Οι πρώτες Ελληνίδες στις κάλπες
Στις 5 Φεβρουαρίου 1930 το Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως κυκλοφορούσε με πρώτο διάταγμα το «Περί παροχής εις τα γυναίκας δικαιώματος ψήφου κατά τα δημοτικάς και κοινοτικάς εκλογάς». Το πρώτο βήμα προς την πολιτική εξίσωση των δύο φύλων μάλλον αντιμετωπίστηκε με αδιαφορία και επιφύλαξη από τη μεγάλη πλειονότητα των γυναικών | Ελένη Λετώνη
Ο Φεβρουάριος στην Ελλάδα είναι ο μήνας της γυναικείας ψήφου. Στις 5 Φεβρουαρίου 1930 δόθηκε στις εγγράμματες γυναίκες άνω των 30 ετών το δικαίωμα να ψηφίζουν στις δημοτικές εκλογές. Οι πρώτες στις οποίες συμμετείχαν έγιναν τέσσερα αργότερα, στις 11 Φεβρουαρίου 1934, ενώ και οι πρώτες βουλευτικές εκλογές στις οποίες ψήφισαν οι γυναίκες σε όλη την επικράτεια έγιναν Φεβρουάριο (19/02/1956).

Εχουμε σκεφτεί άραγε πόσα πράγματα θεωρούμε δεδομένα σήμερα; Τόσο δεδομένα, μάλιστα, που δεν είναι λίγες οι φορές που τα απαξιώνουμε, μην αξιοποιώντας τα. Τρανό παράδειγμα η ψήφος – και δη των γυναικών. Διότι εδώ μιλάμε για ένα δικαίωμα το οποίο για να κατακτηθεί χρειάστηκαν πολύς κόπος και πολλά χρόνια ώστε να γίνουν αποδεκτά πράγματα που σήμερα θεωρούνται αυτονόητα.
Η ιστορία της ανισότητας των δύο φύλων είναι ένα τεράστιο θέμα που δεν μπορεί να περιγραφεί μέσα σε λίγες γραμμές, μιας και δεν περιοριζόταν στο δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Ισως μάλιστα αυτό ήταν και το λιγότερο σημαντικό συγκριτικά με άλλα ζητήματα, που ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της πραγματικότητας των γυναικών και της καθημερινής ζωής τους, και καθόριζαν την ίδια την υπόστασή τους ως άτομα.
Παραδείγματος χάριν, οι γυναίκες δεν μπορούσαν να παραστούν ούτε ως ένορκοι σε δικαστήρια ούτε ως μάρτυρες σε υπογραφή συμβολαίων. Επίσης, μετά τον γάμο έχαναν κάθε ανεξαρτησία απέναντι στον νόμο και πλέον υπόκειντο στην εξουσία του συζύγου τους. Από τη μία πλευρά πλήρωναν φόρους και διατηρούσαν την περιουσία τους, από την άλλη όμως δεν μπορούσαν να τη διαχειριστούν, να συμμετέχουν σε οικογενειακά συμβούλια, ούτε να αναλάβουν την κηδεμονία των παιδιών τους, ενώ για να ξεκινήσουν μια επιχείρηση, η εξασφάλιση της άδειας του συζύγου ήταν υποχρεωτική.
Τα πράγματα άρχισαν ουσιαστικά να αλλάζουν χάρη στην ολοένα αυξανόμενη παρουσία των γυναικών στη αγορά εργασίας, ειδικά μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι φεμινίστριες του Μεσοπολέμου έβλεπαν τη μισθωτή εργασία ως τον καταλύτη που θα βοηθούσε τις γυναίκες να σπάσουν τα δεσμά της εξάρτησης από τους άνδρες. Παράλληλα, η μόρφωση θα ήταν το «κλειδί» για να καταφέρουν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του άλλου φύλου. Η μισθωτή εργασία, λοιπόν, αποτελούσε για τις φεμινίστριες του Μεσοπολέμου το όχημα για την κοινωνική, πολιτική και οικονομική εξίσωση με τους άνδρες, το μέσο που θα τους επέτρεπε να σταθούν ως ίσες προς ίσους.
Ωστόσο υπήρχαν σοβαρές διαφωνίες εντός του ίδιου του φεμινιστικού κινήματος για θεμελιώδη ζητήματα που σχετίζονταν με τη γυναικεία μισθωτή εργασία. Η πιο σημαντική αφορούσε το κατά πόσο θα έπρεπε οι γυναίκες που εργάζονταν να διεκδικήσουν προστασία της εργασίας τους ή ακριβώς ίση μεταχείριση με εκείνη που είχαν οι άνδρες.
Από τη μία πλευρά υπήρχαν οι υποστηρικτές της ιδιαιτερότητας της γυναικείας φύσης, η οποία επέβαλε την ανάγκη προστασίας της γυναικείας εργασίας, ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι γυναίκες θα είναι υγιείς για να μπορέσουν να τεκνοποιήσουν. Από την άλλη πλευρά, ο Σύνδεσμος για τα Δικαιώματα της Γυναίκας, αρνούμενος να αποδεχτεί οποιαδήποτε διάκριση εις βάρος των γυναικών, απαιτούσε ίσα δικαιώματα για τις γυναίκες στην εργασία, με τα συνθήματα «ίσο μισθό για ίση εργασία» και «δικαίωμα σε κάθε εργασία».
Ολη η επιχειρηματολογία, δηλαδή, κατά της εξίσωσης των δικαιωμάτων των δύο φύλων στον χώρο εργασίας, στηριζόταν στο επιχείρημα ότι από τη φύση ο προορισμός της γυναίκας ήταν να τεκνοποιεί και οτιδήποτε την αποσπούσε από αυτό έπρεπε να επιβλέπεται και να προστατεύεται.
Ενα άλλο σημαντικό πρόβλημα που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι φεμινίστριες ήταν η αδιαφορία με την οποία αντιμετώπισε μεγάλο ποσοστό γυναικών τα αιτήματα περί ισότητας, ως αποτέλεσμα αιώνων υποταγής σε μια συγκεκριμένη μοίρα την οποία φαίνονταν απρόθυμες να εγκαταλείψουν.
Είναι ενδεικτικό ότι ελάχιστες ήταν οι γυναίκες που γράφτηκαν στους εκλογικούς καταλόγους στις αρχές της δεκαετίας του 1930, όταν, έπειτα από πολύ κόπο και πολλά χρόνια, τους παραχωρήθηκε –υπό όρους– το δικαίωμα να ψηφίζουν στις δημοτικές εκλογές. Δόθηκε δηλαδή το δικαίωμα ψήφου στις εγγράμματες γυναίκες άνω των 30 ετών. Στα τέλη του 1931, από 3.128.449 Ελληνίδες, μόνο 301.772 δικαιούντο να ψηφίσουν. Εξ αυτών, μόλις οι 6.768 γράφτηκαν στους εκλογικούς καταλόγους. Τα νούμερα μιλούν από μόνα τους.
Ας μην ξεχνάμε λοιπόν πόσο άπιαστα όνειρα έμοιαζαν κάποτε κάποια δικαιώματα που σήμερα τείνουμε να απαξιώνουμε.















































































































Kythira Online