Advertisement

Ο αστόλιστος βασιλιάς

Πόσο θλιβερή ήταν η επιμονή σε κείνο το «Γλίξμπουργκ» που χόρταινε το στόμα τους να το προφέρουν, μην και θεωρηθεί Ελληνας ο Ελληνας και μολυνθεί η φυλή. Πόσος αναίτιος φόβος. Πόση εγκατάλειψη σε κείνο το Παλάτι, λες και δεν υπήρξε μνημείο της Ιστορίας μας | Ρέα Βιτάλη

706

Πράξις 1η

Τα περισσότερα παραμύθια της δικής μου γενιάς είχαν και έναν βασιλιά. Και δη το αγαπημένο μου «Οι δώδεκα βασιλοπούλες και το μυστικό τους». Τον εικονογραφούσαν στρουμπουλό με χρυσή κορόνα, μπέρτα με γουνάκι, κάτι στο χέρι που ποτέ δεν έμαθα πώς το λένε, πάντως, ήταν κι αυτό χρυσό. Οι βασιλιάδες των παραμυθιών μας ήταν στολισμένοι.

Advertisement

Ο βασιλιάς της Ελλάδας ήταν εκτός Ελλάδας, άρα δεν είχα αληθινή εικόνα του, παρά μόνο μέσα από μια συγκεκριμένη φωτογραφία που τον έδειχνε ως έναν γλυκύτατο νέο, στολισμένο κατάλληλα και πάντα, σε διπλανή φωτογραφία, αυτή της Αννας Μαρίας, που ήταν μια γλυκύτατη και κατάλληλα στολισμένη νέα κοπέλα με κορόνα, που αποκλείεται να μη σου μετέφερε ένα χαμόγελο συμπάθειας.

Θυμάμαι και ένα γυάλινο σταχτοδοχείο στο σπίτι του παππού που είχε σκαλισμένο κάποιον βασιλιά. «Τον Γεώργιο» ή «Τον Παύλο», δεν θυμάμαι ποιον έλεγε ο παππούς. Πάντως γυάλινος ήταν, σχεδιασμένος με παράστημα βασιλικό, αν και σε σταχτοδοχείο. Πώς το κατάφεραν! Υπήρχε και μια ιστορία που έλεγε η γιαγιά, για έναν άλλον βασιλιά, που τον είχε δαγκώσει μαϊμού και πέθανε. Ακου, μαϊμού! Αυτό ξετίναζε τη φαντασία μου και με έκανε να τρέμω τις μαϊμούδες.

Στο σπίτι, στα κομμωτήρια, στα μοδιστράδικα, συχνά αναφέρονταν στην Αννα Μαρία. Σε ό,τι έλεγαν για εκείνη διέκρινα πάντα μια ενδιαφέρουσα συμπάθεια, ανάμεικτη με μια ενδιαφέρουσα δόση λύπησης. Λύπηση που όμως δεν τη χαμήλωναν σε οίκτο, γι’ αυτό την ονομάζω ενδιαφέρουσα λύπη. «Μικρό κορίτσι ήρθε στη χώρα μας να ζήσει το δικό της παραμύθι και δες…». Ως εκεί.

Πράξις 2η

Η τηλεόραση το 1974 ήταν ασπρόμαυρη. Στο σπίτι κυριαρχούσε ένας ατμοκίνητος αναβρασμός. Γενικά εκείνον τον καιρό είχαμε αναβρασμούς, που στα παιδικά μας φάνταζαν ενδιαφέροντες και σκόρπιζαν ερωτήματα, που όμως δεν εκφράζαμε. Απλώς καταγράφαμε ατμόσφαιρες. (Θυμάμαι, για παράδειγμα, τον ενθουσιασμό των γονιών μου, τα φιλιά τους, τη χαρά τους ό,τι «Ερχεται ο Καραμανλής, Βεττάκι μου!». Ο πατέρας μου του είχε λατρεία –η μάνα μου λατρεία στην Αμαλία, κι ας είχαν χωρίσει. Θυμάμαι, πάλι ασπρόμαυρα, το πλήθος λαού να ωρύονται στην υποδοχή του «Ε! Ε! Ερχεται!», θυμάμαι τη Νάκη Αγάθου, θρυλική τηλεπαρουσιάστρια της εποχής, να λιώνει προφέροντας το όνομά του. Πόσων χρόνων να ήταν τότε ο πατέρας μου και η μαμά μου; Τριάντα έξι και τριάντα τεσσάρων). Κλείνει η μεγάλη παρένθεση. Εκείνη την ημέρα ο βασιλιάς θα απευθυνόταν στον ελληνικό λαό μέσω τηλεοπτικού διαγγέλματος.

