Αφιέρωμα στο Δηλαβέρειο Δημοτικό σχολείο Ποταμού | 2ο μέρος
(100 έτη από την ανέγερσή του) Γράφει ο Κοσμάς Μεγαλοκονόμος
Συνεχίζοντας το αφιέρωμά για τα 100 χρόνια του Δηλαβέρειου Δημοτικού σχολείου ( διαβάστε εδώ το 1ο μέρος) θυμίζουμε πως λόγω της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης λειτούργησε εξ αρχής ως 6ατάξιο δημοτικό σχολείο για αγόρια και κορίτσια και όχι ως Παρθεναγωγείο που άρχισε να χτίζεται. Πρώτοι δίδαξαν οι Δημήτριος Στάθη και Γρηγορία Δηλαβέρη, δάσκαλοι του τότε 4τάξιου σχολείου αρρένων και η Αικατερίνη Κατσούλη και Μαρία Πρωτοψάλτη, δασκάλες του Παρθεναγωγείου. Οι δάσκαλοι ήταν τέσσερις και οι αίθουσες τρεις, έτσι οι δύο μικρές τάξεις στεγάστηκαν στο παλιό (Αγγλικό) διδακτήριο, το μέχρι τότε αρρένων (το γνωστό σήμερα «Αστικό»). Αυτό ίσχυσε μέχρι το 1931 όπου το Δηλαβέρειο μετατράπηκε σε τριθέσιο και τα παιδιά τακτοποιήθηκαν, ανά δύο τάξεις, σε μια από τις τρεις ευρύχωρες αίθουσές του. Συνταξιοδοτήθηκε η Γρηγορία Δηλαβέρη και αντικαταστάθηκε από τον Ιωάννη Μελιτά, ενώ η Κατίνα Κατσούλη αποχώρησε (μετατέθηκε σε άλλο σχολείο). Ο Μελιτάς πρωτοδιορίστηκε σε σχολείο των «Νέων Χωρών», όπως καλούντο τα νεοαποκτηθέντα εδάφη μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Εκεί οι εκπαιδευτικές υποδομές ήταν άθλιες και το κρύο δριμύ. Ο Μελιτάς επιδίωξε να έρθει στο χωριό του, έχοντας εξαιρετικά εφόδια. Ήξερε μουσική, έπαιζε βιολί και ως στρατιώτης είχε φοιτήσει στη Γυμναστική Ακαδημία του Στρατού. Αξιοποίησε τις γνώσεις του κατά τη μακρόχρονη θητεία του, οργανώνοντας θεαματικές Γυμναστικές Επιδείξεις, Σχολικές Γιορτές και θεατρικές παραστάσεις που επέφεραν έσοδα για τις βελτιώσεις των σχολικών υποδομών. Εφημερίδες της εποχής εξυμνούν τις παραστάσεις που έδιδε το Δημοτικό σχολείο Ποταμού, ακόμα και στη μεγάλη αίθουσα του Κυθηραϊκού Συνδέσμου στην πρωτεύουσα, Χώρα. Αλησμόνητες εκείνες οι παραστάσεις και οι πολύωρες πρόβες. Οι καλλίφωνοι είχαν ξεχωριστή θέση στη χορωδία.
Το 1933 η στέγη του σχολείου αντικαταστάθηκε λόγω της κακής ποιότητας της ξυλείας. Την κατάσταση έσωσε ο εξαίρετος μάστορας Γιώργος Πασχάλης που κατασκεύασε μεταλλικά «ψαλίδια», για να μην χρησιμοποιηθούν πάλι ξύλινοι δοκοί για την κεραμοσκεπή. Το κόστος ανήλθε στις 42.000 δραχ. Αργότερα, αντικαταστάθηκε η από αμμοκονίαμα ψευδοροφή, με ξύλινο νταβάνι και κόστος 7.500 δρχ. Την 10ετία του 1990 επισκευάστηκε πάλι η στέγη. Ανέβηκα στη σκαλωσιά να δω τα «ψαλίδια» του Μαστρογιώργη Πασχάλη. Ο μάστορας, Πολωνός μετανάστης, αρχιτέκτονας στην πατρίδα του, υπάλληλος εργολάβου στα Κύθηρα, με διαβεβαίωσε ότι τα στηρίγματα της οροφής δεν έχουν πάθει τίποτα και ούτε θα πάθουν, γι’ αυτό και δεν χρειάζονταν αλλαγή.
