια και τα έθαβαν. Κατόπιν έριχναν από πάνω τσιμέντο για να τα σφραγίσουν.
Στη συνέχεια ακολούθησε ένα παράξενο παιχνίδι γάτας – ποντικού: οι Γερμανοί απαιτούσαν από τους Ελληνες να παραδώσουν τις αρχαιότητές τους και εκείνοι ισχυρίζονταν ότι είχαν χάσει τα αρχεία τους, ότι είχαν χάσει τα απαραίτητα εργαλεία ή ότι αντιμετώπιζαν δεκάδες άλλες «ανυπέρβλητες δυσκολίες». Αλλά αν όλο αυτό ήταν φάρσα, ήταν μια απελπιστικά σοβαρή φάρσα, και ο Τάλτι αφηγείται την ιστορία πολύ εύστοχα, γράφει ο Ντόλνικ στους New York Times.
«Γινόταν πόλεμος. Ελληνες αγρότες οχυρώνονταν στα σπίτια τους και καίγονταν ζωντανοί μαζί με τους γιους και τις κόρες τους. Οι Αθηναίοι ξυπνούσαν κάθε πρωί και έβλεπαν φρέσκα πτώματα στους δρόμους, με μαντίλια να καλύπτουν τα πρόσωπά τους, τοποθετημένα εκεί από όσους είχαν ξυπνήσει νωρίτερα. Οι γραφειοκράτες περνούσαν δίπλα από αυτά τα πτώματα πηγαίνοντας στη δουλειά τους, όπου συνέτασσαν ευγενικές επιστολές για το ποια αγάλματα του 2ου αιώνα π.Χ. ήταν διαθέσιμα για προβολή σε ξεναγήσεις», αναφέρει χαρακτηριστικά σε ένα απόσπασμα της «Αμερικανικής Σχολής Κατασκόπων».
Στις 4 Ιουνίου 1946, έναν χρόνο μετά τη νίκη των Συμμάχων, οι επιμελητές του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου ετοιμάζονταν να σπάσουν το δάπεδο που είχαν σφραγίσει πέντε χρόνια πριν. Οι εργάτες έπιασαν δουλειά με τις αξίνες και τα φτυάρια τους. Θεατές κοίταζαν έκπληκτοι μέσα στον λάκκο. «Αγάλματα, ακόμα βυθισμένα στο χώμα, εμφανίζονταν γυμνά από τη μέση και πάνω, τοποθετημένα τυχαία», έγραψε ένας παρατηρητής, «Ηταν ένας χορός αναστημένων, μια δεύτερη έλευση σωμάτων που σου έδιναν μια τρελή χαρά».