Παρατάχθηκαν όλοι στον στητό καναπέ της εποχής, «Σαρίδης». Εγώ κάθισα οκλαδόν στο χαλί «Πιο μακριά, θα τυφλωθείς» μου φώναξαν. Η τηλεόραση τη χειρότερη ώρα έκανε «Χιόνια!», φωνάξαμε όλοι με απόγνωση. Ετσι γινόταν τότε. «Κρακ κρακ» έστριψα το μεγάλο κουμπί, σταμάτησαν τα χιόνια, ξαναστηθήκαμε.

Ο βασιλιάς της Ελλάδας. Ο εξόριστος. Μα τι ήταν αυτό; Ηταν αυτός βασιλιάς; Πού ήταν η κορόνα του; Πού ένα γουνάκι στους ώμους του; Πού κάτι χρυσό να κρατάει στο χέρι του; Τόσο που τον είχα εμφανισιακά, παραμυθένια, εξιδανικεύσει! Τόσο δραματικά αστόλιστος, με ένα κοστούμι σαν τόσων και τόσων! Δραματικά αστόλιστος!

***

Η αβασίλευτη Δημοκρατία συγκέντρωσε μεγάλη πλειοψηφία 69,2% έναντι 30,8% της βασιλευομένης. Ο Κωνσταντίνος, αντιγράφω τώρα πια, την επομένη της ψηφοφορίας απηύθυνε το ακόλουθο μήνυμα: «Ελληνες και Ελληνίδες. Πιστός στην διακήρυξή μου, επαναλαμβάνω ότι προέχει η εθνική ενότητα χάριν της ομαλότητάς, της προόδου και της ευημερίας της χώρας και εύχομαι ολόψυχα οι εξελίξεις να δικαιώσουν το αποτέλεσμα που προέκυψε από τη χθεσινή ψηφοφορία».

Εκτοτε πολλά βιβλία μελέτησα, πολλά είδα, πολλά με εμψύχωσαν, αλλά και πολλά με μελαγχόλησαν για το ποιος γράφει την Ιστορία αυτού του τόπου ώστε να μένουμε εσαεί μοχθηρά ανιστόρητοι. Ο λαός μίλησε: 69,2% υπέρ της αβασίλευτης Δημοκρατίας. Πιο πολύ από αυτό δεν είχε! Σοφά μίλησε και η πορεία τον δικαίωσε. Ωστόσο, πόσο δεν υπολόγισαν αυτή τη φωνή ως αρκούντως αρκετή;

Πόσο μονομερή οχλαγωγία έστηναν πάνω από τη φωνή του λαού! Τόση, που να μην προχωράμε ποτέ μπροστά, αλλά πάντα να κοιτάμε προς τα πίσω, αιμορραγώντας ανώφελα. Ποτέ με μάτια πολλών αναγνώσεων, αλλά με μονομερή εθελοτυφλία. Σχεδόν απαγορεύοντας την έρευνα, τα ερωτήματα, το «Μήπως;». Πόσο θλιβερή, για παράδειγμα, εκείνη η επιμονή σε κείνο το «Γλίξμπουργκ» που χόρταινε το στόμα τους να το προφέρουν, μην και θεωρηθεί Ελληνας ο Ελληνας και μολυνθεί η φυλή.

Πόσος αναίτιος φόβος. Πόση εγκατάλειψη σε κείνο το Παλάτι, λες και δεν υπήρξε μνημείο της Ιστορίας μας. Πόση χολή! Πόσοι δρόμοι να μετονομάζονται αστεία. Πώς χώρες όπως η ματωμένη ποικιλοτρόπως Ρωσία, η Σοβιετική ένωση, ρε φίλε, συντηρούν παλάτια και εμείς… Ο αστόλιστος βασιλιάς των παιδικών μου χρόνων είχε πεθάνει πριν πεθάνει.

Παιδί ήμουν, εκεί «τον τελείωσα». Ο ελληνικός λαός ως ενήλικας διέθετε την ύψιστη, ιερή ευεργεσία της ψήφου. Η βασιλεία «μπαμ και κάτω». Στα χρόνια που επακολούθησαν… Μεταξύ μας… Πολλά, πάρα πολλά έχουν πεθάνει, χωρίς όμως να τα πεθαίνουμε. Αυτά είναι τα ζόρικα. Η δημοκρατία είναι το πιο υγιές αλλά και το πιο δύσκολο πολίτευμα.

Διαθέτει δε πολλές κρυψώνες για να μεταμφιέζονται δικτατορίσκοι, ψευτοβασιλείς της δεκάρας πλην πάντα σπουδαίων προνομίων, ως δημοκράτες, ως «υπέρμαχοι» Δημοκρατίας. Σοφός ο λαός. Χρόνο με τον χρόνο, με όλο και πιο γρήγορους ρυθμούς, τους ξεσκεπάζει. Ε, δεν είναι και εύκολη η διαδρομή… Ξεκινώντας πάντα από την απόλυτη εξιδανίκευση! (Και με τόση «τέχνη» να μας στραβώνουν τη μελέτη και γνώση της Ιστορίας).

ΥΓ. Καλό ταξίδι σε ένα κομμάτι της Ιστορίας μας.

ΥΓ. 1  Ερμοι Αγγλοι!.. Στο «Μπροστά γκρεμός και πίσω ρέμα» σας.

 

Ποια ήταν η βαριά αμαρτία του Κωνσταντίνου;

Ο τελευταίος βασιλιάς της Ελλάδας έχασε από πολύ νωρίς τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως παράγων ενότητας. Κατά τα λοιπά, τα «εγκλήματα» που του καταμαρτυρούνται είναι μάλλον υπερβολικά και πάντως η διαπόμπευση που υπέστη δεν του άξιζε | Αγγελος Κωβαίος

Οι τελευταίες δημόσιες εμφανίσεις του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου φανέρωναν έναν άνθρωπο καταπονημένο, αδύναμο, καθηλωμένο στο καροτσάκι. Δεν ήταν υπέργηρος, πιθανώς όμως η κατάσταση της υγείας του να ήταν και αποτέλεσμα βαριάς ψυχικής καταπόνησης.

Στην Ελλάδα, τη χώρα που αδυνατεί να αξιολογήσει την Ιστορία της και να τη δει στις σωστές της διαστάσεις, ο Κωνσταντίνος επικράτησε να θεωρείται ένα τέρας. Πολλοί τον θεωρούσαν πολιτικό εγκληματία και υπαίτιο για όλα τα μετεμφυλιακά δεινά της χώρας, με αποκορύφωμα την αποστασία, την πολιτική κρίση του 1965-67 και τη χούντα που ακολούθησε.

Η βασιλεία του διήρκεσε εννέα χρόνια (1964-1973) και εξέπεσε του αξιώματος έπειτα από δύο δημοψηφίσματα, ένα της χούντας το 1973 και ένα οριστικό του 1974, έπειτα από την αποκατάσταση της δημοκρατίας.

Δεν είναι εύκολο να ανατρέψει κανείς παγιωμένες αντιλήψεις και για πολλούς είναι αδύνατο να δουν ψύχραιμα τα πράγματα, ακόμη και έπειτα από πολλές δεκαετίες. Η Ιστορία όμως δεν χωρεί πολλά «αν και εφόσον».

Κάποιες φορές παρουσιάζονται ευκαιρίες και αφορμές για επανεξέταση και πάντως οφείλει κανείς να αναλογιστεί πόσα από αυτά τα περιστατικά μίας ταραγμένης περιόδου άξιζε τον κόπο να οδηγήσουν εκεί που οδήγησαν – με ευθύνη του Κωνσταντίνου ή/και των άλλων πρωταγωνιστών.

Ο ίδιος είχε μιλήσει πολλές φορές και είχε παρουσιάσει τη δική του εκδοχή των γεγονότων εκείνων. Τον άκουσαν μόνο οι οπαδοί του, οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους τον αγνόησαν και πολλοί σήμερα δεν γνωρίζουν καν τι και πώς είχε συμβεί εκείνη τη «χαμένη άνοιξη», που έγραφε κι ο Τσίρκας και το επεισοδιακό καλοκαίρι του ’65.

