Advertisement

Γιατί αρέσουν τα Κύθηρα Νο 5 (τελευταίο)

Του Γιώργου Ι. Κωστούλα

1.336

Πέντε ετερόκλητα κείμενα σπουδαίων συγγραφέων-στοχαστών, με μαρτυρίες – αναφορές στα Κύθηρα. Όλα με απροσδόκητο και κυρίως όχι τετριμμένο τουριστικό ενδιαφέρον.

Ένα μείγμα, που αβίαστα παραπέμπει στην ήδη κατακτημένη-εγνωσμένη ταυτότητα των Κυθήρων ως μιας ζηλευτής πολιτιστικής κοιτίδας, με μοναδικά χαρακτηριστικά. Ακόμα μια έξοχη, πρεσβευτική υποστήριξη του τοπικού ποιοτικού brand name του νησιού.

Advertisement

Σήμερα το 5ο (τελευταίο) κείμενο:

  1. Ο Ζ. Λορεντζάτος, τα Κύθηρα και μια μοναστηριακή εισαγωγή στην Ένατη Ωδή

Στο βιβλίο του, «Στου τιμονιού το αυλάκι», εκδόσεις Δόμος, ο σπουδαίος μελετητής της νεότερης λογοτεχνίας μας, Ζήσιμος Λορεντζάτος, έχει συγκεντρώσει ορισμένα ταξιδιωτικά σημειώματα, όλα αναφερόμενα στη νησόσπαρτη πατρίδα μας.

Παραθέτω απόσπασμα εντυπώσεών του από τα Κύθηρα:

[…]18 και 19 Ιουνίου 1979: Μας κρατάει δεμένους εκεί στη Αγία Πελαγία δυνατός πουνέντες. Μεσημέρι  της Παρασκευής 19 του μηνός πηγαίνουμε για το Διακόφτι, το μοναδικό σίγουρο αραξοβόλι σε όλο το Τσιρίγο, εξαιτίας που το κλείνει από το βοριά το Μακρονήσι. Είχα περάσει εδώ ένα καλοκαίρι  με τη κόρη μου σε μια από τις καμάρες-έτσι λεν εδώ τα ντάμια  ή τα ξαμόνια-θαυμαστά χτίσματα με πολύ χοντρούς τοίχους και στέγη καμαρωτή (από εκεί και το όνομα), ζεστά το χειμώνα, δροσερά το καλοκαίρι, με ένα χώρισμα για μαγέρεμα και παραπέζουλα φαρδιά στη μεγάλη κάμαρα, που να μπορεί κανένας να απλώσει τα στρωσίδια του και να κοιμηθεί. Δεν ήρθε κανένας σχεδόν ακόμα για διακοπές. Μοναξιά απόλυτη.[…]

[…] 20 Ιουνίου, Σάββατο. Το απόγεμα κατεβήκαμε έναν περίπατο ως τον Αυλέμονα, δέσαμε δύσκολα στο στενάχωρο λιμανάκι με το βενετικό χτίσμα και το ένα κάστρο (το άλλο δεξιά γκρεμισμένο) και ξαναγυρίσαμε στο Διακόφτι. Ο καιρός καλυτέρευσε. Πουλιά σμάρια πουλιά που κελαηδούσαν στο ηλιοβασίλεμα χαμοπετώντας, μου έφεραν στο νου, στην αρχή, τα πουλιά που μαζεύονται μέσα στις πολιτείες, σε ορισμένα μεγάλα δέντρα και χαλούν τον κόσμο από τις φωνές, λίγο πριν από το απόβραδο, κάνοντας απαράλλαχτα, όπως τα παιδιά του δημοτικού στα διαλείμματα και, ύστερα, εκείνο που μας διηγόταν στο μοναστήρι της Λογγοβάρδας στην Πάρο, ο Ηγούμενος, ο πάτερ Φιλόθεος (Ζερβάκος), μια φορά  που είχα κάνει Πάσχα εκεί μαζί του. (Δεν είναι πολύς καιρός που κοιμήθηκε, σχεδόν εκατοχρονίτης). Περάσαμε τότε  μια Μεγαλοβδομάδα ολότελα αποκομμένοι από τον κόσμο στη μέση του Αιγαίου. Έξω από το καθολικό της Μονής βρισκόταν ένα αιωνόβιο μαύρο κυπαρίσσι πανύψηλο και πυκνό, όπου κούρνιαζαν αποβραδίς μυριάδες πουλιά. Στην μέση του Όρθρου-που άρχιζε τη νύχτα- και προς το τέλος περίπου, ο ηγούμενος έβγαινε στην πύλη και αναφωνούσε την Εισαγωγή στην Ένατη Ωδή: «Την Θεοτόκον και Μητέρα του Φωτός εν ύμνοις τιμώντες μεγαλύνωμεν…» Έξω μόλις που θαμποχάραζε και την ώρα ακριβώς αυτή-διηγόταν ο Γέροντας-τα πουλιά από το κυπαρίσσι έπιαναν όλα μαζί το δικό τους μεγαλυνάρι στο φως της μέρας, το πρωινό τραγούδι τους. Και αυτό, κάθε φορά, πάντα. Ο πάτερ Φιλόθεος σταματούσε το συνειρμό του εκεί και χαμογελούσε χαρούμενος, κάτω από τη μεγάλη άσπρη γενειάδα του. Δε συμπέραινε τίποτα. Το συμπέρασμα το άφηνε για τους ξένους.[…]

[…] Την Κυριακή φύγαμε πρωί με μαΐστρο και κάναμε περαντζάδα ως τον Κάβο Μαλιά και από εκεί βάλαμε πλώρη για Μονεμβασιά.[…]

 

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο