Σχολικό έτος 1946-47. Δώδεκα παιδάκια καταταλαιπωρημένα από τις στερήσεις της Κατοχής και τη θύελλα του Εμφυλίου, αλλά χαρούμενα και ζωηρά γράφτηκαν στην 1η τάξη του διθέσιου Δημοτικού Σχολείου Χώρας Κυθήρων. Έξι αγόρια και έξι κορίτσια. Οχτώ παιδιά ήταν από τη Χώρα, δύο κορίτσια από το Στραπόδι, ένα αγόρι από το Πούρκο και ένα κορίτσι από το Καψάλι.
Πήραμε λοιπόν τις σάκες μας, σάκες τρόπος του λέγειν, και πήγαμε να μορφωθούμε. Τις σάκες μας τις είχαν φτιάξει οι μανάδες μας από πανί, ό,τι είχε η καθεμιά και κάποιων παιδιών ήταν φτιαγμένες στον αργαλειό υφαντές, που τις λέγαμε αργαστηρένιες. Θύμιζαν όμως τράιστρο και τις σνομπάραμε. Στην τσάντα είχαμε την πλάκα, το κοντύλι, το αλφαβητάριο της Α’ Δημοτικού, κανένα σβηστήρι, κανένα τετράδιο γραφής και άλλο αριθμητικής με τετραγωνάκια και κανένα τετράδιο ιχνογραφίας. Αυτά και πολλά είπα. Μπικ, μαρκαδόροι, πλαστελίνες και άλλα μπιχλιμπίδια δεν υπήρχαν τότε. Πηλοπλαστική κάναμε με πηλό που υπήρχε στα πηλορύχια και κάθε Φθινόπωρο έφερναν και έβαζαν στις στέγες των σπιτιών για στεγανοποίηση.
Με αυτά τα εφόδια ένα φθινοπωρινό πρωινό του 1946 πήγαμε στο σχολείο μας και ξεκινήσαμε σπουδές. Το σχολείο μας ήταν εκεί που είναι και σήμερα, αλλά καμία σχέση με το σημερινό. Ήταν ένα ωραίο κτίριο με την κεραμοσκεπή του, με δύο μεγάλες αίθουσες και γραφείο, με τις αλτάνες του απέξω με πολλά λουλούδια και μεγάλο κήπο. Βέβαια ήταν παλιό το κτίριο και ο χρόνος είχε αφήσει τα σημάδια του. Ήταν κτίριο του 1825 της περιόδου της Αγγλοκρατίας και επομένως είχε συμπληρώσει 120 χρόνια. Το προαύλιό του, ένα υπέροχο μπαλκόνι των Κυθήρων, είχε εξαιρετική θέα προς το Καψάλι, το Κάστρο, το Κρητικό Πέλαγος με τα Αντικύθηρα στον ορίζοντα και πίσω τη μεγαλόνησο της Κρήτης, που άλλοτε φαινόταν και άλλοτε δεν φαινόταν. Το σχολείο συνολικά είχε πάνω από εξήντα παιδιά στις έξι τάξεις του και ήταν διθέσιο. Είχε δύο δασκάλους, ένα δάσκαλο και μια δασκάλα. Η δασκάλα μας, η Άννα Αλβανάκη από τη Χώρα, μεγάλη πια πλησίαζε τη συνταξιοδότηση, είχε αναλάβει την Πρώτη και τη Δευτέρα τάξη. Ο δάσκαλος, που ήταν και ο Δ/ντής του σχολείου, ήταν αδελφός του πατέρα μου, ο Μανώλης Χάρος και είχε αναλάβει την Πέμπτη και την Έκτη τάξη. Η Τρίτη και η Τετάρτη τάξη ήταν τις μισές ώρες στην αίθουσα της δασκάλας και τις άλλες μισές στην αίθουσα του δασκάλου.
Ξεκίνησε λοιπόν η σχολική χρονιά και αρχίσαμε να μαθαίνομε γράμματα. Ήμασταν τελείως αναλφάβητοι, γιατί τότε δεν υπήρχαν Παιδικοί Σταθμοί και Νηπιαγωγεία, που οπωσδήποτε προετοιμάζουν τα παιδάκια και δεν πάνε τελείως κούτσουρα στην Α’ Δημοτικού. Επίσης τότε δεν υπήρχε βοήθεια από το σπίτι. Οι γονείς εκείνα τα πρώτα δύσκολα μετακατοχικά χρόνια αγωνίζονταν για τον επιούσιο και δεν είχαν χρόνο να ασχοληθούν με τη μόρφωσή μας. Και βέβαια τότε οι περισσότεροι γονείς είχαν στοιχειώδη μόρφωση. Πολύ λίγοι είχαν γυμνασιακή μόρφωση. Αγωνιζόταν λοιπόν η δασκάλα μας, η κυρία Άννα να μας μάθει ανάγνωση και γραφή. Μου και α, μα, γου και α, γα, πι πι το παπί, τα είχε βαρεθεί κι αυτή τόσα χρόνια τα ίδια και τα ίδια, ήμασταν και καμιά σαρανταριά στην τάξη τις ώρες που είχε τις τέσσερις μικρές τάξεις και πού να μας κάνει ζαύτι! Εύκολο είναι να έχεις μαντρισμένους σαράντα σιφούνους και να προσπαθείς να τους μάθεις γράμματα; Είχε και μια βέργα και όταν χρειαζόταν, τη χρησιμοποιούσε. Αλλά πού να μας φέρει βόλτα! Ο ένας δεν καταλάβαινε, ο άλλος γκρίνιαζε ότι τον πειράζει ο από πίσω του, άλλος διαμαρτυρόταν ότι του κλέψανε το κοντύλι του και άλλος ήθελε να πάει έξω. Ποιόν να πρωτοκοιτάξει και πώς να απασχολήσει αυτούς που περίμεναν να έλθει η σειρά της τάξης τους για να κάνουν μάθημα; Θυμάμαι μια φορά ένα κοριτσάκι της τάξης μου σήκωνε επίμονα το χέρι του και ήθελε να ζητήσει άδεια να πάει έξω. Η δασκάλα ούτε που το πρόσεξε. Αυτό επέμενε χωρίς να φωνάζει και κάποια στιγμή ύστερα από πολλή ώρα, το πρόσεξε η δασκάλα και του έδωσε την άδεια, αλλά ήταν πλέον αργά! Το κοριτσάκι κατευθύνθηκε προς την έξοδο, αλλά πριν την έξοδο άρχισαν να φεύγουν από το βρακάκι του τα κόπρανα. Ευτυχώς το κοριτσάκι είχε μεγαλύτερη αδελφή στο σχολείο, η οποία ανέλαβε να τακτοποιήσει το ζήτημα. Πάντως θυμάμαι καλά ότι πολλή ώρα το παιδί σήκωνε επίμονα το χεράκι του και η δασκάλα δεν προλάβαινε να ασχοληθεί μαζί του. Κάπως έτσι κύλησε η χρονιά. Κάναμε βέβαια μάθημα πρωί απόγεμα, εκτός από το Σάββατο που κάναμε μόνο πρωί. Τα παιδιά από Πούρκο, Στραπόδι και Καψάλι που δεν είχαν συγγενείς στη Χώρα για να πάνε το μεσημέρι για φαγητό, έμεναν στο σχολείο και κρατούσαν ντεστάκι με το φαγητό τους. Πηγαίναμε και καμιά εκδρομούλα στα πέριξ, στην Ψαρή, στον Τράχηλα, στο Λιονή, πάντως όχι σε θάλασσα. Μας έβαζε ο δάσκαλος που ήταν πολύ φιλανθής να μαζεύομε σκινόχωμα για τις αλτάνες του προαυλίου του σχολείου μας και το κάθε παιδί κουβαλούσε μια μικρή ποσότητα . Κάθε χρόνο το σχολείο μας έκανε ημερήσια εκδρομή στην Αγία Ελέσα, την Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής. Βέβαια οι δύο μικρές τάξεις δεν συμμετείχαν, γιατί η εκδρομή γινόταν με τα πόδια και ανεβαίναμε από τον Αγρόσκιλλο στο Πούρκο και από εκεί ίσα επάνω στο βουνό της Αγίας Ελέσας. Αμαξιτός δρόμος τότε δεν υπήρχε. Μετά το 1950 έγιναν μεγάλοι εκβραχισμοί πάνω από τα Γερακιάνικα και έφθασε ο δρόμος μέχρι την είσοδο του προαυλίου της Αγίας Ελέσας. Στο τέλος της σχολικής χρονιάς κάναμε τις λεγόμενες εξετάσεις που ήταν γιορτή για τη λήξη των μαθημάτων και γίνονταν απαγγελίες, τραγούδια, χοροί και γυμναστικές επιδείξεις από τα παιδιά.
Όταν βρισκόμουν στο τέλος της Τρίτης τάξης, ένα Σάββατο μεσημέρι πριν σχολάσομε, μας μαζεύει ο δάσκαλος όλα τα παιδιά και μας λέει: -Έχω να σας αναγγείλω ένα δυσάρεστο νέο. Το κτίριο του σχολείου μας κρίθηκε ακατάλληλο από ειδικούς για να κάνομε μάθημα και πρέπει να επισκευασθεί. Οι επισκευές θα είναι εκτεταμένες και θα κρατήσουν πολύ καιρό. Γι αυτό μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες, προσωρινά θα φιλοξενηθεί το σχολείο μας στο Γυμνάσιο και βέβαια θα γίνεται μάθημα μόνο απόγευμα. Τη Δευτέρα το μεσημέρι λοιπόν θα μαζευτούμε στο προαύλιο του Γυμνασίου στη 1 η ώρα και θα μας παραχωρήσουν 2 αίθουσες, όπου θα κάνομε μάθημα. Τότε βέβαια εμείς δεν το θεωρήσαμε τόσο δυσάρεστο. Απεναντίας μάλιστα. Έπρεπε να περάσουν κάποια χρόνια για να καταλάβομε πόσο δυσάρεστο ήταν. Έτσι λοιπόν τις τρείς τελευταίες τάξεις του Δημοτικού τις τελείωσα πηγαίνοντας στο κτίριο του Γυμνασίου. Πηγαίναμε το μεσημέρι στο Γυμνάσιο και ψάχναμε ποιές αίθουσες ήταν άδειες για να τις καταλάβουμε. Εάν ήταν όλες γεμάτες, περιμέναμε να αδειάσει καμία, να τηνε σκουπίσει η κυρά Νότα, η καθαρίστρια και πριν κατακάτσει η σκόνη, να μπούμε να κάνομε μάθημα. Κι αυτό το βιολί που ήταν δήθεν προσωρινά, κράτησε σχεδόν μια ολόκληρη πενταετία. Κάναμε μάθημα 2-3 ώρες κάθε απόγευμα. Στην ουσία τόσες ήταν. Τι να προλάβουν να διδάξουν δύο δάσκαλοι σε περισσότερα από 60 παιδιά σε 6 τάξεις του Δημοτικού;; Ειδικά το Χειμώνα που η μέρα είναι μικρή και νυχτώνει από τις 5 και έπρεπε να σχολάσομε νωρίς για να πάνε τα παιδιά από τα περίχωρα πριν νυχτώσει στα σπίτια τους, στο Στραπόδι, στο Πούρκο, στο Φυρόι και στο Καψάλι. Τι μάθημα να προλάβομε να κάνομε;; Κάποια παιδιά θέλανε περισσότερο από μία ώρα για να πάνε στα σπίτια τους. Κάναμε και ένα μικρό διάλειμμα, όχι για να παίξομε, αλλά ίσα ίσα για να πάμε τουαλέτα. Αλλά ποία τουαλέτα;; Του Γυμνασίου ήταν κλειδωμένες. Έτσι είχαν αποφασίσει κάποιοι. Όμως κάπου έπρεπε να πάμε. Όχι βέβαια στο προαύλιο, ούτε στο Μπελβεντέρε. Το πιο κατάλληλο σημείο ήταν πίσω από το Γυμνάσιο, που τότε ήταν αδιαμόρφωτος χώρος. Πρώτα τα αγόρια και μετά τα κορίτσια, τα οποία έβαζαν πάντα μία και φύλαγε μην τυχόν και εμφανισθεί κανένα αγόρι.
Πέρασαν τα χρόνια, τελειώσαμε το Δημοτικό και πήγαμε στο Γυμνάσιο, κανονικά τούτη τη φορά και με τη βούλα. Δώσαμε εξετάσεις και περάσαμε στη μέση εκπαίδευση, όπου προσαρμοστήκαμε αμέσως μια και στο ίδιο κτίριο περάσαμε τα περισσότερα χρόνια των εγκύκλιων σπουδών μας.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΑΡΟΣ
Δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ στο φύλλο Σεπτεμβρίου 2025












































































































Kythira Online




















































