Πόσο μας κόστισε που έφυγαν οι νέοι;
Με αφορμή τα στοιχεία για τα χαμένα 58 δισ. λόγω της μετανάστευσης πολλών νέων ανθρώπων από τη χώρα, προκύπτουν ερωτήματα. Αν παρέμεναν θα ήταν ίδια η συνεισφορά τους σε μια Ελλάδα με χαμηλούς μισθούς, εξαντλητικά ωράρια, χαμηλή παραγωγικότητα και τεράστιο κόστος ζωής; Ας ηρεμήσουμε λίγο με το brain regain | Αργύρης Παπαστάθης
Τα 58 δισ. ευρώ που έχασε η Ελλάδα από τη μετανάστευση 427.000 νέων ανθρώπων στη δεκαετία της κρίσης δεν είναι απλώς ένας εντυπωσιακός αριθμός. Είναι ένα μέτρο αποτυχίας. Oχι μόνο οικονομικής, αλλά κυρίως θεσμικής, κοινωνικής και πολιτικής. Και ακριβώς γι’ αυτό, παρότι το ποσό είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο και δύσκολα αμφισβητήσιμο, σηκώνει συζήτηση: όχι για να το μειώσουμε, αλλά για να καταλάβουμε τι πραγματικά σημαίνει.
To ζήτημα προέκυψε από ημερίδα της Βουλής (18/2) και αναδείχτηκε από την «Καθημερινή» στο πρωτοσέλιδο της 19ης Φεβρουαρίου.
Το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσα παρήγαγαν αυτοί οι νέοι στο εξωτερικό – περίπου 50 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη Βουλή από τη διευθύντρια ερευνών της διαΝΕΟσις, Φαίη Μακαντάση.
Κατά τη γνώμη μου, και χωρίς να αμφισβητείται αυτός ο στέρεα υπολογισμένος αριθμός, προκύπτει και ένα επιπλέον ερώτημα:
♦ Αν είχαν μείνει εδώ αυτοί οι νέοι, ή αν είχαν επιστρέψει σε μια οικονομία χαμηλών μισθών, χαμηλής παραγωγικότητας, υψηλού κόστους ζωής και εκτεταμένης κρατικής διαφθοράς (κάτω από τη γυαλιστερή επιφάνεια του πολύτιμου Gov.gr), θα μπορούσαν πράγματι να παράξουν αντίστοιχο πλούτο για τον εαυτό τους και για τη χώρα τους;
Οι νέοι Ελληνες που έμειναν στη χώρα εργάζονται, σύμφωνα με επανειλημμένες έρευνες, περισσότερες ώρες από τον μέσο Ευρωπαίο. Αυτό, όμως, δεν μεταφράζεται σε υψηλή προστιθέμενη αξία. Αντίθετα, μεγάλο μέρος της απασχόλησης αφορά υποαμειβόμενες θέσεις χαμηλής εξειδίκευσης, συχνά στον τουρισμό και στις υπηρεσίες.
Αρα, το πρόσθετο ερώτημα δεν είναι μόνο αν «χάσαμε» 50 ή 58 δισ. από τη φυγή νέων ανθρώπων στο εξωτερικό, αλλά αν η Ελλάδα θα μπορούσε ποτέ –με το παραγωγικό της μοντέλο όπως είναι σήμερα– να αξιοποιήσει πλήρως αυτό το ανθρώπινο κεφάλαιο.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη, δυσάρεστη αλήθεια: πολλοί από όσους έφυγαν δεν επιστρέφουν, όχι επειδή δεν νοσταλγούν την πατρίδα, την οικογένεια και τους φίλους τους. Δεν γυρίζουν επειδή οι όροι ζωής και εργασίας παραμένουν αποτρεπτικοί. Οι μισθοί, ακόμη και για εξειδικευμένους επιστήμονες, παραμένουν χαμηλοί. Το κόστος ζωής είναι δυσανάλογα υψηλό –με τα ενοίκια και την αγορά κατοικίας να λειτουργούν πλέον ως φραγμός–, ενώ ο επίμονος και «ελληνικός» πια πληθωρισμός απομειώνει καθοριστικά το διαθέσιμο εισόδημα.
Προσθέστε σε αυτά τη διαφθορά που δεν έχει εξαλειφθεί, ιδίως σε κρίσιμους τομείς του κράτους – από τις Πολεοδομίες και τις υπηρεσίες για τους αγρότες έως τον τρόπο χορήγησης επιδομάτων. Τα φαινόμενα που είδαμε τους τελευταίους μήνες δεν απέχουν όσο θα θέλαμε από εκείνα που μας οδήγησαν στη χρεοκοπία και στα μνημόνια. Και κάποιος που έχει δοκιμάσει να ζήσει σε πιο προβλέψιμα και λειτουργικά κράτη δεν πείθεται εύκολα να επιστρέψει σε αυτή την κανονικότητα.
Το κράτος, βεβαίως, δεν έχασε μόνο μελλοντικό ΑΕΠ. Εχασε και την απόδοση μιας τεράστιας επένδυσης: περίπου 8 δισ. ευρώ που δαπανήθηκαν για να μεγαλώσουν και να μορφωθούν αυτοί οι νέοι άνθρωποι. Τους στήριξε ως παιδιά και φοιτητές – και στην πράξη τούς έσπρωξε να προσφέρουν την παραγωγικότητά τους, τους φόρους τους και τη δημιουργικότητά τους αλλού. Πρόκειται για διπλή απώλεια, οικονομική και ηθική.
Επιπλέον, τίθεται το ερώτημα, αν κάποιος που θέλει να γυρίσει για να δουλέψει αλλά και να ασχοληθεί με τα κοινά, να συνδιαμορφώσει δηλαδή μέσα από την πολιτική διαδικασία τις προτεραιότητες και την κατεύθυνση της χώρας, θα άντεχε να ενταχθεί σε ένα κόμμα και να προσφέρει υπό τη Σεμερτζίδου (ΝΔ) ή τη Χατζηδάκη (ΠΑΣΟΚ); Προφανώς και για τις δύο ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας απέναντι στις καταγγελίες, ενώ συνδέονται με διαφορετικής βαρύτητας υποθέσεις.
Υπάρχει επομένως και μια λιγότερο μετρήσιμη αλλά εξίσου βαριά ζημιά: η απουσία αυτών των μορφωμένων ανθρώπων (με τις διεθνείς παραστάσεις που απέκτησαν) από τον δημόσιο διάλογο εντός της χώρας. Δεν συμμετέχουν ενεργά στην κοινωνία των πολιτών, δεν εμπλέκονται στην εγχώρια πολιτική διαδικασία, δεν επενδύουν χρόνο και ενέργεια στη συλλογική συζήτηση για το πού πάει η Ελλάδα. Και σε μεγάλο βαθμό αυτό συμβαίνει επειδή δεν εμπιστεύονται το ελληνικό κράτος.
Σκάνδαλα και παθογένειες –από το κολοσσιαίο του ΟΠΕΚΕΠΕ έως τα μικρότερα της ΓΣΕΕ και του ΟΠΕΚΑ– δεν λειτουργούν ως κίνητρο επιστροφής. Αντιθέτως, ενισχύουν την αίσθηση ότι ο χώρος των «κοινών» παραμένει κλειστός, ανακυκλώνοντας πρόσωπα και παλιές πρακτικές. Αυτές που μας οδήγησαν στη χρεοκοπία που τους «έδιωξε» από την Ελλάδα.
Μια αναγκαία σημείωση εδώ, εκτός πλαισίου brain drain: Η απαξίωση των θεσμικών κομμάτων, της ΝΔ και δευτερευόντως του ΠΑΣΟΚ, αφήνει χώρο στην αριστερόστροφη παλαβομάρα και στη λαϊκιστική Ακροδεξιά. Τα ζήσαμε, τα πληρώσαμε την περασμένη δακαετία με τις μαγικές λύσεις του λαϊκισμού και την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που όχι μόνο δεν επιχείρησε να εξυγιάνει και να εξορθολογίσει το κράτος, αλλά αντίθετα, το χρησιμοποίησε, στέλνοντας π.χ. την οικονομική αστυνομία και το πρώην ΣΔΟΕ για να σωφρονίσει όποιον της ασκούσε έστω και απλή αντιπολιτευτική κριτική.
Κάπως έτσι, και επιστρέφοντας στο brain drain, το κενό που αφήνουν οι απόντες καλύπτεται συχνά από τα παιδιά του κομματικού σωλήνα, πολλά από τα οποία επιχειρούν να κτίσουν καριέρες μέσα σε ένα παραδοσιακό περιβάλλον νεποτισμού, συναλλαγής και εκμαυλισμού – με μηχανισμούς που διαχρονικά χαρακτήρισαν κυρίως τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ.
Το δημογραφικό πρόβλημα που περιγράφηκε στη Βουλή –με τις γεννήσεις να υπολείπονται δραματικά των θανάτων και τον πληθυσμό να οδεύει, αν δεν αλλάξει κάτι, προς τα 6,3 εκατ. στο τέλος του αιώνα– δεν είναι απλώς αριθμητικό. Είναι πολιτικό και βαθιά αξιακό. Δεν αφορά μόνο πόσα παιδιά γεννιούνται, αλλά και ποιοι νέοι επιλέγουν να ζήσουν, να εργαστούν και να συμμετάσχουν στα κοινά σε αυτή τη χώρα.
Αν κάτι μας λένε τα 58 δισ. ευρώ είναι ότι το πρόβλημα δεν λύνεται με επιδόματα ή αποσπασματικές παρεμβάσεις. Λύνεται μόνο αν η Ελλάδα πάψει να διώχνει τους ανθρώπους που η ίδια διαμόρφωσε – και αν αποκτήσει, επιτέλους, την αυτοπεποίθηση να αλλάξει το μοντέλο που τους έκανε να φύγουν.
Μέχρι τότε ας ηρεμήσουμε λιγάκι με τις παράτες και τα «πετυχημένα συνέδρια» για το brain regain, με τα ωραιότατα καναπεδάκια τους και τις χαμογελαστές σέλφι των υπουργών που σπινάρουν στα σόσιαλ εταιρείες επικοινωνίας.















































































































Kythira Online


















































