Advertisement

Τα Κύθηρα σε Πορεία Πληθυσμιακής Κατάρρευσης

Δρ Νικόλαος Π. Γλυτσός - Ερευνητής Οικονομολόγος

3.404

Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή του 2011, ο πληθυσμός των Κυθήρων ανέρχεται σε 4041 μόνιμους κατοίκους ( 2055 άρρενες και 1986 θήλεις). Από αυτούς, 883 είναι ξένης υπηκοότητας (εκ των οποίων 165 από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης), ενώ το 25,5% του συνολικού πληθυσμού είναι άνω των 65 ετών, πολύ κοντά στο 26,38%  που ορίζεται ως ‘υψηλή γήρανση’. Η  γήρανση αυτή οφείλεται σε δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι  η απόφαση των οικογενειών στους σύγχρονους καιρούς για περιορισμένο αριθμό παιδιών- η εξήγηση του οποίου δεν είναι του παρόντος.

Κατατάσσοντας στον πίνακα 1 τις γυναίκες 10 ετών και άνω κατά αριθμό παιδιών, προκύπτει ότι  282 έχουν 1 παιδί, 635 έχουν 2 παιδιά, 232 έχουν 3 παιδιά, ενώ 4 και άνω παιδιά έχουν 103 γυναίκες. Με άλλα λόγια, το ήμισυ περίπου των γυναικών (917) έχουν 1 ή 2 παιδιά ενώ το 1/3 περίπου (564) δεν έχουν κανένα παιδί (εδώ βέβαια συμπεριλαμβάνονται και μικρά κορίτσια άνω των 10 ετών που δεν είναι ακόμη σε ηλικία γάμου). Αυτά και μόνο τα στοιχεία παρέχουν ένα δείκτη της δυσμενούς δημογραφικής κατάστασης του πληθυσμού και μια ασφαλή ένδειξη για την μελλοντική περαιτέρω γήρανσή του.

Advertisement

Ο δεύτερος λόγος της υψηλής γήρανσης του πληθυσμού είναι η μεταπολεμική μαζική μετανάστευση προς το εξωτερικό, κυρίως την Αυστραλία, αλλά και προς την Αθήνα. Η εκροή αυτή στέρησε στο νησί ένα μεγάλο μέρος  των νέων ανθρώπων του, η οποία συρρίκνωσε σε μάκρος χρόνου την γεννητικότητα του πληθυσμού, με τελικό αποτέλεσμα την απόλυτη μείωσή του κατά τις διαδοχικές δεκαετείς απογραφές μέχρι το 1991 (1971:4102, 1981: 3469, 1991: 3091).

Οι δύο αυτοί λόγοι, ο οικογενειακός προγραμματισμός (1-2 παιδιά) και η μαζική μετανάστευση, είχαν ως αποτέλεσμα το σύνολο των γεννήσεων ανά έτος να είναι πολύ μικρότερο συγκρινόμενο με  το αντίστοιχο σύνολο του αριθμού των θανάτων (Πίνακας 2), καθιστώντας έτσι αδύνατη την ανανέωση του πληθυσμού του νησιού, χωρίς εξωτερική εισροή. Είναι αξιοσημείωτο να παρατηρηθεί ότι ήδη από το 1964, συνεχώς και αδιαλείπτως κάθε χρόνο μέχρι σήμερα, η φυσική εξέλιξη του πληθυσμού (γεννήσεις μείον θάνατοι) είναι για 54 χρόνια αρνητική.

Η μόνη δύναμη που ανέστρεψε την συνεχή πτωτική τάση του συνολικού πληθυσμού μέχρι το 1991 ήταν η είσοδος σημαντικού αριθμού αλλοδαπών από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, με αποτέλεσμα, ο πληθυσμός το 2001 να ανέλθει σε 3354 και το 2011 σε 4041 άτομα.  Η αύξηση αυτή του πληθυσμού κατά  950 άτομα στην διάρκεια της εικοσαετίας (1991-2011) είναι το καθαρό αποτέλεσμα ενός μεγαλύτερου αριθμού εισροής, κυρίως αλλοδαπών, και της ταυτόχρονης μικρότερης εκροής, κατεξοχήν Κυθηρίων, προς την Αθήνα και το εξωτερικό, το οποίο όχι μόνο αναπλήρωσε την απώλεια του πληθυσμού της ίδιας περιόδου από την αδυναμία αυτόνομης ανανέωσης του (595 άτομα), αλλά αύξησε και το σύνολο. Πέρα όμως από το αθροιστικό αποτέλεσμα στον συνολικό πληθυσμό, η δημογραφική αυτή τόνωση από τους μετανάστες φαίνεται ότι είχε και μια θετική επίδραση στον αριθμό των γεννήσεων, ο οποίος από 499 στην προηγούμενη εικοσαετία ανήλθαν σε 581 στην περίοδο 1991-2011.

Ζωντανή μαρτυρία της συμβολής αυτής των μεταναστών στις γεννήσεις είναι ότι σήμερα φοιτούν στο εκπαιδευτικό σύστημα των Κυθήρων 153 αλλοδαποί μαθητές, όπως δείχνει ο πιο κάτω πίνακας 3. Τα παιδιά αυτά  συγκροτούν ένα εν δυνάμει ζωτικό στοιχείο του μελλοντικού πληθυσμού και του εργατικού δυναμικού του νησιού, ενώ λόγω της υψηλής τους μερίδας 37,1%  στο συνολικό μαθητικό πληθυσμό, συμβάλλουν και στην αρτιότερη λειτουργικότητα των εκπαιδευτικών δομών όλων των βαθμίδων και ενδεχομένως στην βιωσιμότητα ορισμένων εκπαιδευτικών μονάδων.

Είναι φανερό από τα στοιχεία αυτά ότι χωρίς την είσοδο των αλλοδαπών, ο πληθυσμός θα είχε συρρικνωθεί σε μεγάλο βαθμό, θα ήταν σαν να είχαν εξαφανιστεί από προσώπου Κυθήρων όλοι οι κάτοικοι του Ποταμού και των Καρβουνάδων (το 2011 ο Ποταμός είχε πληθυσμό 476 και οι Καρβουνάδες 119 άτομα, ακριβώς όσο το έλλειμμα των 595 ατόμων του πίνακα 2 από την υπέρβαση των θανάτων έναντι των γεννήσεων) στην εν λόγω εικοσαετή περίοδο. Ας σημειωθεί ότι στην επόμενη εικοσαετία (2016-1936), η φυσική εξέλιξη του πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένης και της συμβολής των μέχρι σήμερα αλλοδαπών στο νησί, θα είναι δυσμενέστερη γιατί στο διάστημα αυτό ο συνολικός πληθυσμός θα έχει ανέβει ηλικιακά. Με αυτές τις πιθανολογούμενες εξελίξεις, για να μη χάσουμε σε 20 χρόνια τον Ποταμό και τις Καρβουνάδες, δηλαδή μόνο για να μείνει ο πληθυσμός του νησιού σταθερός στα σημερινά επίπεδα , χρειάζεται η καθαρή εισροή πληθυσμού (Κυθηρίων της διασποράς, άλλων Ελλήνων, αλλοδαπών ή από τον Άρη!), να είναι τουλάχιστον ισάριθμη της φυσικής απώλειας από τον τρέχοντα πληθυσμό. Για να αυξηθεί δε επί πλέον ο πληθυσμός θα χρειαστεί ακόμη μεγαλύτερη εξωτερική μετακίνηση.

Παρότι η διέξοδος της έλευσης μεταναστών ή επιστροφής Κυθηρίων, για μόνιμη εγκατάσταση και όχι για περιστασιακή απασχόληση, φαίνεται να είναι ο μόνος εύλογος τρόπος ανάσχεσης της τάσης προς την δημογραφική κατάρρευση των Κυθήρων,  η πρακτική υλοποιήσεως της είναι ένα πολύπλοκο και δύσκολο θέμα, το οποίο δεν μπορεί να αφεθεί παθητικά σε εξωγενείς παράγοντες και προσωπικές επιθυμίες- όσοι και όποιοι θέλουν μπαίνουν –αλλά απαιτεί οργανωμένη διαχείριση και προσεκτικό σχεδιασμό προσέλκυσης ανθρώπων με επιθυμητά  χαρακτηριστικά και προσόντα, οι οποίοι  να μπορούν επί πλέον εύκολα να ενσωματωθούν στην Κυθηραϊκή κοινωνία. Η είσοδος αυτή δεν αρκεί να είναι μόνο αριθμητικά επαρκής, αλλά να αποτελείται από άτομα οικονομικώς ενεργά  και σχετικώς νέα για να συμμετέχουν στην παραγωγική διαδικασία και για να δημιουργήσουν μια δυναμική ενίσχυσης των γεννήσεων.

Θα μπορούσε κάποιος εύλογα να διερωτηθεί: είναι αυτή η μόνη διέξοδος; Δεν μπορεί ο υπάρχον μέχρι σήμερα πληθυσμός, συμπεριλαμβανομένων και των μέχρι τώρα μεταναστών, να αναπληρώσει τουλάχιστον μερικώς την  ζημιά που συντελείται εδώ και 54 χρόνια, ενισχύοντας την αυτόνομη αναπαραγωγή του με στοχευμένα κίνητρα  για την αύξηση των γεννήσεων ανά γυναίκα;  Πέρα από το γεγονός ότι, όπως έχει δείξει η διεθνής εμπειρία, τέτοια μέτρα μικρή μόνο θετική επίδραση μπορούν να έχουν, στην περίπτωση των Κυθήρων ακόμη και αν θα ήταν δυνατόν να είναι καθαυτά αποτελεσματικά, δεν θα ήταν συνολικά αποδοτικά λόγω της μικρής βάσης πάνω στην οποία θα εφαρμόζονταν (πολύ μικρός αριθμός γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας).

Μια από τις άμεσες συνέπειες των δυσμενών δημογραφικών εξελίξεων είναι ο αντίκτυπος  στην οικονομία, γιατί η μείωση και η γήρανση του πληθυσμού δημιουργεί ελλείψεις εργατικού δυναμικού που αποτελούν τροχοπέδη στην ανάπτυξη των Κυθήρων και την ευημερία του πληθυσμού. Το βασικό ερώτημα και η ανησυχία είναι αν το μέγεθος του πληθυσμού και η ηλικιακή σύνθεσή του, καθώς και το  μορφωτικό και εκπαιδευτικό του επίπεδό είναι επαρκή και κατάλληλα για να στηρίζουν ένα ικανοποιητικό επίπεδο παραγωγής και δημιουργίας εισοδημάτων, όπως επίσης και να προωθήσουν περαιτέρω αυτόνομη και διαρκή ανάπτυξη, με την ανάληψη πρωτοβουλιών οικονομικής καινοτομίας και επιχειρηματικότητας, μεγαλύτερης ή μικρότερης έκτασης.

Για να πάρομε μια απλή ιδέα της πρόσφατης εργασιακής κατάστασης του πληθυσμού του νησιού, χωρίς καμία αξιολόγηση περί επάρκειας ή καταλληλότητας του για την οικονομία – αυτό χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη διερεύνηση – παραθέτω ορισμένα στοιχεία της τελευταίας απογραφής. Όπως καταγράφεται, το 40% (1616 άτομα το 2011) του πληθυσμού είναι διαθέσιμο για εργασία, ενώ το υπόλοιπο 60%, το οποίο αποτελείται  από παιδιά, μαθητές και φοιτητές, συνταξιούχους και άτομα εργασιακής ηλικίας που για διαφόρους λόγους (π.χ. μητέρες με μικρά παιδιά, οικονομικά ανεξάρτητους, άνθρωποι που δεν είναι ικανοί για εργασία, κλπ) παραμένει εκτός της αγοράς εργασίας. Από πλευράς μορφωτικού επιπέδου, 12,8% του συνολικού πληθυσμού είναι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, και πέραν αυτών 19,6% είναι απόφοιτοι λυκείου. Αν επιπρόσθετα ληφθεί υπόψη ότι ένα 6,2% έχουν πτυχία μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (ΙΕΚ, Κολλέγια, κλπ), συνάγεται ότι πάνω από το 1/3 του πληθυσμού έχει λυκειακή εκπαίδευση και άνω. Ας σημειωθεί ότι εδώ περιλαμβάνεται και το μέρος του συνόλου των 883 αλλοδαπών που έχουν αντίστοιχη εκπαίδευση και απογράφηκαν το 2011. Από όσους έχουν εργασία, σχεδόν τα 2/3 είναι στον τριτογενή τομέα , ο οποίος περιλαμβάνει τις υπηρεσίες γενικότερα, ανάμεσά τους και όλες τις τουριστικές υπηρεσίες, το ¼ περίπου στον δευτερογενή τομέα, στον οποίο ανήκει και η οικοδομική δραστηριότητα, ενώ στην γεωργία, κτηνοτροφία και αλιεία εργάζεται το υπόλοιπο 15%.

Ο ευεργετικός ρόλος των αλλοδαπών, όπως είδαμε, στις δημογραφικές εξελίξεις μεταφέρεται με την σειρά του και στην παραγωγική δραστηριότητα, και μάλιστα σε εντονότερο βαθμό από ότι των γηγενών, γιατί σχεδόν στο σύνολό τους είναι νέοι άνθρωποι, αποφασισμένοι να εργαστούν σκληρά, πρώτα για την επιβίωσή τους και στην συνέχεια για να επιτύχουν οικονομικά, όπως ακριβώς οι δικοί μας ομογενείς στο εξωτερικό.  Αν και ακριβή στοιχεία δεν είναι διαθέσιμα, η συμβολή τους στην οικονομία των Κυθήρων φαίνεται ακόμη και δια γυμνού οφθαλμού.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΟ Φ. 337 ΤΗΣ ΕΝΤΥΠΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ ΙΟΥΝΙΟΣ 2018.

 

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο