Advertisement

Ένας χρόνος χωρίς τον Κώστα Γεωργουσόπουλο (17/9/1937-6/12/ 2024)

Του Γιώργου Ι. Κωστούλα

395

Δυο λόγια, εν είδει μνημοσύνου, για να μαρτυρήσω κάτι για τον σπουδαίο φιλόλογο, θεατρικό κριτικό, αρχαιογνώστη, ποιητή Κώστα Γεωργουσόπουλο, ενδεικτικά τού πόσο ξεχωριστός ήταν, σχεδόν από γεννησιμιού του.

Στη συνέχεια, παραθέτω και του στίχους του αείμνηστου στο τραγούδι  με τίτλο, «Ήταν ο τόπος μου», από τον δίσκο, «Χρονικό» του Γιάννη Μαρκόπουλου.

Advertisement

Αποφοιτήσαμε και οι δυο από το ιστορικό Α΄ Γυμνάσιο αρρένων Λαμίας, το περίφημο πέτρινο στολίδι της πόλης. Συνυπήρξαμε εξ, απροσίτου, αποστάσεως: εκείνος στην ογδόη τάξη οκταταξίου και εγώ στην τρίτη. Μια απόσταση που βεβαίως δεν γεφυρώθηκε ποτέ.

Η μαρτυρία μου: Αναρωτιέμαι, αν υπάρχει προηγούμενο, ή επόμενο, μαθητικής ζωής, όπως αυτό που ο γυμνασιάρχης μας, Σταθόπουλος, είχε καθιερώσει: Να βάζει τον Γεωργουσόπουλο, να διαβάζει, από το υπερυψωμένο πλατύσκαλο του κτηρίου, τις εκθέσεις (ιδεών) του, εις επήκοον ολοκλήρου του σχολείου- εκατοντάδες μαθητών-, οι οποίοι οκλαδόν στο προαύλιο, τον ακούγαμε εκστατικοί. Περιμένοντας, πάντοτε, την επόμενη φορά.

Του το θύμισα αυτό, με κάποια ευκαιρία, ενώπιον μεγάλου ακροατηρίου, και πολύ το είχε χαρεί. Όπως και κάποιες άλλες αναμνήσεις μας, που ανταλλάξαμε κατ’ ιδίαν, όπως το παρατσούκλι «Ρεγγίνας», που κολλήσαμε στον γυμνασιάρχη επειδή, σχεδόν κατ’ αποκοπήν, είχε αναλάβει το μάθημα των λατινικών.

Ένα λιανοπαίδι τότε ο συμμαθητής μας, καμιά σχέση με τον σωματικό όγκο που απόκτησε έκτοτε. Μόνο το γαλανοπράσινο, κουρασμένο πια, βλέμμα απόμεινε από εκείνη την εποχή.

Σκέφτεται κανείς πόσες δεκαετίες θα περάσουν μέχρι να εμφανιστεί στην πολιτιστική μας ζωή ο, καθ’ όλα, διάδοχος του Κώστα Γεωργουσόπουλου. Ένα μέτρο της απώλειας κι αυτό.

Ήταν ο τόπος μου

Ήταν ο τόπος μου βράχος και χώματα ήλιος και μαύρο κρασί

Όργωνα θέριζα και με τον Όμηρο σε τραγουδούσα, λαέ μου

Πάνω στα κύματα

νύχτες ολόκληρες

σε ονειρεύτηκα.

Ήταν τα σπίτια μου άσπρα γαρίφαλα και τα κορίτσια σεμνά.

Είχαν αρμύρα στα χείλη στα μάτια τους καίγανε την οικουμένη

και τα παιδιά μου

με μια φυσαρμόνικα

τα ξελογιάζανε.

Ήταν ο τόπος μου σαν το χαμόγελο, όνειρο καθημερνό.

Κάποιος τον πούλησε, κάποιος τον ρήμαξε σαν δανεισμένη πραμάτεια.

Τώρα τ’ αγόρια μου

παίζουν το θάνατο

στα χαρακώματα.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο