Ενσωμάτωση των Ελλήνων [και των Κυθηρίων] μεταναστών στην Αυστραλιανή κοινωνία
Νικόλαος Π. Γλυτσός, Ph.D.(USA) Ερευνητής Οικονομολόγος
Αν και το άρθρο αυτό αναφέρεται στους Έλληνες της Αυστραλίας, με μια «γενναία» υπόθεση αναλογικής ισχύος μπορεί να θεωρηθεί ότι αντιπροσωπεύει χονδρικά και τους Κυθήριους, οι οποίοι αποτελούν ένα σημαντικό τμήμα ( κατά ορισμένες εκτιμήσεις το 20%) του πληθυσμού αυτού.
Σύμφωνα με την Απογραφή της Αυστραλίας του έτους 2021, ο συνολικός πληθυσμός της χώρας ανέρχεται σε 25.422.789 άτομα, από τα οποία 7.043.707 έχουν γεννηθεί στο εξωτερικό, μεταξύ αυτών και 92.307 Έλληνες. Ηπλειονότητα των Ελλήνων (80,5%) εισήλθε στην χώρα κατά την τριακονταετία 1951-1980, και το 73% είναι σήμερα άνω των 65 ετών. Η πρώτη αυτή γενιά αποτελεί το 21,7% του συνολικού αριθμού των Ελληνοαυστραλών που ανέρχονται σε 424,750 άτομα, εκ των οποίων 332.443 είναι δεύτερης και άνω γενεών.
Για την διερεύνηση της ενσωμάτωσης των Ελλήνων μεταναστών, θα χρησιμοποιήσουμε τρία βασικά κριτήρια, την εκπαίδευση, την απασχόληση και την κατοικία, τα οποίαδιαμορφώνουν την κοινωνική θέση και καθορίζουν το βιοτικό επίπεδο των μεταναστών. Τα στοιχεία αυτά, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα του συνολικού πληθυσμού, προσδιορίζουν τον βαθμό και το είδος της ενσωμάτωσης των Ελλήνων στην οικονομία και την κοινωνία της Αυστραλίας. Η ανάλυση αναφέρεται στην πρώτη και στην δεύτερη γενιά των μεταναστών, για τις οποίες υπάρχουν αναλυτικά στοιχεία, και η πορεία των οποίων είναι ενδεικτική και για τις επόμενες γενιές.
Ξεκινώντας με το κριτήριο της εκπαίδευσης, το 7,3% των Ελλήνων πρώτης γενιάς είναι σήμερα κάτοχοι πανεπιστημιακού πτυχίου και μεταπτυχιακών διπλωμάτων, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για όλο τον πληθυσμό της Αυστραλίας είναι 21,5%.Επισημαίνουμε ότι, ενώ το καθένα από τα δύο αυτά ποσοστά έχει την δική του αυτόνομη αξία για το εκπαιδευτικό επίπεδο των δύο πληθυσμών, ο συνδυασμός τους δεν μπορεί να οδηγήσει σε κανένα συγκεκριμένο συμπέρασμα αξιολογικής σύγκρισης, πέρα από μια νύξη ότι η απόσταση μεταξύ τους είναι μεγάλη. Τούτο, γιατί οι δύο πληθυσμοί έχουν τελείως διαφορετική ηλικιακή σύνθεση (η διάμεση ηλικία, των Ελλήνων είναι 74 έτη και του πληθυσμού της Αυστραλίας 38 έτη).
Δεδομένου ότι η προσέγγιση μέσω της εκπαίδευσης γίνεται σταδιακά και παίρνει χρόνο, περισσότερο ενδιαφέρον έχει η διερεύνηση της ενσωμάτωσης της δεύτερης γενιάς, ενώγια τις επόμενες γενιές τα πράγματα είναι διαφορετικά, γιατί έχουν ζυμωθεί με τις συνθήκες της Αυστραλιανής κοινωνίας και βαδίζουν αναλόγως.
Επειδή όμως στην Απογραφή του 2021 δεν υπάρχουν στοιχεία για την ανάλυση της δεύτερης γενιάς, πρέπει να καταφύγουμε στο παρελθόν, το οποίο εξάλλου θα μας δείξει πόσο γρήγορα και χρονικά από πότε, οι Έλληνες μετανάστες ενσωματώθηκαν στην Αυστραλιανή κοινωνία. Για τον σκοπό αυτό θα δανειστώ από σχετική μελέτη μου, με στοιχεία του 1991, όταν ακόμη η συνύπαρξη της πρώτης και της δεύτερης γενιάς ήταν έντονη, με αναλογία της δεύτερης προς την πρώτη ελαφρώς υψηλότερη του 1:1, με την δεύτερη γενιά να αριθμεί 151.028 άτομα.
Τα ευρήματα της ανάλυσης εκείνης είχαν δείξει, ότι το εκπαιδευτικό επίπεδο της δεύτερης γενιάς των Ελλήνων, και ιδιαίτερα των Ελληνίδων, υπερείχε αριθμητικά του αντιστοίχου επιπέδου του Αυστραλιανού πληθυσμού. Η διαφοροποίηση αυτή τεκμηριώνεται στατιστικά από το γεγονός, ότι το ποσοστό των κατόχων πανεπιστημιακού πτυχίου και μεταπτυχιακών διπλωμάτων στον πληθυσμό των Ελλήνων δεύτερης γενιάς,ήταν 10,5% για τους άνδρες και 10,9% για τις γυναίκες, με αντίστοιχα ποσοστά 8,4% και 6,7% στον Πληθυσμό της Αυστραλίας.
Αν και μέρος της υπεροχής του ποσοστού των Ελλήνων,μπορεί να οφείλεται στην νεανικότερη ηλικιακή τους σύνθεση, έναντι του συνολικού πληθυσμού της Αυστραλίας, είναι πάντως ενδεικτικό ότι, ήδη προ τριακονταετίας, φαίνεται να είχε τουλάχιστον επέλθει πλήρης εκπαιδευτική εξίσωση μεταξύ των Ελλήνων δεύτερης γενιάς, ιδιαίτερα των Ελληνίδων, και του Αυστραλιανού πληθυσμού.
Το κριτήριο της αγοράς εργασίας που αναφέρεται στην κατάσταση της απασχόλησης (απασχόληση-ανεργία) και την πραγματική διάρκεια εργασίας, σηματοδοτεί την οικονομική ενσωμάτωση. Τα στοιχεία της Απογραφής του 2021 δείχνουν,ότι η πρώτη γενιά του εργατικού δυναμικού των Ελλήνων πλησιάζει προς τα επίπεδα του συνολικού εργατικού δυναμικού της Αυστραλίας.

Ο πίνακας 1 δείχνει, ότι σε ωράριο πλήρους απασχόλησης εργάζεται το 52,1% των Ελλήνων και το 55,9% των Αυστραλών, ενώ οι άνεργοι Έλληνες είναι 4,9% και οι άνεργοι Αυστραλοί 5,1%. Άνω των 40 ωρών εβδομαδιαίως, εργάζεται το 35,3% των Ελλήνων και το 38,2% των Αυστραλών. Δυσμενέστερη, αλλά όχι ευκαταφρόνητη, για τους Έλληνες είναι η διαφορά στα ανώτερα επαγγελματικά κλιμάκια (επαγγελματίες και Διευθυντικά στελέχη), στα οποία απασχολείται το 33% των Ελλήνων και το 37,6% του συνολικού πληθυσμού της Αυστραλίας.
Πίνακας 1. Στοιχεία απασχόλησης, ανεργίας και χρόνου εργασίας (%),
πρώτης γενιάς Ελλήνων και συνολικού πληθυσμού Αυστραλίας 2021
|
Κατάσταση απασχόλησης |
Έλληνες πρώτης γενιάς |
Πληθυσμός Αυστραλίας |
|
% Εργαζομένων με πλήρες ωράριο |
52,1 |
55,9 |
|
% Ανεργίας επί εργατικού δυναμικού |
4,9 |
5,1 |
|
% εργαζομένων άνω των 40 ωρών εβδομαδιαίως |
35,3 |
38,2 |
|
% Απασχόλησης στα ανώτερα επαγγέλματα |
33,0 |
37,6 |
Πηγή: Επεξεργασία από Αυστραλιανή απογραφή Πληθυσμού2021
Ένα ισχυρό σημάδι και πείραμα για την αποκάλυψη της σχεδόν πλήρους ενσωμάτωσης και ισότητας των Ελλήνων της πρώτης γενιάς στις συνθήκες απασχόλησης του συνολικού πληθυσμού της Αυστραλίας, έρχεται από το παρελθόν. Στην περίοδο 1981-1991, η έντονη υφεσιακή πτώση της οικονομικής δραστηριότητας, επηρέασε ομοιόμορφα (διπλασίασε) την σχεδόν ισομεγέθη ανεργία τόσο των Ελλήνων όσο και όλων των Αυστραλών, από το 6% στο 12%, το οποίο δείχνει, την διαχρονική κοινή πορεία της απασχόλησης των δύο πληθυσμών.
Μια πρόσθετη συναφούς φύσεως επιβεβαίωση της σχεδόν πλήρους οικονομικής ισότητας των δύο πληθυσμών,έρχεται και από την πλευρά της εξέλιξης του εισοδήματός τους.Η εργατικότητα, η ανύψωση του εκπαιδευτικού επιπέδου και η επαγγελματική ανέλιξη των Ελλήνων πρώτης γενιάς, βελτίωσαν την εισοδηματική τους κατάσταση, ώστε από πολύ νωρίς (το 1991), να προσεγγίσουν το εισοδηματικό επίπεδο των Αυστραλών, με μέσο ετήσιο εισόδημα 15.200 δολάρια Αυστραλίας έναντι 17.700 δολάρια. Πολύ πιθανόν, με την συνεχή άνοδο του εκπαιδευτικού επιπέδου και την επαγγελματική αναρρίχηση των Ελλήνων, η διαφοροποίηση αυτή να έχει εξαλειφθεί σήμερα.
Καλή εξέλιξη δεν είναι όμως μόνο η προσέγγιση των δύο εισοδημάτων, αλλά και η ομοιόμορφη διαχρονική τους άνοδος(πλέον ή διπλασιάστηκαν από το 1981), διατηρώντας σταθερή αυτή την μικρή διαφορά εις βάρος των Ελλήνων. Τα δεδομένα αυτά δείχνουν ότι, όπως η οικονομική κρίση μέσω της αύξησης της ανεργίας επηρέασε ομοιόμορφα τους δύο πληθυσμούς, έτσι και η οικονομική ανάπτυξη τους ευνόησε επίσης ομοιόμορφα, γεγονότα που δείχνουν ότι και οι δύο πληθυσμοί έχουν, χωρίς διάκριση, την ίδια τύχη και στα πάνω και στα κάτω της Αυστραλιανής οικονομίας.
Η κατοικία, που την αναφέρουμε ως το τρίτο κριτήριο ενσωμάτωσης των πρώτης γενιάς μεταναστών, παρουσιάζει ενδιαφέροντα ευρήματα. Ο πίνακας 2 δείχνει ότι οι Έλληνες πλεονεκτούν σημαντικά του συνολικού πληθυσμού της Αυστραλίας, τόσο στο είδος της κατοικίας όσο και στοιδιοκτησιακό καθεστώς. Το 79% των Ελλήνων ζει σε ανεξάρτητο σπίτι και μόνο
Πίνακας 2. Κατοίκηση πρώτης γενιάς Ελλήνων και Αυστραλιανού πληθυσμού: ποσοστά (%) αντιστοίχων συνόλων, 2021
|
|
Σπίτι |
Διαμέρισμα |
Ιδιοκτήτης |
Ενοικιαστής |
|
Πρώτη γενιά Ελλήνων |
79,0 |
8,5 |
84,2 |
13,0 |
|
Πληθυσμός Αυστραλίας |
72,5 |
14,3 |
66,0 |
30,6 |
Πηγή: Προσαρμογή από Αυστραλιανή Απογραφή 2021 (ABScensus of Population and Housing 2021)
το 8,5% σε διαμέρισμα, σε σύγκριση με τα δυσμενέστερα ποσοστά των Αυστραλών, όπου το 72,5% ζει σε ανεξάρτητο σπίτι και το 14,3% σε διαμέρισμα. Διαφέρει όμως και ο τρόπος αγοράς της κατοικίας, όπου οι μεν Έλληνες προέβησαν κατά 68% στην αγορά χωρίς δάνειο, έναντι του 31% των Αυστραλών. Τέλος, τα σπίτια των Ελλήνων είναι κατά 84,2% ιδιόκτηταέναντι 66% των Αυστραλών.
Στο κλείσιμο της συζήτησης για την ενσωμάτωση, οφείλουμε να διευκρινίσουμε την διαφοροποίησή της από την αφομοίωση. Η ενσωμάτωση είναι επιθυμητή και επιδιώξιμη,γιατί εντάσσει τους μετανάστες στις συνθήκες ζωής και εργασίας των Αυστραλών και προάγει την αποδοχή τους, ως ισοτίμων μελών της κοινωνίας στην οποία ζουν και εργάζονται, με διατήρηση των εθνικών τους χαρακτηριστικών, ενώ έχει και ευνοϊκό αντίκτυπο στην Ελλάδα.
Η αφομοίωση, από την άλλη μεριά, συνεπάγεται την ομογενοποίηση με τον γηγενή πληθυσμό, με άλλα λόγια, τηναπεμπόληση της εθνικής ταυτότητας και την πλήρη απορρόφηση από την Αυστραλιανή κοινωνία, με ποικίλες αρνητικές επιπτώσεις για την παλιά πατρίδα, η οποία μέσω των διαδοχικών γενεών, «χάνει τα παιδιά της», συρρικνώνοντας το έθνος των Ελλήνων.
Ευτυχώς όμως, για την Ελλάδα, υπάρχει ένα μήνυμα συγκρατημένης αισιοδοξίας και σημάδι αντίστασης στην αφομοίωση, το οποίο σχετίζεται με την μητρική γλώσσα, την σημαντικότερη συνισταμένη της εθνικής ταυτότητας ενός ατόμου και ενός λαού. Για τους ομογενείς μας, η Ελληνική γλώσσα βρίσκεται ακόμα σχετικά ψηλά στην φαρέτρα του Ελληνισμού της Αυστραλίας, δεδομένου ότι σήμερα (2021), το 54% των Ελλήνων μιλούν στο σπίτι Ελληνικά, σε σύγκριση π. χ με το 20,6% των Ιταλών που μιλούν στο σπίτι Ιταλικά.
Ανακεφαλαιώνοντας, η ανάλυση αυτή δείχνει ότι η ενσωμάτωση των Ελλήνων ομογενών στην οικονομία και την κοινωνία της Αυστραλίας, είναι πλήρης με βάση ορισμένα κριτήρια και σχεδόν πλήρης με βάση άλλα. Στην εκπαίδευση, μετά την αναμενόμενη απόκλιση της πρώτης γενιάς, η δεύτερη γενιά έχει πλήρως εξισωθεί με τον συνολικό πληθυσμό της Αυστραλίας.
Στην αγορά εργασίας, υπάρχει γενικώς ισότητα της πρώτης γενιάς με τον πληθυσμό της Αυστραλίας, τόσον στοεπίπεδο της απασχόλησης και ανεργίας, όσον και στην ομοιόμορφη συμπεριφορά των δύο αγορών στην ύφεση και στην ανάπτυξη. Παρατηρείται μόνο μια μικρή υπεροχή στην απασχόληση των Αυστραλών στα ανώτερα επαγγελματικά κλιμάκια.
Στον τομέα της κατοικίας, οι Έλληνες έχουν το προβάδισμα έναντι των Αυστραλών. Κατοικούνε σε ανεξάρτητα σπίτια περισσότερο από ότι οι Αυστραλοί, και έχουν την ιδιοκτησία των σπιτιών τους περισσότερο από ότι οι Αυστραλοί.Να σημειωθεί, τέλος, η σθεναρά αντίσταση των ομογενών μας στην διαγενεακή τους αφομοίωση από την Αυστραλιανή κοινωνία.
Δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ στο φύλλο Δεκεμβρίου 2025















































































































Kythira Online


































































