Advertisement

Οι πιο βιώσιμες πόλεις του 2025: Ολη η Δύση μαζί και η Αθήνα χώρια

Η αστάθεια απειλεί το επίπεδο διαβίωσης παντού. Ομως οι μεγάλες πόλεις σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο διατηρούν τον δείκτη βιωσιμότητας στο αξιοπρεπές επίπεδο άνω του 80 (στα 100). Εκτός από την Αθήνα...

286

Αναλύοντας κάθε χρόνο τα στοιχεία του Economist για τον δείκτη βιωσιμότητας των πόλεων, είναι σαν να περιμένουμε ένα θαύμα. Η Αθήνα, παρά τις ελπίδες μας, παραμένει σταθερά τελευταία – και με απόσταση – από τις δυτικοευρωπαϊκές πόλεις αλλά και από τις πόλεις της Βορείου Αμερικής και της Αυστραλίας, όλου του δυτικού κόσμου δηλαδή. Παρότι εμφάνισε κινητικότητα προς τα πάνω, κερδίζοντας έξι θέσεις και 2,5 μονάδες από πέρυσι, παραμένει στην 85η θέση παγκοσμίως, ανάμεσα στις 173 πόλεις που αξιολογήθηκαν.

Η ετήσια έρευνα αξιολογεί τις πόλεις με βάση πέντε κατηγορίες: υγειονομική περίθαλψη, πολιτισμό και περιβάλλον, εκπαίδευση, υποδομές και σταθερότητα. Παρόλο που οι επιδόσεις των πόλεων στις πρώτες τέσσερις κατηγορίες παραμένουν σχεδόν σταθερές ή έχουν βελτιωθεί, η πρόοδος αντισταθμίζεται από την πτώση στη σταθερότητα. Ετσι, για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, οι συνθήκες διαβίωσης στις πόλεις παγκοσμίως δεν έχουν σημειώσει βελτίωση.

Advertisement

Φέτος την πρώτη θέση καταλαμβάνει η Κοπεγχάγη, εκτοπίζοντας τη Βιέννη, κυρίως λόγω ζητημάτων ασφαλείας. Ολες οι δυτικοευρωπαϊκές και βορειοαμερικανικές πόλεις που αξιολογήθηκαν έχουν συνολικό σκορ πάνω από το 80 (στα 100), πλην της Αθήνας που βρίσκεται στο 78, μαζί με τη Σαϊπάν και τη Σαγκάη. Από τις πόλεις της ΕΕ ξεπερνάμε οριακά μόνο το Βουκουρέστι και τη Σόφια.

Η Αθήνα είναι προβληματική σε όλες τις κατηγορίες και υπολείπεται των άλλων δυτικοευρωπαϊκών πόλεων σταθερά από το 2014, όταν άρχισε να δημοσιεύεται ο δείκτης. Στη δική τους «συστάδα», τελευταίες στην κατάταξη είναι φέτος η Ρώμη και το Εδιμβούργο, που βρίσκονται 10 μονάδες ψηλότερα από την Αθήνα.

Η Αθήνα είναι προβληματική σε όλες τις κατηγορίες και υπολείπεται των άλλων δυτικοευρωπαϊκών πόλεων σταθερά από το 2014, όταν άρχισε να δημοσιεύεται ο δείκτης | Shutterstock

Το ερώτημα που προκύπτει είναι εάν η ελληνική πρωτεύουσα θα καταφέρει ποτέ να μπει στο κλαμπ των άλλων δυτικών πόλεων, ή έστω να ανέβει κατηγορία και να περάσει πάνω από το 80 στα 100. Μέχρι τώρα δεν το έχει καταφέρει και φαίνεται απίθανο να το κάνει, καθώς τα προβλήματά της είναι πολυδιάστατα και ριζικά. Για παράδειγμα, ο τομέας των υποδομών – που εξετάζει την ποιότητα των δημόσιων συγκοινωνιών, τη διαθεσιμότητα κατοικιών καλής ποιότητας, την ποιότητα παροχής ενέργειας, νερού και τηλεπικοινωνιών – απαιτεί τεράστιες επενδύσεις και όραμα για να βελτιωθεί. Αντιστοίχως ο τομέας της εκπαίδευσης κι εκείνος της υγείας. Κι όλα αυτά δεν είναι μονοδιάστατα ζητήματα της τοπικής ή της κεντρικής διοίκησης, αλλά συνδυασμός τους.

