«Μαμά, αυτό το γκρίζο πράγμα μπροστά σου είναι ο δρόμος. Εκεί να κοιτάς!» Η συνηθισμένη παρατήρηση της κόρης μου, όταν οδηγώ άνοιξη στα Κύθηρα και ως συνήθως απορροφώμαι θαυμάζοντας την πλούσια χλωρίδα τριγύρω μου. Και δεν είμαι η μόνη. Τα Κύθηρα, λόγω της σημαντικής από άποψης φυτογεωγραφίας θέσης τους, προσέλκυσαν το ενδιαφέρον των σύγχρονων βοτανικών. Έτσι έχουμε δυο μεγάλα επιστημονικά έργα για τη χλωρίδα των Κυθήρων, από τους Werner Greuter και Karl Heinz Rechinger το 1967 και τον Αρτέμη Γιαννίτσαρο το 1969. Όμως αποσπασματικές πληροφορίες βρίσκουμε και σε εργασίες των Snogerup, Strid, Stork, Bothmer, Καμάρη, Persson, Φοίτου, Mathew, Krendl, Γεωργίου-Καραβατά, Tzanoudakis et al., Zimmer, Ρούτση, Routsi και Georgiadis, Ιατρού, Gölz και al., Artelari και Georgiou, Tan και Iatrou, Böhling και Scholtz, ενώ ο Γιαννίτσαρος δημοσίευσε δυο εργασίες με συμπληρώσεις στη χλωρίδα του νησιού το 1998 και το 2004. Επιπλέον, για το πρόγραμμα Natura 2000 εργάστηκαν οι Π. Δημόπουλος, Σ. Ζερβού και Ι. Μπαζός. Τέλος, το 2016 ο Arne Strid, στο έργο του “Atlas of the Aegean Flora”, παρουσίασε όλη τη μέχρι τότε πληροφορία για τη χλωρίδα των Κυθήρων.
Και αρκετοί Κυθήριοι όμως ή ευαισθητοποιημένοι επισκέπτες των Κυθήρων έχουν συμβάλει στη διεύρυνση των γνώσεών μας για τη χλωρίδα του νησιού. Για παράδειγμα, δείγματα φυτών έχουν στείλει στον καθηγητή Α. Γιαννίτσαρο τα τελευταία χρόνια οι: Θ. Κομηνός, Μ. Σιάτρας, Ε. Καλίγερος, οι βιολόγοι Α. Μπατσιώκας, Ε. Βαλλιανάτου, Γ. Οικονόμου, Ι. Μπαζός, τα μέλη της ΕΕΠΦ Μ. και Μ. Απέργη. Πολύ σημαντική δουλειά για τα αρωματικά φυτά έχει κάνει ο τεχνολόγος γεωπονίας Θ. Εμ. Σάμιος με πτυχιακή εργασία. Ο ίδιος, μαζί με τη γεωπόνο Γ. Καλλίγερου, έχουν συμβάλει σημαντικά στην εξαιρετική έκδοση του Κυθηραϊκού Συνδέσμου Αθηνών «Στα μονοπάτια της μέλισσας. Στοιχεία κυθηραϊκής χλωρίδας», βασισμένη σε υλικό του γυμνασιάρχη Δ. Λεβέντη. Σημαντικότατη είναι και η συνεισφορά της καθηγήτριας Σ. Φατσέα, που έχει πρωτοστατήσει στην ίδρυση του Floracytherea.blogspot.com.

Τα Κύθηρα ανήκουν στο φυτογεωγραφικό διαμέρισμα της Πελοποννήσου, από την οποία «ξεκόλλησαν» κατά το Ανώτερο Πλειστόκαινο. Έχουν ωστόσο και κοινά χλωριδικά στοιχεία με την Κρήτη, εφόσον κάποτε υπήρχε «γέφυρα» προς τα εκεί, αλλά και δικά τους ενδημικά φυτά, όχι πάρα πολλά, εφόσον ο διαχωρισμός από την Πελοπόννησο δεν είναι πολύ παλιός και το νησί δεν έχει ψηλά όρη. Τι ξέρουμε μέχρι τώρα για τη χλωρίδα του νησιού; Περισσότερα από 830 αυτοφυή είδη, υποείδη και ποικιλίες φυτών απαντώνται στα Κύθηρα. Στο οροπέδιο μέσου υψόμετρου 300-350 που κυριαρχεί στο νησί, επικρατούν τα φρυγανικά είδη Sarcopoterium spinosum (αστοιβή), Phlomis fruticosa και Phlomis cretica (αγκαθαρέα, σφάκα, αλισπακιά, φλώμος κατά τους ντόπιους), Thymbra capitata (θυμάρι, θρούμπι), Cistus creticus και Cistus salviifolius (αγκίσαρος), Erica manipuliflora (ρείκι), Teucrium brevifolium (μαντραγκούρας), Helichrysum stoechas subsp. barellieri (αγριοσεμπερβίβα), Salvia pomifera (φασκομηλιά,φασκομηλέα), Satureja thymbra (θρούμπι), Anthyllis hermanniae (αλογοθύμαρο), Genista acanthoclada (αχινοπόδα), Hypericum empetrifolium (φουδούρα, γουθούρα, βαλσαμίνο) – ένα από τα 4 βαλσαμόχορτα του νησιού, που κάποιοι θυμούνται ακόμη να χρησιμοποιούν με τη μορφή βαλσαμόλαδου).

κορομηλιάς από 7 ποικιλίες.
Ανάμεσά τους φυτρώνουν σημαντικά ποώδη φυτά, κάποτε σε μεγάλους πληθυσμούς, όπως η μαργαριτούλα Bellis sylvestris. Συμπεριλαμβάνονται σε αυτά και πολλά γεώφυτα σαν την αγριογλαδιόλα Gladiolus italicus και τα ορχεοειδή. Σε υγρότερες θέσεις και στα περιθώρια καλλιεργειών, ή και σε παρατημένες καλλιέργειες, βρίσκονται ψηλότεροι θάμνοι: Pistacia lentiscus (σχίνος, σχιναρέα), Quercus coccifera (πρίνος), Calicotome villosa (ασπάλαθος), Phillyrea latifolia (φυλλίκι), Pistacia terebinthus (κοκκορεβιθιά, τσικουδιά), Myrtus communis (μυρτιά, μυρσίνη, μυρρίνη), ενώ σε κάποιες θέσεις, όπως γύρω από τον Λιμνιώνα ή την Παναγία Ορφανή κυριαρχεί ο Juniperus turbinata (αναφερόμενος ως τώρα ως J. phoenicea) – «κέδρος». Στα βόρεια συναντάμε και πολύ Arbutus unedo κν. κουμαριά, και χειμωνιάτικο ρείκι Erica arborea.
Στον Καραβά (βόρεια), στο Μυλοπόταμο και στα Μητάτα (κεντρικά) που υπάρχουν φυσικές πηγές, στις κατάφυτες ρεματιές κυριαρχεί ο Platanus orientalis (πλάτανος), μαζί με πικροδάφνες και λυγαριές (Nerium oleander, Vitex agnus-castus). Εκεί συναντάμε και το τράγιο Hypericum hircinum (κουδουνέα). Στις βραχώδεις ακτές βρίσκουμε διάφορα είδη αμάραντων (Limonium spp.) και το κρίταμο (Crithmum maritimum), ενώ στις αμμώδεις-αμμοχαλικώδεις παραλίες συχνά θαυμάζουμε τον κρίνο της θάλασσας Pancratium maritimum, που χρήζει προστασίας, αλλά και τα αγκάθια της θάλασσας (Eryngium maritimum). Στους πολλούς γκρεμούς και στα βράχια του νησιού, που αποτελούν απομονωμένους οικοτόπους, βρίσκουμε αρκετά από τα σημαντικά φυτά που αναφέρονται παρακάτω, αλλά και την ξακουστή αιγαιακή σεμπερβίβα (Ηelichrysum orientale) τα άνθη της οποίας οι ντόπιοι επεξεργάζονται μοναδικά. Συναντάμε διάσπαρτες και δενδρώδεις βελανιδιές, αλλά και δάση με ευκάλυπτους και πεύκα που είναι φυτεμένα. Στο νησί ένα από τα συχνότερα ζιζάνια είναι η νοτιοαφρικανική Oxalis pescaprae (ξηνύθρα, ξυνοσαλάτα), ενώ στις άκρες των δρόμων έντονη είναι η παρουσία του Foeniculum vulgare (μάραθο).
Από τα κυθηραϊκά φυτά τουλάχιστον 60 είδη και υποείδη είναι ελληνικά ενδημικά. Και από αυτά 3 είδη και 3 υποείδη είναι τοπικά ενδημικά των Κυθήρων: Limonium aphroditae: σε κατηγορία κινδύνου EN (κινδυνεύον) στο δεύτερο Κόκκινο Βιβλίο των σπάνιων και απειλούμενων φυτών της Ελλάδας (2009) – έχει βρεθεί μόνο στα Λιμνάρια, ένα λιμανάκι κάτω από τη Μυρτιδιώτισσα. Polygala helenae: VU (τρωτό) στο πρώτο Κόκκινο Βιβλίο (1995). Limonium cythereum: VU στο Κόκκινο Βιβλίο (2009). Campanula saxatilis subsp. cytherea (Καμπανούλα η βραχόβιος υποείδος των Κυθήρων), που φυτρώνει με άνεση ακόμη και στους τοίχους της Εθνικής Τράπεζας στη Χώρα. Centaurea redempta subsp. cytherea, που θα τη συναντήσει σίγουρα όποιος πάει στο Κάστρο της Χώρας. Scutellaria rupestris subsp. cytherea, ένα ποώδες κομψότατο φυτό στους θαμνότοπους. Σημαντικά από άποψη σπανιότητας και κινδύνου, είναι και άλλα φυτά των Κυθήρων, ελληνικά ενδημικά ή όχι. Να μερικά: Η ενδημική στα Κύθηρα και στην Κρήτη Centaurea argentea subsp. argentea, που φυτρώνει στα βράχια, εντάσσεται στα LC (χαμηλού κινδύνου) (Κ.Β. 2009) και προστατεύεται με το Π.Δ. 67/81, ενώ το ενδημικό Κυθήρων και ΝΑ Λακωνίας Teu – crium francisci-werneri, που επίσης φυτρώνει στα βράχια, βρίσκεται σε κατηγορία κινδύνου R (σπά – νιο) (Κ.Β. 1995).
Το Colchicum zahnii, ενδημικό σε Κύθηρα, Μέθανα και από τους δυτικούς πρόπο – δες του Ταϋγέτου έως τη Χερσόνησο του Μαλέα, θεωρείται NT (σχεδόν απειλούμενο) (Κ.Β. 2009). Ο κρίνος της Παναγίας (Lilium candidum), που δεν είμαστε σίγουροι ότι είναι ιθαγενής στο νησί ή αν έχει ξεφύγει από καλλιέργεια, θεωρείται επίσης ΝΤ (Κ.Β. 2009). Το μικρό φυτό Bupleurum greuteri, που είναι ελληνικό ενδημικό (εξαπλώνεται στην Μάνη, τη χερσόνησο του Μαλέα και τα Κύθηρα), κατατάσσεται στα VU (Κ.Β. 1995). Η ελληνική εν – δημική Scorzonera crocifolia (σταρίθρα) προστατεύ – εται με το Π.Δ. 67/81 όπως τo ελληνικό ενδημι – κό μικρό αγριοκρέμμυδο Allium gomphrenoides και η Asperula taygetea, ενδημική του ΝΔ Αιγαίου, που φυτρώνει στα βράχια και θεωρείται σπάνια από το IUCN (1997). Η πανέμορφη Tulipa goulimyi, ενδη – μική σε Ν και ΝΑ Λακωνία, Κύθηρα, Αντικύθηρα και Δ Κρήτη, η οποία στα Κύθηρα λέγεται καστα – νιόλα (μάλλον εξαιτίας του τριχώματος που φέ – ρει στο εσωτερικό του βολβού της), χαρακτηρίζε – ται ως VU (τρωτή) (Κ.Β. 1995) και προστατεύεται με το Π.Δ. 67/81, ενώ θεωρείται σημαντικό είδος από την ΕU. Την πρωτοβρήκε το 1954 ο δικηγό – ρος και ερασιτέχνης βοτανικός Κωνσταντίνος Γου – λιμής (1886-1963). Ο μικρός χειμωνιάτικος αγριο – πανσές Viola scorpiuroides επίσης προστατεύεται με το Π.Δ. 67/81 και περιλαμβάνεται στο Κ.Β. (1995). Και βέβαια προστατεύονται με τη συνθήκη CITES και το Π.Δ. 67/81 τα τουλάχιστον 26 είδη ορχεο – ειδών του νησιού.
Η ελληνική ενδημική Centaurea raphanina subsp. mixta (πετροκάλι, κακαράκι, αγκιναράκι), που θεωρείται φυτό με περιορισμένη εξάπλωση, λαχανεύεται στο νησί, όπως και αλλού στην Ελλά – δα, όπου είναι γνωστότερη ως αλιβάρβαρο. Μα – ζεύουν και τρώνε και τους βολβούς από το Muscari comosum (βολβός, καλογέρι), όπως και τα βλαστά – ρια του αναρριχητικού ιπποκρατικού φυτού Tamus communis (αβρίνεοι) που οι ντόπιοι τα χρησιμοποι – ούν και ως φαρμακευτικά. Πολλά πάντως από τα αυτοφυή φυτά του νη – σιού (μελισσοκομικά, αρωματικά, φαρμακευτικά, εδώδιμα) θα μπορούσαν να συμβάλλουν στη βιώ – σιμη ανάπτυξη των Κυθήρων. Αυτός ο πλούτος του νησιού επιβάλλεται να αξιοποιηθεί!
* Η Ειρήνη Βαλλιανάτου είναι Δρ. Βιολογίας, συστηματικός βοτανικός -φυτοκοινωνιολόγος.
πηγή: Περιοδικό ΦΥΣΗ – τεύχος 160


















































































































Kythira Online





































































