Μήπως ο κόσμος φτιάχτηκε από… δολοφόνους;
O ιστορικός Κλίφτον Κρέις υποστηρίζει στο βιβλίο του, «The Killing Age», ότι χωρίς την... παγκοσμιοποιημένη βία, η Βιομηχανική Επανάσταση δεν θα είχε συμβεί. Και βασίζει το σκεπτικό του στην εξέλιξη του παγκοσμίου εμπορίου όπλων και την διεθνή κούρσα εξοπλισμών
Οπως πολλοί γαιοκτήμονες στην Τζαμάικα του 18ου αιώνα (υπήρξε βρετανική αποικία από το 1655 έως το 1962) ο Τόμας Θίσλγουντ πλούτισε, αναγκάζοντας άλλους ανθρώπους να εργάζονται για εκείνον υπό την απειλή της βίας. Σε αντίθεση με τους περισσότερους δουλοκτήτες, όμως, ο εν λόγω κρατούσε ημερολόγιο, στο οποίο κατέγραφε λεπτομερώς τη ζωή του στη Τζαμάικα, όπου η κύρια ασχολία του πρακτικά ήταν η βάναυση κακοποίηση των δούλων που είχε στην κατοχή του.
Ολα όσα έγραψε σε περισσότερες από 14.000 σελίδες, οι οποίες δεν προορίζονταν ποτέ για δημοσίευση, προσφέρουν ανατριχιαστικές όσο και πολύτιμες γνώσεις για τις καθημερινές φρικαλεότητες της δουλείας. Με λόγο πεζό και χωρίς συναισθηματισμούς ανέφερε, μεταξύ πολλών άλλων, πως, αφού τους μαστίγωνε, συνήθιζε να αναγκάζει τους σκλάβους του να αλείφουν τις πληγές τους με τσίλι, πως ανά τα χρόνια βίασε περισσότερες από εκατό γυναίκες, πως μια φορά τιμώρησε έναν επίδοξο δραπέτη, αλυσοδένοντάς τον, αλείφοντάς τον με μελάσα και αφήνοντάς τον εκτεθειμένο «ολημερίς γυμνό στις μύγες».
Σε αυτές τις αποτρόπαιες περιγραφές του Θίσλγουντ, καθώς και σε πολλές άλλες παρόμοιες, πάτησε ο Κλίφτον Κρέις, καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Emory της Ατλάντα, για να αναπτύξει μια ενδιαφέρουσα όσο και ανατρεπτική υπόθεση: κατά την άποψή του, η κτηνωδία, του είδους του Θίσλγουντ, δεν ήταν απλώς μια τεράστια πληγή στον σύγχρονο κόσμο, αλλά απαραίτητη για τη δημιουργία του. Στο βιβλίο του με τον τίτλο «The Killing Age» το οποίο κυκλοφόρησε τον περασμένο Νοέμβριο, υποστηρίζει ότι «χωρίς… την παγκοσμιοποιημένη βία, η Βιομηχανική Επανάσταση δεν θα είχε συμβεί».
Ο αμερικανός ιστορικός βασίζεται σε δύο απόψεις που είναι εδώ και πολύ καιρό δημοφιλείς στους κόλπους της Αριστεράς. Η πρώτη είναι ότι η Δύση φταίει για τα περισσότερα δεινά του κόσμου. Οπως το θέτει ο Κρέις, «οι σκοτωμοί [υπήρξαν] η πιο βαθιά συνεισφορά της Δύσης στην παγκόσμια ιστορία». Η δεύτερη είναι πως ο καπιταλισμός είναι κάτι το εξαιρετικά κακό, ότι αυτό το «οικονομικό σύστημα είναι η αιτία της βίας», όπως υποστηρίζεται και στο πρόγραμμα των Δημοκρατών Σοσιαλιστών της Αμερικής, ενός κόμματος μεταξύ των μελών του οποίου περιλαμβάνεται και ο Ζοράν Μαμντάνι, ο χαρισματικός νέος δήμαρχος της Νέας Υόρκης.
«Είναι πάντα δελεαστικό να περιγράφουμε το παρελθόν με τρόπους που αντικατοπτρίζουν το παρόν. Ο Σαίξπηρ υπερτόνισε το πόσο αποκρουστικά κακός ήταν ο βασιλιάς Ριχάρδος Γ’, επειδή δεν είχε την πολυτέλεια να αναστατώσει τον Οίκο των Τυδώρ που ανέτρεψε τον καμπούρη μονάρχη. Οι βρετανοί ιμπεριαλιστές εξυμνούσαν τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ως έναν έμμεσο τρόπο για να δικαιολογούν τη δική τους “εκπολιτιστική” αποστολή», », σχολιάζει ο Economist, παρουσιάζοντας το βιβλίο. «Φέτος, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες κλείνουν τα 250 τους χρόνια, οι υποστηρικτές του MAGA προωθούν ένα αυτο-επαινετικό είδος ιστορίας», προσθέτει το βρετανικό δημοσίευμα.
Σε αυτό το πλαίσιο η ειδική «Taskforce 250» του Λευκού Οίκου επιδιώκει να δημιουργήσει κλίμα αχαλίνωτου ενθουσιασμού για το «σπουδαιότερο πολιτικό ταξίδι» όλων των εποχών. Αντιθέτως το «Project 1619» των New York Times υποστηρίζει πως οι ΗΠΑ δεν ιδρύθηκαν την 4η Ιουλίου του 1776 αλλά την ημέρα που κατέπλευσε το πρώτο πλοίο με σκλάβους, με τη νεοϋορκέζικη εφημερίδα να περιγράφει τη φυλετική αδικία ως το θεμελιώδες γεγονός της αμερικανικής ιστορίας.
Από αυτήν την άποψη ο Κρέις διατυπώνει μια ακόμη περισσότερο ανατρεπτική θεωρία και την εφαρμόζει ευρύτερα. Στις περισσότερες από 700 γεμάτες αίμα και βία σελίδες του βιβλίου του, υποστηρίζει ότι «το “Big Bang” του καπιταλισμού -ένα σημείο καμπής στην ιστορία του πλανήτη- προκλήθηκε από τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από την παγκοσμιοποιημένη χρήση της βίας για την απόκτηση χρημάτων».
Το σκεπτικό του έχει ως εξής: Η τεχνολογία των όπλων βελτιώθηκε σημαντικά στη Δύση στα τέλη του 1700. Πολλά νέα όπλα, που συχνά χρησιμοποιούνταν από ιδιωτικές εταιρείες όπως η Βρετανική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, χρησιμοποιήθηκαν για την κατάκτηση και τη λεηλασία ξένων εδαφών. Αλλα πουλήθηκαν σε τοπικούς πολέμαρχους, οι οποίοι στη συνέχεια επιτέθηκαν σε γείτονές τους. Το παγκόσμιο εμπόριο άνθισε, οπότε, χάρη σε μια παγκόσμια κούρσα εξοπλισμών. Σε όλο τον κόσμο, οι άνθρωποι είτε αγόραζαν όπλα είτε έπεφταν θύματα εκείνων που είχαν. Οπότε πολλοί πουλούσαν ό,τι μπορούσαν για να συγκεντρώνουν τα απαραίτητα κεφάλαια: κερί, καμφορά και φωλιές πουλιών από τις ζούγκλες του Βόρνεο, ελεφαντόδοντο από την Αφρική και σκλάβους σχεδόν από παντού.
Με έναν καταιγισμό από στοιχεία, ο Κρέις καταδεικνύει ότι τα όπλα ήταν πράγματι μια μεγάλη μπίζνα. Οπως αναφέρει ενδεικτικά, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα οι ετήσιες εισαγωγές νιτρικού καλίου από την Ινδία στην Αγγλία ήταν ικανές να παρασκευάσουν πυρίτιδα για ένα έως τρία δισεκατομμύρια βολές μουσκέτου, αριθμός μεγαλύτερος από τον πληθυσμό του κόσμου εκείνη την εποχή.
Τα κέρδη από το εμπόριο όπλων, τη λεηλασία και την υποδούλωση ήταν τεράστια, και μέρος αυτών των χρημάτων επενδύθηκε σε εργοστάσια που έκαιγαν άνθρακα και στους σιδηροδρόμους που αποτέλεσαν τα θεμέλια της Βιομηχανικής Επανάστασης. Οπότε, «η καταστροφή δημιούργησε τον σύγχρονο κόσμο», σπέρνοντας, όμως, συγχρόνως, τους σπόρους της κλιματικής αλλαγής, δηλαδή της υπαρξιακής απειλής με την οποία είναι σήμερα αντιμέτωπος αυτός ο σύγχρονος κόσμος.
Ωστόσο o βιβλιοκριτικός του Economist κρίνει πως υπάρχουν κενά και, μάλιστα, μεγάλα σε αυτό το επιχείρημα. Το πρώτο που σημειώνει είναι πως δεν είναι καθόλου σαφές ότι ο κόσμος έγινε πιο βίαιος μετά από τα τέλη του 1700. Τα βασανιστήρια στα οποία επέβαλε ο Θίσλγουντ τους σκλάβους του, αν και αποτρόπαια, δεν ήταν προφανώς χειρότερα από εκείνα στα οποία υποβάλλονταν οι σκλάβοι σε προηγούμενες εποχές και άλλα μέρη (οι Ρωμαίοι, για παράδειγμα, τους σταύρωναν). Και οι πολέμαρχοι και οι ιμπεριαλιστές του 19ου αιώνα δεν ήταν προφανώς πιο βάναυσοι και άρπαγες από τους πολέμαρχους και τους ιμπεριαλιστές προγενέστερων εποχών, από τους σταυροφόρους που λεηλάτησαν την Κωνσταντινούπολη έως τους Μογγόλους που σάρωσαν την Ευρασία, αιματοκυλίζοντάς την.
Τα διαθέσιμα στοιχεία για το μακρινό παρελθόν είναι αποσπασματικά και αμφισβητούμενα, αλλά πολλοί μελετητές, περιλαμβανομένου και του διάσημου Στίβεν Πίνκερ του Χάρβαρντ, υποστηρίζουν ότι με την πάροδο των αιώνων η βία μειώθηκε σημαντικά. Τα ποσοστά ανθρωποκτονιών στη Γερμανία, την Ιταλία και την Ισπανία του 14ου αιώνα ήταν, αντίστοιχα, περίπου 70, 200 και 50 φορές υψηλότερα σε σχέση με σήμερα. Σε ορισμένες προ-νεωτερικές κοινωνίες κυνηγών – τροφοσυλλεκτών, έως και το ένα τρίτο των ανθρώπων πέθαινε βίαια. Και επί 18 σίγουρα αιματοβαμμένους αιώνες μετά από τη γέννηση του Ιησού, το παγκόσμιο ΑΕΠ παρέμενε σχεδόν αμετάβλητο, όμως μετά από το 1820 δεκατετραπλασιάστηκε.
«Απλά δεν είναι αληθοφανές ότι η βία προκάλεσε αυτόν τον ξαφνικό μεγάλο πλουτισμό. Αυτό που άλλαξε [τον κόσμο] δεν ήταν η “απανθρωπιά του ανθρώπου προς τον άνθρωπο” -φράση που σκέφτηκε ο [εθνικός βάρδος της Σκωτίας] Ρόμπερτ Μπερνς το 1784— αλλά μια έκρηξη καινοτομίας από τους συγχρόνους του ποιητή. Εκείνη μόνον τη δεκαετία, για παράδειγμα, εφευρέθηκαν ο μηχανικός αργαλειός, το ατμόπλοιο, η αλωνιστική μηχανή και οι διπλοεστιακοί φακοί», υποστηρίζει ο βιβλιοκριτικός του βρετανικού εντύπου.
«Η βασική κινητήρια δύναμη της Βιομηχανικής Επανάστασης ήταν η επινόηση, η διάδοση και η εφαρμογή νέων ιδεών. Αυτό με τη σειρά του βασίστηκε σε μια προγενέστερη τεχνολογία -την τυπογραφία- η οποία επέτρεψε στην τιμή ενός βιβλίου να πέσει από το ισοδύναμο μισθών μηνών για έναν τυπικό εργάτη, στο ισοδύναμο λίγων ωρομισθίων. Η γνώση είναι συσσωρευτική και προόδευε ολοένα ταχύτερα καθώς ολοένα περισσότεροι άνθρωποι είχαν τα μέσα να μαθαίνουν, να αφομοιώνουν και να δημιουργούν με βάση ιδέες που προηγήθηκαν», προσθέτει.
Επιτάχυναν τα κέρδη της δουλείας και της αποικιοκρατίας αυτή τη διαδικασία, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι; Ενδεχομένως, αλλά όχι σε μεγάλο βαθμό, εάν όντως συνέβη κάτι τέτοιο. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις με μεγάλες αποικίες εκβιομηχανίστηκαν με τον ίδιο περίπου ρυθμό με εκείνες που είχαν ασήμαντες αποικίες. Το εμπόριο σκλάβων δεν είχε μεγαλύτερο βάρος στη βρετανική οικονομία από την εκτροφή προβάτων, ωστόσο λίγοι ισχυρίζονται ότι «η εκτροφή προβάτων χρηματοδότησε τη Βιομηχανική Επανάσταση», όπως έγραψε σε μια μελέτη του ο Κρίστιαν Νίμιτζ του Institute of Economic Affairs, μιας δεξαμενής σκέψης που εδρεύει στο Λονδίνο.
Ολοκληρώνοντας τη βιβλιοκριτική του, ο δημοσιογράφος του Economist αναγνωρίζει πως το «The Killing Age» είναι καλοδουλεμένο και περιέχει ορισμένα συναρπαστικά αποσπάσματα για το ποιος σκότωσε ποιον και ποιος έκλεψε τι σε μέρη του κόσμου στα οποία δίνεται πολύ λίγη προσοχή, από το Νταρφούρ μέχρι τη Νέα Ζηλανδία. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης οι παρεκβάσεις για την περιβαλλοντική ζημιά που προκλήθηκε από τους φαλαινοθήρες και τους κυνηγούς ελεφάντων του 19ου αιώνα. «Ομως ο συγγραφέας, ο οποίος συχνά γράφει “απείρως” ενώ εννοεί “πάρα πολύ”, έχει μια τάση προς την υπερβολή. Και η κεντρική του θέση είναι αβάσιμη. Τον σύγχρονο κόσμο τον καταράστηκαν δολοφόνοι, αλλά χτίστηκε από “ξεφτέρια” της επιστήμης».


























































































Kythira Online






























































