Ο συγκεκριμένος δείκτης δημιουργείται ως «μπούσουλας» για τις εταιρείες που θέλουν να δραστηριοποιηθούν σε μια πόλη, ώστε να γνωρίζουν τις συνθήκες στις οποίες θα χρειαστεί να ζήσει το προσωπικό τους. Τα αποτελέσματα για εμάς είναι, προφανώς, αποθαρρυντικά, καθώς κατά κανόνα όσο δυσχερέστερες οι συνθήκες τόσο μεγαλύτερες είναι οι απολαβές ενός εργαζομένου.

Τουλάχιστον εκείνοι έχουν την επιλογή να ζήσουν σε μια πόλη ή όχι. Οι Αθηναίοι, πάλι, δεν την έχουν. Κι όσο κι αν προσπαθεί κανείς να τους πείσει ότι η πόλη τους είναι σε καλύτερη κατάσταση απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα, οι έρευνες σταθερά το διαψεύδουν. Δεν διαξιφιζόμαστε με κάποια άλλη ευρωπαϊκή πόλη, για μια καλύτερη θέση· τις κοιτάμε όλες από μακριά.

Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι έχουμε περιέλθει σε μια σιωπηρή αποδοχή της πραγματικότητας αυτής: Τα χρόνια περνάνε και ελάχιστα πράγματα αλλάζουν. Οσο οι ευρωπαϊκές πόλεις αναζητούν τρόπους να γίνουν πιο βιώσιμες, εμείς παραμένουμε κολλημένοι στην κίνηση.

Μετά την κατάληψη της πρώτης θέσης από την Κοπεγχάγη, η Βιέννη μοιράζεται πλέον τη δεύτερη θέση με τη Ζυρίχη. Στην πρώτη πεντάδα βρίσκονται επίσης η Μελβούρνη και η Γενεύη.

Μετά την κατάληψη της πρώτης θέσης από την Κοπεγχάγη, η Βιέννη μοιράζεται πλέον τη δεύτερη θέση με τη Ζυρίχη | Shutterstock

Οι μικρότερες πόλεις, σημειώνει ο Economist, γενικά τα πηγαίνουν καλύτερα στον δείκτη. Από τις είκοσι κορυφαίες, μόνο τρεις έχουν πάνω από 6 εκατομμύρια κατοίκους. Το Τόκιο, η μεγαλύτερη πόλη του κόσμου, κατατάσσεται 13ο.

Στις χαμηλότερες θέσεις, η αστάθεια μειώνει σημαντικά τη βιωσιμότητα. Η Δαμασκός παραμένει στην τελευταία θέση, αν και η ανατροπή του Μπασάρ αλ-Ασαντ και η απόφαση των ΗΠΑ να άρουν τις οικονομικές κυρώσεις στη Συρία δημιουργούν προοπτικές βελτίωσης. Το Κίεβο βρίσκεται στις δέκα τελευταίες θέσεις για τρίτη χρονιά, ενώ η Τεχεράνη, λίγο πάνω από την τελευταία δεκάδα είναι απίθανο να βελτιώσει τη θέση της, κυρίως λόγω της αντιπαλότητας του Ιράν με το Ισραήλ.

Στον Καναδά, το Κάλγκαρι σημείωσε τη μεγαλύτερη πτώση στον δείκτη φέτος, από την πέμπτη στην 18η θέση, λόγω μεγάλων λιστών αναμονής για υγειονομική περίθαλψη και έλλειψης κατοικιών. Παράλληλα, το πρόγραμμα «Vision 2030» της Σαουδικής Αραβίας, που στοχεύει στη μείωση της εξάρτησης της οικονομίας από το πετρέλαιο, βοήθησε την πόλη Αλ Χομπάρ να ανέβει 13 θέσεις, φτάνοντας την 135η, αξιοποιώντας τη φήμη της ως τουριστικού και εμπορικού κέντρου.

Οι γενικές προοπτικές είναι μεικτές: ο πληθωρισμός, που έχει επηρεάσει αρνητικά τα επίπεδα διαβίωσης τα τελευταία χρόνια, φαίνεται να υποχωρεί, αλλά οι γεωπολιτικές εντάσεις αυξάνονται, απειλώντας τη σταθερότητα και την ποιότητα ζωής σε όλον τον πλανήτη.

 

 

 

Πηγή Protagon
Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο