Advertisement

Η ελληνική γλώσσα θέλει να την αγαπάς, όχι να την προστατεύεις

Αυτό δεν είναι ένα κείμενο για όσους κακομεταχειρίζονται την ελληνική γλώσσα βάζοντας λάθος καταλήξεις. Ούτε γι’ αυτούς που λατρεύουν να παίρνουν ύφος θιγμένου φιλολόγου όταν ο πλαϊνός τους εκδηλώνει προφανή άγνοια ως προς την κλίση του επιθέτου «ασφαλής». Δεν αποσκοπεί να σας ταράξει μέσω της κινδυνολογίας, να σας αγχώσει και να σας κάνει να κατεβάσετε […] | Βίβιαν Στεργίου

142

Αυτό δεν είναι ένα κείμενο για όσους κακομεταχειρίζονται την ελληνική γλώσσα βάζοντας λάθος καταλήξεις. Ούτε γι’ αυτούς που λατρεύουν να παίρνουν ύφος θιγμένου φιλολόγου όταν ο πλαϊνός τους εκδηλώνει προφανή άγνοια ως προς την κλίση του επιθέτου «ασφαλής». Δεν αποσκοπεί να σας ταράξει μέσω της κινδυνολογίας, να σας αγχώσει και να σας κάνει να κατεβάσετε από τη βιβλιοθήκη τον Σολωμό. Σκέφτομαι απλώς το ενδεχόμενο η γλώσσα να συρρικνώνεται. Ας δούμε τα πράγματα από πιο κοντά.

Εμείς, η γλώσσα

Advertisement

Η γλώσσα είναι οι άνθρωποι που τη μιλούν. Οι συζητήσεις, οι αγωνίες, τα ενδιαφέροντά τους. Οταν λιγοστεύουν οι άνθρωποι, κονταίνει κι η γλώσσα. Εμείς είμαστε η γλώσσα. Εμείς φτιάχνουμε φράσεις και ανάλογα με το εάν είμαστε ποιητές, φιλόσοφοι ή καλοί παραμυθάδες, μπορεί να φτιάχνουμε και λέξεις. Οταν γίνονται ρηχοί οι άνθρωποι ρηχαίνει κι η γλώσσα. Οταν παύουν ν’ αγωνιούν, να σκέφτονται, να συνομιλούν και να παράγουν, παύει κι η ανάγκη για μία γλώσσα που θα τα καλύπτει όλ’ αυτά.

Η τεχνολογία, λοιπόν, είναι ένας κίνδυνος. Ο τρόπος που κάνει τους Ελληνες χαζούς. Η ικανότητά της να εκτοπίζει τη σκέψη, τα βιβλία, την ονειροπόληση από το κάδρο. Η Ελλάδα λαμβάνει μέτρα για την προστασία των δεκαεξάχρονων, όμως μπορούμε να παρατηρήσουμε τον πλήρη εθισμό και άλλων ηλικιακών ομάδων στο κινητό. Οι άνθρωποι που γεννήθηκαν εκτός Διαδικτύου είναι τώρα σαν παιδάκια που ανακαλύπτουν τη σοκολάτα. Με το δάχτυλο στην οθόνη, χωρίς αντισώματα, με μια δίψα που δεν ξεδιψά, οι άνθρωποι που θα έπρεπε να μας δωρίζουν την εμπειρία, τις συμβουλές και τη φροντίδα τους, μας ρωτούν αν κάτι που είδαν είναι αληθινό. Ανεξάρτητα από την απάντηση, βλέπουν κι άλλο.

Πλάι σ’ αυτά, ένα τεράστιο μέρος του ελληνόφωνου Διαδικτύου προέρχεται από (κακή) μετάφραση άλλων σελίδων, από κακή απόδοση ξένων συζητήσεων ή είναι φτιαγμένο με τις γλωσσικές δεξιότητες της ΤΝ. Κάποιοι μάλιστα δεν είναι ντροπαλοί, το λένε. Το κείμενό μου το έγραψα με τη βοήθεια της ΤΝ, λες κι ο κυνισμός, η έλλειψη δημιουργικότητας και το «μπλοκάρισμα» είναι μαγκιά. Να και μια φωτογραφία να το συνοδεύσει – κι αυτή με ΤΝ. Η επέλαση της κακογουστιάς πλασάρεται σαν εξοικονόμηση πόρων. Η λεπτή γραμμή ανάμεσα στην οικονομία και τη φθήνια ξεπερνιέται.

Οταν τα ελληνικά βρωμάνε μούχλα

Η γλώσσα είναι ένας κήπος. Θέλει φροντίδα, πότισμα, ένα μυαλό που μεριμνά. Η εκμάθησή της απαιτεί χρόνο και χρήμα. Τα νέα Ελληνόπουλα υποτίθεται πως δεν χρειάζεται ν’ ανησυχούν γι’ αυτό, μια που η γλώσσα μας διδάσκεται στα σχολεία. Ας παραβλέψουμε το γεγονός ότι πολλά σχολεία κλείνουν από την έλλειψη μαθητών. Αλλο είναι το θέμα: πώς διδάσκεται η γλώσσα;

Μήπως μυρίζει μούχλα, κόμπλεξ και παλιό; Μήπως τα παιδιά μαθαίνουν να συνδυάζουν τα ελληνικά με τη διεκδίκηση της αποδοχής του φιλολόγου. Μήπως συνδέουν τις ελληνικές λέξεις με τον κόσμο του Ραγκαβή, αντί να σκέφτονται πως αυτή η γλώσσα τυλίγει τη δική τους εμπειρία; Μέσα σ’ αυτήν ερωτεύονται, τα φτιάχνουν, φασώνονται, μαλώνουν, παίζουν μπάσκετ, μέσα σ’ αυτήν τη γλώσσα ζουν!

Η υποτίμηση της ελληνικής γλώσσας πάει χέρι χέρι με τη θέασή της σαν κάτι άδοξο, βαρετό, μουχλιασμένο και καθηγητίστικο. Βρωμάει λευκή κιμωλία και κάποιον άνδρα με μουσάκι που νιώθει πως έχει πιάσει απευθείας σύνδεση με Πλάτωνα και με Αριστοτέλη. Αν το παιδί δεν νιώσει τη γλώσσα του δική του, ως καταπίεση θα το βιώσει κι αυτό. Σαν αγγαρεία.

Γι’ αυτό η ελληνική γλώσσα δεν χρειάζεται προστάτες, αλλά αγάπη. Το να κατοικήσουμε τη γλώσσα μας μ’ αγάπη σημαίνει να παίζουμε μαζί της, να την τρίβουμε πάνω στην επιφάνεια της εμπειρίας μας, να δοκιμάζουμε, να μη φοβόμαστε πως ίσως σπάσει. Δεν είναι βάζο κι έχει αντέξει κάμποσους αιώνες.

Αγάπη για τη γλώσσα σημαίνει συναρπαστικές συζητήσεις για τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Είναι η έξαψη γύρω απ’ όσα κάνουν το Συμπόσιο και τα σπαράγματα της Σαπφούς επαρκώς κουλ ώστε να θεωρούνται ακατάλληλα για εκπαιδευτικούς σκοπούς. Είναι η αγάπη για τους τόπους που κατοικούμε, τις σκέψεις που κάνουμε, τα θέματα που μας απασχολούν. Και τελικά αγάπη για εμάς τους ίδιους. Αν η θρέψη της γλώσσας χρειάζεται αγάπη, τότε την αναμένουμε πρωτίστως απ’ αυτούς που ισχυρίζονται πως δουλειά τους είναι να βάζουν μέσα σε λέξεις την εμπειρία μας. Κι εκεί, όμως, υπάρχει πρόβλημα.

Η γλώσσα μου εμποδίζει την αναγνώριση του ταλέντου μου στο εξωτερικό

Η «αποτελεσματικότητα» έχει ποτίσει τα πάντα. Ακόμη και την τέχνη. Ετσι, η αγωνία αρκετών καλλιτεχνών είναι να τους μεταφράσουν ή να γράψουν απευθείας σ’ άλλη γλώσσα ή να μη γράψουν καθόλου, να φτιάξουν έργα (θεατρικά, εικαστικά κ.λπ.) που δεν έχουν λόγια, γιατί ενδέχεται να είναι πιο αποτελεσματικό

Λογικό, από μια άποψη, διότι άλλες αγορές είναι πιο εύρωστες και άλλες χώρες επενδύουν περισσότερο από την Ελλάδα στον πολιτισμό (δείτε εδώ πόσο χαμηλά είναι η Ελλάδα). Αυτό είναι κάπως «αστείο» διότι κάποιες ευρωπαϊκές χώρες που επενδύουν φουλ στη γλώσσα και στον πολιτισμό, είναι ήδη μεγάλες γλώσσες, λόγω αποικιοκρατίας. Παράλληλα, άλλα κράτη δεν έχουν το δημογραφικό πρόβλημα που έχει η Ελλάδα. Φυσικά υπάρχουν κι οι ιδιώτες. Η Ελλάδα σκοράρει χαμηλά στην ατομική δαπάνη για βιβλία, όμως αυτό μπορεί ν’ αλλάξει. Και θ’ αλλάξει. Αργά ή γρήγορα θα σιχαθούμε εντελώς τα κενά μνήμης, τον χάλια ύπνο, τον αποπροσανατολισμό από τους στόχους μας, το μπέρδεμα και τις κοινότοπες συζητήσεις που προκαλεί η κατανάλωση διαδικτυακής σαβούρας.

Υπάρχει, όμως, κι άλλο ζήτημα! Με όρους αποτελεσματικότητας σκέφτονται και τα μικρά παιδιά.

Επιβίωση ή ζωή με νόημα;

Δυστυχώς, από πολύ μικρά τα Ελληνόπουλα έχουν/έχουμε άγχος επιβίωσης. Η δική μου γενιά έβγαλε όλο το πανεπιστήμιο μέσα στην οικονομική πολυκρίση. Οι επόμενοι γαλουχήθηκαν μέσα στην πανδημία, στον πόλεμο, τον πληθωρισμό και στα ενοίκια Μανχάταν. Προφανώς, η πρώτη τους έγνοια είναι να πιάσουν δουλειά (ιδανικά «έξω») κι αυτό καθορίζει όχι μόνον πόσο (δεν) διαβάζουν στα ελληνικά, αλλά και πόσο (δεν) προτίθενται να κάνουν χρήση της γλώσσας: να μιλήσουν με δικές τους λέξεις για όσα τους καίνε. Από άποψη κόστους/οφέλους τα ισπανικά, τα κινέζικα και, προφανώς τα αγγλικά είναι πιο «έξυπνες» επενδύσεις χρόνου.

Η Ελλάδα στο μυαλό πολλών νέων ανθρώπων είναι συνυφασμένη με τα γηρατειά, τον μαρασμό και τη φτώχεια: ακόμα κι όταν ζουν Ελλάδα ποστάρουν στ’ αγγλικά, έχουν αγωνίες Νέας Υόρκης και φωτογραφία προφίλ Λονδίνου, διότι αυτά είναι σύμβολα καταξίωσης κι επιτυχίας, καθώς και δυνατότητες για μία προσωπική απελευθέρωση, το πλάσιμο μίας ταυτότητας που έχει κάτι κοσμοπολίτικο κι εξωστρεφές, αυτό, δηλαδή, που πολύ συχνά λείπει από την ίδια τη χώρα. Αρκετοί Ελληνες αγκαλιάζουν τ’ αγγλικά, γιατί αυτά προσδίδουν μία ανοικτότητα στην καθημερινότητα. Αποζητούν κάτι που να λέει μέλλον και ταχύτητα, όπως ακριβώς το λένε τα ρήματα στ’ αγγλικά που αστράφτουν σαν οχήματα χωρίς οδηγό, σαν πύραυλοι, σαν κάτι από το 2070 τέλος πάντων.

Υπάρχει λύση: η αγάπη

Η γλώσσα θέλει νέο αίμα και νέα σώματα (ανεξαρτήτως χρώματος ή καταγωγής) που τη μιλούν. Θέλει να διαβάζεται, να γίνεται ποιήματα. Να διαδίδεται παντού στον κόσμο, όχι με μίζερες φιλολογίστικες κορώνες και εθνικοπατριωτικά λογύδρια, που χαρίζουν άφθονο γέλιο σε οποιονδήποτε σοβαρό άνθρωπο, αλλά μέσα απ’ την αγάπη. Και δεν χρειάζεται να θρηνολογούμε τις ανθρωπιστικές σπουδές που υποχωρούν παντού στον κόσμο και μαζί τους υποχωρεί και μία βαθιά ρίζα ενδιαφέροντος για τον ελληνόφωνο πολιτισμό. Χρειάζεται να αγαπήσουμε περισσότερο, να μεταφράσουμε περισσότερο, να παραγάγουμε περισσότερο και να διακηρύξουμε την αγάπη μας με κάθε τρόπο. Αγαπάμε πραγματικά τα σπουδαία κείμενα που εμείς τα λέμε «αρχαία» κι ο υπόλοιπος κόσμος «λογοτεχνία»; Ή τα σεβόμαστε από απόσταση, χωρίς να έχουμε ιδέα πόσο διασκεδαστικά και σκανδαλώδη είναι; Αγαπάμε τη γλώσσα μας όπως είναι τώρα; Τον σύγχρονο ελληνόφωνο πολιτισμό; Αχ, αυτό είναι δύσκολο γιατί προϋποθέτει να δούμε και να αγαπήσουμε εμάς.

Σ’ έναν κόσμο που και κατακερματίζεται και ομογενοποιείται, τα ελληνικά είναι νησί με θησαυρούς. Και ναι, οκέι, είναι «αναποτελεσματικό» να γράφεις στα ελληνικά, να λιώνεις με τις ώρες πάνω απ’ τον Ομηρο, να ξυπνάς λίγο νωρίτερα, για να διαβάσεις Σεφέρη πριν πιάσεις δουλειά. Είναι αναποτελεσματικό, όμως, με τον τρόπο που είναι αναποτελεσματικό να ερωτεύεσαι, να έχεις φυτά στο σπίτι, να χαμογελάς ή να λες «ευχαριστώ» χωρίς λόγο. 

Πράγματα που με κάνουν να πιστεύω στην ανθρωπότητα αυτή την εβδομάδα

Οσοι αρνούνται να δουν «λογική» στους πολέμους. Το στυλ κι η ομορφιά στις ταινίες του Τζάρμους. Τα μπαλκόνια τα μεσημέρια, όταν στεγνώνουν τ’ απλωμένα ρούχα κι οι γάτες κάνουν ηλιοθεραπεία. Οι λεμονιές της Αθήνας κι η εγγύτητα της Αθήνας στη θάλασσα. Η ιδέα της νηστείας: η θέση ενός ήσυχου, προσωπικού στόχου στέρησης σ’ ένα περιβάλλον χαζοβιόλικης κατανάλωσης.

Πηγή Καθημερινή
Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο