Σε όλα έβαζες άριστα στο μπάρμπα Αντρέα τον Παντελή. Σίγουρα δεν υπήρχε στην εποχή του πιο καλοσυνάτος και πιο ευγενής άνθρωπος μέσα στη Χώρα. Παροιμιώδης η ευγένειά του! Σαν υπάλληλος στο Δημόσιο Ταμείο τυπικός και ευσυνείδητος. Σαν σύζυγος και πατέρας, στοργικός και κουβαλητής. Σαν χριστιανός, ευσεβής και θεοφοβούμενος. Σαν μέλος της μικρής μας κοινωνίας, εξαιρετικός και χωρίς το παραμικρό ψεγάδι. Μόνο σε ένα υστερούσε ο μπάρμπα Ανδρέας. Στο κυνήγι. Εκεί έμενε ανεξεταστέος. Η απόδοσή του πολύ κάτω του μετρίου. Παρόλο που του άρεσε το κυνήγι, εν τούτοις δεν κατάφερε να εξελιχθεί σε καλό κυνηγό, ίσως γιατί η υπαλληλική του ιδιότητα και οι βιοτικές φροντίδες δεν του άφησαν χρόνο να ασχοληθεί πολύ με το αγαπημένο του σπορ. Ίσως ακόμη σ’ αυτό να συνετέλεσε και μια αναποφασιστικότητα, που τον διέκρινε, η οποία ασφαλώς είναι ανασταλτικός παράγων σε μια τέτοια εξέλιξη. Πάντως εκείνος κάθε χρόνο έβγαζε την άδειά του και, όταν είχε χρόνο, έπαιρνε το δίκαννο και τον Αζώρ, τον αγαπημένο του σκύλο και έκανε τη βόλτα του στην Ψαρή και στο Μανιτοχώρι και καμιά φορά ξεμάκραινε και μέχρι τη Μερτολαγκάδα για να επιθεωρήσει και το λιόφυτό του. Ο Αζώρ, εν αντιθέσει με το αφεντικό του, καλά τα κατάφερνε. Και τη μάλαξη εύρισκε, και το σενιάριζε το ορτύκι, όταν το εντόπιζε, και όταν πεταγόταν κι έσπαγε ο διάολος το ποδάρι του και ο μπάρμπα Ανδρέας δεν έχανε την ψυχραιμία του, και το σημάδευε βολικά και το σκότωνε, ο Αζώρ έτρεχε και το εύρισκε και το έφερνε στο αφεντικό του. Καμιά φορά κατάφερνε ο Αζώρ και το έπιανε πριν πεταχτεί, οπότε ο μπάρμπα Αντρέας είχε διπλό όφελος. Και τη ριξέα γλύτωνε και τη διαδικασία της αυτοσυγκέντρωσης, που απαιτεί η σκόπευση, για να έχεις καλό αποτέλεσμα. Πάντως ποτέ δεν οικειοποιήθηκε τις επιτυχίες του Αζώρ σαν δικές του. Όταν τον ρωτούσαμε «έλα μπάρμπα Αντρέα, πώς πήγε σήμερα, πόσα τα ‘καμες;» απαντούσε π.χ. «με τον Αζώρ δύο» δηλ. ένα που σκότωσα εγώ και άλλο ένα που έπιασε ο Αζώρ. Σε μια κυνηγετική εξόρμηση λοιπόν, προς το τέλος της κυνηγετικής του καριέρας, γύρω στα 1960, κατάφερε ο μπάρμπα Αντρέας να σκοτώσει ένα ορτύκι. Γύρισε ευχαριστημένος με το τρόπαιό του και το πάει στη γυναίκα του, την κυρά Φώτω. Εκείνη του επεσήμανε ότι για να κάνει φαϊ για δύο άτομα, χρειάζονται τουλάχιστον δύο ορτύκια, οπότε θα έπρεπε να δουν πώς θα αντιμετωπίσουν το ζήτημα. Τότε στο Τσιρίγο δεν υπήρχαν ηλεκτρικά ψυγεία και καταψύκτες και υπήρχε πρόβλημα να διατηρήσεις κάτι για πολλές μέρες. Προς στιγμήν είπαν να παστώσουν το ορτύκι, όπως έκαναν τα παλαιότερα χρόνια, αλλά μετά έκριναν, πως καλύτερα είναι να παρακαλέσουν το Λάζαρο το Βέζο που είχε μπακάλικο δίπλα στο σπίτι τους, να το βάλει στο ψυγείο του μαγαζιού του. Ο Λάζαρος είχε φέρει το πρώτο ηλεκτρικό επαγγελματικό ψυγείο στο Τσιρίγο με καταψύκτη και πουλούσε κατεψυγμένα προϊόντα. Πράγματι ο Λάζαρος με προθυμία ρίχνει το ορτύκι στον καταψύκτη μαζί με τα φαγκριά και τα λιθρίνια. Ο μπάρμπα Αντρέας έλυσε το πρόβλημά του και ησύχασε. Τώρα πια δεν είχε άγχος, πότε θα σκότωνε το δεύτερο ορτύκι, αφού το πρώτο ήταν εξασφαλισμένο. Περνούσαν όμως οι μέρες και δεν έλεγε να τα ζευγαρώσει. Πέρασε ο καιρός, ήρθε ο Οκτώβρης, τίποτα ο μπάρμπα Αντρέας. Ένα βράδυ, τέλος Οκτώβρη θα ‘τανε, μόλις νύχτωσε, έκανε μια καταιγίδα στη Χώρα, έριξε αρκετή βροχή, και μετά ξαστέρωσε. Όσοι κυκλοφόρησαν μετά τη βροχή, είδαν κατάπληκτοι να πετάγονται ορτύκια στους δρόμους και στα σοκάκια. «Μωρέ, εβγάτε όξω, ορδύκια σωρό!!!» φώναζε κάποιος. Ήταν κάτι πρωτοφανές. Πήραν όλοι τους φακούς και βγήκαν στο φαγκλί. Το πήρε χαμπάρι και ο μπάρμπα Αντρέας και χωρίς να χάνει καιρό παίρνει το φακό του και πηγαίνει προς το Αγιάτικο. «Ήρθε η ώρα να κάμομε φαΐ» είπε στη γυναίκα του φεύγοντας. Βέβαια την ώρα που βγήκε οι πιο σβέλτοι τα είχαν αλωνέψει. Πιάσανε ό,τι πιάσανε και τα υπόλοιπα τα στείλανε πίσω στον Κουβέλο και κάτω στον Άγιο Μηνά. Παρ’ όλα αυτά βλέπει κάτι και σάλευε σε μια αστιβή. Δεν καλόβλεπε και ο φακός του δεν ήταν βέβαια κανένας προβολέας, μία κωλοφεγγούσα ήταν, που τον είχε για να βλέπει τις νύχτες να κάνει τις χρείες του, όταν έσβηνε η ηλεκτρική του Σιγούρου (Αφοι Δαπόντε) μετά τα μεσάνυχτα. Πάντως αφού σάλευε κάτι, ορτύκι θα ‘τανε, τι άλλο μπορούσε να είναι, πάει και το καπακώνει και το ρίχνει στον κόρφο του. Το ορτύκι άρχισε να κλωτσοβολά μέσα στον κόρφο του, άλλα το ‘νιωσε παγωμένο. Φυσιολογικά θα έπρεπε να είναι ζεστό, όμως δεν ανησύχησε, σου λέει με τόση βροχή που έριξε, βράχηκε το κακόμοιρο και τουρτουρίζει. Έψαξε και για κανένα άλλο, δεν βρήκε τίποτα, δεν επέμεινε και πολύ, οπωσδήποτε τώρα είχε εξασφαλισμένο το φαΐ. Πάει περιχαρής σπίτι, βιαζότανε κιόλας να προλάβει το Λάζαρο πριν κλείσει, για να πάρει το κατεψυγμένο ορτύκι και βάζει το χέρι στον κόρφο του να βγάλει το ορτύκι. Το ‘νιωσε πάλι παγωμένο, το βγάζει έξω, το κοιτάζει στο φως και με μεγάλη του έκπληξη βλέπει πως αυτό που κρατούσε δεν ήταν ορτύκι, αλλά ένας πελώριος βάτραχος!! Ο μπάρμπα Αντρέας δεν πήγε εκείνο το βράδυ στου Λαζάρου για να πάρει το κατεψυγμένο ορτύκι. Ούτε τις άλλες μέρες πήγε. Έμεινε στο ψυγείο όλο το χειμώνα και κάθε φορά που πηγαίναμε να ψωνίσομε ψάρια, το βλέπαμε σε μια γωνιά να περιμένει. Και ο Λάζαρος γελώντας μας έλεγε « Του χρόνου θα ‘ρθει ο Αντρέας να μου το γυρεύει. Φέτος δεν κατάφερε να τα ζευγαρώσει. Μπορεί του χρόνου να τα καταφέρει, δεν ξέρεις καμιά φορά, όλα γίνονται!»
Βασίλης Σ. Χάρος Δεκέμβριος 2024
Δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ στο φύλλο Μαρτίου 2025






































































































Kythira Online













































