Ο Δημήτριος Στάθης παρέμεινε Διευθυντής μέχρι το 1939. Μετά από 22 χρόνια, μετατέθηκε στην Αθήνα. Οι μαθητές του ομολογούσαν: «Όσα ξέρω, από τον Στάθη τα ξέρω». Από τότε το Δηλαβέρειο υποβιβάστηκε σε διθέσιο σχολείο, λόγω της μετανάστευσης και της ελάττωσης των γεννήσεων. Το 1946 η δασκάλα Μαρία μετατέθηκε στον Πειραιά και αντικαταστάθηκε από την Παρασκευή (Βούλα) Χλαμπέα. Η τελευταία δίδασκε στις μικρές τάξεις. Μας έμαθε γράμματα, συλλαβισμό, γράψιμο και διάβασμα. Δίδασκε γλυκά, σαν παραμύθι, την Ιστορία και τα Θρησκευτικά
Πηγαίναμε πρωί και απόγευμα σχολείο, μα και τα Σάββατα. Για να φτάνουμε στην ώρα μας, επειδή δεν υπήρχαν πολλά ρολόγια, ένα από τα μεγάλα παιδία πήγαινε νωρίς, να χτυπήσει μια μεγάλη καμπάνα που ακουγόταν σε όλο το χωριό. Έτσι ειδοποιούσε πως σε λίγο άρχιζε το μάθημα. Στα χρόνια μου σταμάτησε το απογευματινό σχολείο, προς μεγάλη μας χαρά. Ράγισε και η καμπάνα από τα δυνατά χτυπήματα. Λυπηθήκαμε που δεν αντικαταστάθηκε, γιατί τα ρολόγια είχαν αυξηθεί. Η λειτουργεία των σχολείων τα Σάββατα καταργήθηκε αργότερα. Άλλα παιδιά χάρηκαν γι’ αυτό.
Η αγγελία του δασκάλου, πως το απόγευμα θα βλέπαμε κινηματογράφο, προκαλούσε ξέφρενο ενθουσιασμό. Κάθε παιδί έφερνε μια δραχμή για την αγορά βενζίνης, να πάρει εμπρός η ηλεκτρογεννήτρια, να δώσει ρεύμα στην κινηματογραφική μηχανή και να δούμε στη σκοτεινή μεσαία αίθουσα τα ντοκιμαντέρ που το Υπουργείο Παιδείας έστελνε στα λίγα σχολεία που διέθεταν κατάλληλο εξοπλισμό. Ο Μελιτάς, επικουρούμενος από ομογενείς, φρόντιζε για τον πιο σύγχρονο εξοπλισμό. Έτσι εκτός από πολλά όργανα πειραματικής φυσικής και χημείας, βιβλιοθήκες με πολύχρωμα βιβλία, πλήθος χαρτών και εικόνων άγριων ζώων και ηρώων του Έθνους μας, είχαμε υπόστεγο, γήπεδο με μπασκέτες, λουτρό με θερμοσίφωνο και μαγειρικό εξοπλισμό. Κάθε πρωί τα μεγαλύτερα παιδιά παρασκεύαζαν και σερβίριζαν σκόνη γάλα. Έβγαζαν από μεγάλα στρογγυλά κονσερβοκούτια, κίτρινο τυρί που το έκοβαν σε μικρά τρίγωνα. Κύριο μέλημά παιδιών και δασκάλων ήταν η δεντροφύτευση της γύρω περιοχής. Κάθε Σάββατο απόγευμα καθαρίζαμε και σφουγγαρίζαμε το σχολείο. Δύσκολη η αφαίρεση των κηλίδων του μελανιού από τα πλακάκια του δαπέδου που είχαν πέσει κατά τη διάρκεια της εβδομάδας. Γονατισμένοι τις κοπανούσαμε με ένα μεγάλο βότσαλο, μέχρι να εξαφανιστούν. Μόνοι μας αντλούσαμε νερό από το πηγάδι και με κουβάδες ποτίζαμε τα άνθη και τα νεαρά δεντράκια. Μόνοι μας διαλέγαμε το κυπαρίσσι που θα κόβαμε για Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Μόνοι μας φέρναμε ξύλα από το σπίτι μας, τα κόβαμε και ανάβαμε τις δύο σόμπες τις κρύες χειμωνιάτικες ημέρες. Μόνοι μας σκαλίζαμε τις κερκίδες που θα βάζαμε τις καρέκλες για τους θετές των Γυμναστικών Επιδείξεων. Μόνοι μας φτιάχναμε και τη σκηνή με την αυλαία, για τις Σχολικές Εξετάσεις. Οι εκδρομές αλησμόνητες. Πώς να ξεχαστεί ηεκδρομή στην Αγία Πελαγία και το ταξίδι μας με ένα τεράστιο αλιευτικό μέχρι τον Αβλέμονα και το ψάρεμα που έγινε με τη συνδρομή δεύτερου μικρότερου σκάφους, που με το δίχτυ εγκλώβισε ένα κοπάδι παλαμίδες.
Αξίζει να σημειωθεί πως στο τέλος της δεκαετίας του 1950, που έγινε η ασφαλτόστρωση του κεντρικού δρόμου, με την ευκαιρία του νεόδμητου, τότε, Τριφύλλειου Νοσοκομείου, η άσφαλτος επεκτάθηκε μέχρι το Δηλαβέρειο για χάρη των μαθητών. Να μην πατούμε λάσπες τον χειμώνα. Έτσι με προτροπή του δασκάλου κάναμε το τραπέζι στους εργάτες του δρόμου και τον χειριστή του ιστορικού ατμοκίνητου οδοστρωτήρα, φέρνοντας, κάθε παιδί, ότι υπήρχε στο σπίτι του. Σε αυτόν τον δρόμο, όταν σκολάζαμε, προηγούνταν δύο μεγάλα παιδιά και έπονταν δύο άλλα, για να ειδοποιούν με την κραυγή: «δεξιάααα!» τον ερχομό κάποιου αυτοκίνητου.
Ατελείωτες οι αναμνήσεις από τα σχολικά χρόνια. Ανεξίτηλες καιγλυκές, ακόμα και οι τιμωρίες, δίκαιες και άδικες.
Λογικό να κλείσω με ένα ποίημά μου για τούτο το σχολείο, μα και για το σκολειό του καθενός μας.
Στο σκολειό μου
Κι αν με ρωτήσεις, μάτια μου, τι πιότερο θυμάμαι
από την τράτα της ζωής π’ ολημερίς τραβάμε
δεν θα σου πω το κλάμα σου, το γέλιο το γλυκό σου
μήτε το πρώτο μου φιλί, μήτε τον ερχομό σου…
Γιατί τα γοργοτάξιδα της μνήμης τρεχαντήρια
με γυροφέρνουνε με μιας σε κάτι παραθύρια
που ολόγυρα, τετράψηλα, με ήλιο φορτωμένα
σ’ ένα θρανίο καθιστό… με φώτιζαν κι εμένα



Οι φωτογραφίες είναι του αείμνηστου Εμμανουήλ Σοφίου.
Δημοσιεύθηκε στην έντυπη έκδοση της εφημερίδας ΚΥΘΗΡΑΪΚΑ στο φύλλο Ιουλίου – Αυγούστου 2025






































































































Kythira Online