Δεν είναι εύκολο να καταλήξει κανείς κατηγορηματικά ως προς το αν η κρίση εκείνη, που αποδείχθηκε μοιραία για τη χώρα και για τον ίδιο τον Κωνσταντίνο, μπορούσε να έχει αποτραπεί. Τι ευθύνες έχει ο ίδιος, οι αποστάτες, οι Παπανδρέου και οι παρατρεχάμενοι όλων, ίσως θα μπορούσε να επαναξιολογηθεί και ίσως έτσι να έβλεπε κανείς ότι η παθιασμένη ερμηνεία πολιτικών και ιστορικών εξελίξεων δεν οδηγεί αναγκαστικά σε αλήθειες.

Μία απορία έχει πάντως αξία ως αφορμή για σκέψη. Πώς είναι δυνατόν ο Γεώργιος Παπανδρέου, ένας σοφός άνθρωπος που πλησίαζε τα 80, να πέσει θύμα της πλεκτάνης ενός 24χρονου, νεαρού βασιλιά, ο οποίος μάλιστα ήταν και μεγάλος θαυμαστής του και που πάντως στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι δεν είχε και πολλές ικανότητες σε αυτό το πεδίο; Απλοϊκό ερώτημα. Όμως κρύβει πολλές απαντήσεις και εκδοχές ως προς το τι και πώς συνέβη. Και απαιτείται μία κάποια γενναιότητα για να δουν όλοι τα λάθη που έγιναν τότε.

Μπορούσε ο Κωνσταντίνος να αποτρέψει την αποστασία; Μπορούσε, ναι. Μπορούσε όμως και ο πανίσχυρος Γεώργιος Παπανδρέου να διαχειριστεί αλλιώς τους δολοπλόκους στο κόμμα του, να αποφύγει την μανιασμένη μετωπική σύγκρουση, την παραίτηση και εν τέλει να αποτρέψει το χάος που ακολούθησε. Η κρίση εκείνη, με επιφανειακό πρόσχημα την διαμάχη για το πρόσωπο του υπουργού Aμυνας, μπορούσε και έπρεπε να έχει ξεπεραστεί. Πρόσωπα και υποψήφιοι για τη θέση υπήρχαν, ούτως ώστε να εκτονωθεί η κρίση. Όλοι προτίμησαν κάτι άλλο.

Η ουσία είναι ότι από το σημείο εκείνο κι έπειτα, ο Κωνσταντίνος έφερε το βάρος όλων των προηγούμενων δεκαετιών της βασιλείας και τις φορτώθηκε τις αμαρτίες όλων των προγόνων και προκατόχων του.

Με το πραξικόπημα του ’67 η θέση του έγινε ακόμη δυσχερέστερη και διάφορες θεωρίες άρχισαν να διατυπώνονται ως προς το αν θα μπορούσε να το αποτρέψει ή στη συνέχεια να το καταπνίξει. Δύσκολες οι απαντήσεις και ως προς αυτό. Το αποτυχημένο «αντικίνημα» του Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς και η επαμφοτερίζουσα στάση του στο κίνημα του Ναυτικού το 1973 φανέρωσαν τις αδυναμίες του.

Υπό αυτήν την έννοια, αν κάτι μπορεί να πει κανείς είναι ότι ο Κωνσταντίνος είχε από πολύ νωρίς χάσει κάθε δυνατότητα να λειτουργήσει ως παράγων εθνικής ενότητας. Αυτός ήταν ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η επιστροφή του μετά το ’74 ήταν επί της ουσίας αδύνατη. Άλλωστε ο κόσμος έκρινε με το συντριπτικό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος.

Αυτό που ίσως θα πρέπει να εξετάσει κάποιος είναι αν, παρ’ όλα αυτά, του άξιζαν όλα όσα ακολούθησαν. Η δαιμονοποίησή του για όλα, η υποτιμητική απόδοση ενός επωνύμου, η άτυπη δήμευση της περιουσίας του, μέχρι την τελική διευθέτηση με την αποζημίωσή του το 2003 και η ιστορική του διαπόμπευση.

Πιθανώς δεν του άξιζαν. Το μεταπολιτευτικό ελληνικό κράτος θα μπορούσε να έχει επιδείξει μία μεγαθυμία. Ίσως αυτό να είχε αποδειχθεί ευεργετικό σε πολλά επίπεδα. Αλλά είπαμε, με τα «αν» δεν γράφεται η Ιστορία.

 

 

Πηγή Protagon Protagon
Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο