Φίλος μου –και πολύ νεότερός μου και επιτυχέστατος επιχειρηματίας– που βρισκόταν σε διακοπές σε μια αρκετά εύπορη περιοχή του τόπου μας μου τηλεφώνησε προ ημερών σκασμένος στα γέλια.
«Θα βγω στην πολιτική και θα σαρώσω», είπε. «Πρέπει μόνο εσύ να μου βρεις μια πελώρια, στρογγυλή παλαβωμάρα. Θα τη λανσάρω και θα αποκτήσω αμέσως πλήθη ψηφοφόρων. Ακου και θα καταλάβεις!».
Είχε πάει, λέει, πρωί πρωί να κόψει τα μαλλιά του και ενώ περίμενε να έρθει η σειρά του, άκουγε αναπόφευκτα τις κουβέντες ανάμεσα στην κομμώτρια και στην πελάτισσα, την οποία περιποιόταν εκείνη την ώρα. Οι δύο κυρίες μιλούσαν για τις άσπρες ουρές που άφηναν πίσω τους τα αεροπλάνα και σχολίαζαν τη συχνότητα με την οποία «μας ψεκάζουν». Ποιοι; Μυστηριώδεις δυνάμεις! Πολλές και διάφορες μυστηριώδεις δυνάμεις πραγματοποιούν ψεκασμούς, είτε για να στέλνουν τη βροχή αλλού είτε για να εμποδίζουν την τεκνοποιία, και πάντως για να μας «κρατούν σε καταστολή». Για το τελευταίο, μάλιστα, έφερναν ως απόδειξη τους αμέτρητους νέους, τους στρωμένους στα πάμπολλα καφενεία ολημερίς, αλλά και το πόσο κουρασμένες ένιωθαν οι ίδιες, από το πρωί μόλις ξυπνούσαν.
Εντούτοις το κομμωτήριο άστραφτε πεντακάθαρο και το χέρι της ιδιοκτήτριας στριφογύριζε τα εργαλεία της με σιγουριά και τέχνη, και έτσι τα όσα παρατηρούσαν τα μάτια του έρχονταν σε τέτοια αντίθεση με ό,τι άκουγαν τα αυτιά του, ώστε ο φίλος μου, αλλαλιασμένος –και νιώθοντας ξαφνικά πολύ κουρασμένος–, ξεκίνησε φυσέκι (ξεχνώντας να κόψει τα μαλλιά του) για το δωμάτιό του και τον υπολογιστή του. Εκεί διάβασε πώς η άσπρη ουρά που αφήνουν σήμερα τα αεροπλάνα είναι «συνήθως ίχνη συμπύκνωσης, τα οποία προκύπτουν από αντίδραση των καυσαερίων του αεροπλάνου με τις χαμηλές θερμοκρασίες και την υγρασία της ατμόσφαιρας σε μεγάλα υψόμετρα». Ετσι ήρθε η ψυχή του στον τόπο της, αποφάσισε πως τα μαλλιά του μπορούσε να περιμένουν για αύριο και πήγε στο καφενείο, όπου είχε πιάσει φιλίες.
«Βρες μου μία παλαβωμάρα, να σαρώσω κι εγώ στην πολιτική. Αλλά πρέπει να είναι μια στρογγυλή και πραγματικά πελώρια, αλλιώς δεν θα πιάσει!».
Ο καφετζής ήταν ένας ευσταλής ογδοντάρης, άσος στους 47 τρόπους να ψήνεις καφέ στο μπρίκι, αλλά αν του ζητούσες εσπρέσο, καπουτσίνο, μακιάτο και όλα τα άλλα μοντέρνα, σου έριχνε ένα ξερό «Νάιν!» και αποσυρόταν. Επιπλέον το καφενείο του διέθετε Διαδίκτυο, αλλά άνοιγε μόνον μετά τις δέκα – όταν πια αυτός είχε γυρίσει από τα κτήματα του, όπου καλλιεργούσε εξαίρετα κηπευτικά και τα μοσχοπουλούσε σε διαλεχτούς πελάτες στην Αθήνα. Κοντολογίς ήταν ένας τόσο πρακτικός και μέσα στα όλα άνθρωπος, ώστε ο φίλος μου προεξοφλούσε τα γέλια του μόλις θα άκουγε τη συνομιλία στο κομμωτήριο.
Ο καφετζής, όμως, τον ξάφνιασε. «Αμ, βέβαια, μας ψεκάζουν!», είπε γουρλώνοντας τα μάτια του. «Αλλά όχι από τα αεροπλάνα! Αυτά είναι στάχτη στα μάτια μας! Μας ψεκάζουν με τα επιδόματα! Τα ρίχνουν λίγα λίγα, για να μας κόβουν την όρεξη για δουλειά. Ετσι γεμίσαμε καφετέριες. Για κοίτα γύρω σου! Παντού ξεφυτρώνουν καινούργιες καφετέριες, ενώ παλιά, πριν μας ρίξουν τα επιδόματα, δεν έβρισκες ούτε μία πουθενά!».
«Βλέπεις, λοιπόν;», κατέληξε ο φίλος μου. «Απέραντη η δύναμη της παλαβωμάρας! Βρες μου, λοιπόν, μία, να σαρώσω κι εγώ στην πολιτική. Αλλά πρέπει να είναι μια στρογγυλή και πραγματικά πελώρια –κάτι σαν τα ψεκάσματα–, αλλιώς δεν θα πιάσει!».
* Η κ. Αθηνά Κακούρη είναι συγγραφέας.