Advertisement

Ενα τραπέζι μιας ιδιαίτερης Σαρακοστής

«Είμαστε - δεν είμαστε, τίποτα δεν είμαστε, βρε!». Αυτό! Τη συνείδηση όλου αυτού δεν θα αποκτήσει ποτέ το ΑΙ. Το μεγαλείο μιας στιγμής-στιγμούλας, μιας μικρής, τεράστιας ζωής. Είχαμε χαρά συναπαντήματος. Πώς το καταφέρνει η Ασπα! Να φέρει, να προσφέρει, ακόμα να του χαρίζει... Μια ατμόσφαιρα, αδιατάρακτης ροής ζωής. Αν και εκείνος λείπει-και δεν λείπει | Ρέα Βιτάλη

165

«Καλή Σαρακοστή» ήταν η πρώτη φράση όσων καταφθάναμε. Και είχαμε χαρά συναπαντήματος. Πώς το καταφέρνει η Ασπα! Να φέρει, να προσφέρει, ακόμα να του χαρίζει… Ακόμα!.. Μια ατμόσφαιρα, αδιατάρακτης ροής ζωής. Αν και εκείνος λείπει-και δεν λείπει. Ενα συναρπαστικό, ιερό, τρυφερό «αλλούτερο», απολύτως δικό τους.

Κι έτσι έστρωσε τραπέζι, όπως κάθε τέτοια μέρα έστρωνε για εκείνον και για φίλους, και μας κάθισε όλους ένα «γύρω» προτρέποντάς μας να δοκιμάσουμε τα καλούδια της. Γύρισα στη Μελίνα, που συμπτωματικά είχε και τα γενέθλιά της, άρα σήκωνε η μέρα τέτοιες κουβέντες, και της ψιθύρισα «Εφτασα 60τόσο χρόνων, και αν με ρωτήσεις τι πάντα με τρελαίνει, είναι οι ενώσεις των ζευγαριών. Ποιες κλωστές σοφού υποσυνείδητου, σε έναν χαώδη αριθμού πληθυσμού κόσμο, ενώνουν αυτόν με αυτόν! Δεν είναι κάπως μαγεία!».

Advertisement

Και αυτόματα ο Παύλος, ως αιωνίως ενήλικο πειραχτήρι, γράπωσε στον αέρα την ευκαιρία να πει «Το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών των ζευγαριών που αναφέρεις αναζητούν τη λύση της σύνδεσης τους στα δικαστήρια». Τον άτιμο! Πώς μας προσγειώνει.

Μετά, μια άλλη φίλη, και ενώ ο Αγγελος μας σερβίριζε ως δεξιοτέχνης σερβιτόρος τα φημισμένα γεμιστά του, αναρωτήθηκε «Αραγε τι βαθμολογία να έβαζε ο Διονύσης στα φαγητά σήμερα;». «Τα βαθμολογούσε;» τους ρώτησα. «Βέβαια! Κάθε φορά». Και άρχισαν με την Ασπα να φαντάζονται τη βαθμολογία του, θυμίζοντάς μας πόσο ήταν λιχούδης, καλοφαγάς.

Και πέταξε το μυαλό μου σε μια ανάμνηση ενός άλλου δείπνου στο σπίτι μας, όταν έσπασε τον «κλοιό» των περιορισμών της εύθραυστης υγείας του και τον θυμήθηκα να συγκρατείται, να συγκρατείται, να συγκρατείται ανόρεχτα μέχρι που… Μέχρι που… Σαν παιδί μπροστά σε περίπτερο γεμάτο θελκτικές καραμέλες, έσκυψε και είπε στην αιώνια αγαπημένη του: «Για βάλε μου λίγο από το χταποδάκι με πουρέ μελιτζάνας να το δοκιμάσω».

Και αυτομάτως άστραψε νιάτων υγεία! Οπως σας το λέω. Το ίδιο ακριβώς θυμάμαι και σε κείνη τη συναυλία. «Μα πώς θα τη βγάλει πέρα;» είχα κρυφά μέσα μου αναρωτηθεί. Μέχρι που… Ενα-δυο-τρία σκαλιά φόρα να ανεβεί στη σκηνή και… Και! Αστραψε υγεία και ζωή! Τρεις ώρες πρόγραμμα είχε βγάλει πέρα! Μαγεία! Τις αναμνήσεις μου διέκοψε η Κατερίνα που θέλησε να βάλει ένα τραγούδι του να ακουστεί.

Και έπεσε, χωρίς να το συνεννοηθούμε, ιερή σιωπή. Πάγωσε ο χρόνος όλος. «Κανένας άλλος δεν μπορεί να πει αυτό το τραγούδι όπως αυτός» συμπλήρωσε. Χρησιμοποιώντας παρόντα χρόνο. Και σκύβοντας το κεφάλι της βούρκωσε και μας παρέσυρε σε μια γλυκιά, στιγμιαία θλίψη μνήμης. Και δυο-τρία λεπτά μετά, πλησίασε ο εγγονός τους να μας αποχαιρετήσει. Κι έτσι όπως τον έβλεπα καθιστή, μου φάνηκε πιο ψηλός από όσο ήταν.

Πανύψηλος. Και, αλήθεια σας το λέω, μελέτησα το πρόσωπο της Ασπας και την είδα να τον καμαρώνει με τέσσερα μάτια, δυο τα δικά της και δυο τα δικά του που έλειπε-και δεν έλειπε. Και αστραπιαία, σαν κάμερα γρήγορη, διέκρινα στον πάγκο της κουζίνας μια φωτογραφία του χαμογελαστός με ένα καντηλάκι μπροστά του να τρεμοσβήνει φως.

Μα βέβαια, πάλι ο Παύλος μας συνέφερε σε έναν δικό του τόπο: «Θέλετε να ακούσετε ένα ποίημα που έγραψε το ΑΙ», «Τι λες, μωρέ; Τι ΑΙ λες;», «Τεχνητή Νοημοσύνη. ΑΙ. Του έδωσα πέντε έξι λέξεις και ζήτησα ένα ποίημα για την ημέρα και έγραψε αυτό. Ακούστε το!». Και σταθήκαμε παραξενεμένοι να  ακούσουμε. Και μείναμε!

«Πώς έγινε αυτό; Είναι δυνατόν με πέντε λέξεις; Πες, πες ποιες λέξεις τού έδωσες» ορμήσαμε καχύποπτοι καταπάνω του με βροχή ερωτήσεις. Αξιοπρεπέστατο το ποίημα, μια χαρά. Πώς να το πω; Σαν αξιοπρεπές φαγητό από ταχυφαγείο που εκθειάζουν άνθρωποι που δεν γνωρίζουν ή και βαριούνται να μαγειρέψουν. Μα ως θιγμένη γραφιάς, λάτρης γραφών και λόγου ανθρώπων, πήρα να σκέφτομαι τι στην ευχή τού λείπει;

Και συνειδητοποίησα ότι του έλειπε (και πάντα θα του λείπει) η συνείδηση της φθαρτότητας της στιγμής. Οι τρεμοπαίζουσες ατμόσφαιρες. Η χαρμολύπη της στιγμής που περνά και χάνεται-και δεν χάνεται. Αυτή που δέρνει εμένα. Εκείνης-ετούτης της ατμόσφαιρας μιας ιδιαίτερης Καθαρής Δευτέρας. Που κοιτάζοντας το χαμογελαστό πρόσωπο του Διονύση με ένα καντήλι μπροστά του να τρεμοπαίζει, γνώριζα στην ψυχή μου μέσα-και δεν γνώριζα… Ετσι όπως ξεγελιόμαστε να ζούμε ως θνητοί αθάνατοι… Οτι κάποτε, σίγουρα μπορεί και δεν μπορεί, να είμαι εγώ σε μια φωτογραφία με ένα καντήλι μπροστά της να τρεμοπαίζει και ίσως, μπορεί-και δεν μπορεί, παιδιά, εγγόνια και φίλοι να λένε, να λένε, να λένε και να γελάνε και να θυμούνται και να τραγουδάνε, ένα ίσως τραγούδι του Διονύση που λέει: «Είμαστε – δεν είμαστε, τίποτα δεν είμαστε, βρε!».

Αυτό. Αυτό! Τη συνείδηση όλου αυτού δεν θα αποκτήσει ποτέ το ΑΙ. Τη μεγαλειότητα, της αυτής μεγαλειότητας στιγμής-στιγμούλας μιας μικρής, τεράστιας ζωής-ζωένιας. Και του χρόνου!

 

 

Πηγή Protagon
Μπορεί επίσης να σας αρέσει

Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε την ιστοσελίδα, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Περισσότερες πληροφορίες.

Οι ρυθμίσεις των cookies σε αυτή την ιστοσελίδα έχουν οριστεί σε "αποδοχή cookies" για να σας δώσουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία περιήγησης. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε αυτή την ιστοσελίδα χωρίς να αλλάξετε τις ρυθμίσεις των cookies σας ή κάνετε κλικ στο κουμπί "Κλείσιμο" παρακάτω τότε συναινείτε σε αυτό.

Κλείσιμο