Advertisement

Ντόναλντ Τραμπ, ο κατεδαφιστής

Επιβάλλει δασμούς κατά βούληση. Πιέζει την Ουκρανία να συμβιβαστεί με τη Ρωσία. Στη Βενεζουέλα, θέλει να κυβερνά μέσω αντιπροσώπων. Στη Μέση Ανατολή επιχείρησε, με έναν αποτυχημένο πόλεμο, να υποτάξει το Ιράν στη θέλησή του. Καταγγέλλει τον κομμουνισμό ως απειλή, αλλά αποκαλεί φίλο τον Σι Τζινπίνγκ. Το μόνο σταθερό στοιχείο είναι η διάθεσή του να γκρεμίσει τα πάντα στο υπάρχον σύστημα

Το τραγούδι «Wrecking Ball» (Μπάλα Κατεδάφισης) της Μάιλι Σάιρους, ένας ύμνος στον χωρισμό που ακουγόταν παντού στις ΗΠΑ το 2013, θα μπορούσε να επιστρέψει στις playlists ως μουσικό σήμα κατατεθέν για τη δεύτερη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ. «Δεν ήθελα ποτέ να αρχίσω έναν πόλεμο… απλώς έκλεισα τα μάτια και χτύπησα», λέει ένας από τους στίχους. Ταιριάζει γάντι στον αμερικανό πρόεδρο, γράφει ο Economist: μια ανθρώπινη μπουλντόζα που γκρεμίζει ό,τι βρίσκει μπροστά της, χωρίς να είναι πάντα σαφές τι σκοπεύει να χτίσει στη θέση του.

Επί δεκαετίες, η αμερικανική πολιτική ακολουθούσε έναν σχετικά προβλέψιμο κύκλο: κάθε νέος πρόεδρος επιχειρούσε να διορθώσει, συχνά με τις δικές του υπερβολές, τα λάθη του προκατόχου του. Από τον Ρίτσαρντ Νίξον στον Τζίμι Κάρτερ, η κυνική πολιτική ισχύος έδωσε τη θέση της στον ηθικολογικό ιδεαλισμό. Σύντομα, όμως, οι Αμερικανοί ένιωσαν ότι η χώρα τους είχε χάσει το κύρος της και στράφηκαν στην αισιοδοξία και τον δυναμισμό του Ρόναλντ Ρίγκαν. Οταν κουράστηκαν από τον σοβαρό και άκαμπτο Τζορτζ Μπους τον πρεσβύτερο, επέλεξαν τον Μπιλ Κλίντον, που έλεγε ότι κατανοούσε τα προβλήματά τους. Μετά τον παρορμητικό Τζορτζ Μπους τον νεότερο, ήρθε ο ψύχραιμος και διανοούμενος Μπαράκ Ομπάμα. Και όταν οι ψηφοφόροι βαρέθηκαν τους υπεροπτικούς τεχνοκράτες, έδωσαν την ευκαιρία στον Τραμπ.

Advertisement

Σήμερα, αυτή η θεωρία του εκκρεμούς έχει χάσει την αξία της, σημειώνει ο Economist. Ο Τραμπ κινείται προς όλες τις κατευθύνσεις, χωρίς σταθερή ιδεολογική πυξίδα. Πιέζει την Ουκρανία να συμβιβαστεί με τη Ρωσία, υιοθετώντας τη λογική ότι ο ισχυρός επιβάλλει τη θέλησή του. Στη Βενεζουέλα, η επιδίωξή του να κυβερνά μέσω αντιπροσώπων θυμίζει τις αυτοκρατορικές πρακτικές του 19ου αιώνα. Στη Μέση Ανατολή απέρριπτε την αλλαγή καθεστώτων, μέχρι που επιχείρησε, με έναν αποτυχημένο πόλεμο, να υποτάξει το Ιράν στη θέλησή του. Καταγγέλλει τον κομμουνισμό ως απειλή για την Αμερική, αλλά αποκαλεί φίλο του τον Σι Τζινπίνγκ, ηγέτη της Κίνας.

Το μόνο σταθερό στοιχείο είναι η διάθεση για κατεδάφιση του υπάρχοντος συστήματος. Η εικόνα του Τραμπ πάνω σε μια τεράστια μπάλα κατεδάφισης είναι σχεδόν αναπόφευκτη αν και, σε αντίθεση με το βιντεοκλίπ της Σάιρους, ο 80χρονος πρόεδρος φορά περισσότερα από ένα ζευγάρι αρβύλες.

Ο Τραμπ ενδέχεται να αποχωρήσει από τον Λευκό Οίκο έχοντας καταστρέψει τη διεθνή εικόνα της Αμερικής, αν και η κυριαρχία της στην Τεχνητή Νοημοσύνη θα μπορούσε να της εξασφαλίσει πλούτο και ισχύ. Ο διάδοχός του, εκτιμά ο Economist, θα έχει πολλές επιλογές για να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση: να θέσει το εθνικό συμφέρον πάνω από το προσωπικό κέρδος, να αποφύγει απερίσκεπτους πολέμους και αλλαγές καθεστώτων, να αποκαταστήσει τις συμμαχίες και να διαβεβαιώσει την Ευρώπη ότι θα τη βοηθήσει απέναντι στη Ρωσία, όπως και τους ασιάτες συμμάχους απέναντι στην Κίνα. Ολες αυτές οι επιλογές θα συνιστούσαν ρήξη με κάποια εκδοχή του τραμπισμού.

Το περιθώριο κινήσεων είναι ιδιαίτερα μεγάλο για τους Δημοκρατικούς. Οι Ρεπουμπλικανοί, είτε ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς εξασφαλίσει εύκολα το χρίσμα είτε χρειαστεί να το διεκδικήσει σε μια ανταγωνιστική εσωκομματική διαδικασία, δύσκολα θα θελήσουν να δυσαρεστήσουν τους πιστούς του κινήματος MAGA αποκηρύσσοντας τον Τραμπ. Οι Δημοκρατικοί, αντίθετα, θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν τη συγκυρία. Αντί γι’ αυτό, όμως, επιδίδονται σε μια εσωστρεφή συζήτηση για το μέλλον τους.

Οπως προκύπτει από με συνομιλίες του Economist με κορυφαία στελέχη της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, στο κόμμα διαμορφώνονται δύο στρατόπεδα: οι μετριοπαθείς κεντρώοι και η προοδευτική Αριστερά. Και οι δύο αναγνωρίζουν ότι οι ψηφοφόροι ενδιαφέρονται πρωτίστως για την οικονομία και τα καθημερινά τους προβλήματα. Γνωρίζουν, ωστόσο, ότι οι διεθνείς εξελίξεις δεν επιτρέπουν στην Αμερική να ασχολείται αποκλειστικά με τον εαυτό της.

Αντιπροσωπείες Δημοκρατικών, πρώην αξιωματούχων και ειδικών έχουν αρχίσει να συναντούν κυβερνήσεις και πολιτικούς στο εξωτερικό. Μια τέτοια ομάδα επισκέφθηκε πρόσφατα τις Βρυξέλλες, το Λονδίνο και το Παρίσι. Το μήνυμα που μεταφέρουν είναι σαφές: η διεθνής τάξη που οικοδομήθηκε μετά το 1945 δεν πρόκειται να αποκατασταθεί όπως ήταν. Ορισμένα στοιχεία του τραμπισμού, όπως η προτεραιότητα στα αμερικανικά συμφέροντα και η έμφαση στην εγχώρια βιομηχανική παραγωγή, πιθανότατα θα επιβιώσουν, ανεξαρτήτως του ποιος θα κερδίσει τις εκλογές.

Οι δασμοί, συνεχίζει ο Economist, είναι ένα από τα σημεία που διχάζουν τους Δημοκρατικούς. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι ψηφοφόροι τούς θεωρούν υπεύθυνους για τις υψηλές τιμές. Οι κεντρώοι διαφωνούν για το αν πρέπει να καταργηθούν οι περισσότεροι αμέσως μόλις αναλάβουν την εξουσία ή να διατηρηθούν προσωρινά ως διαπραγματευτικό όπλο απέναντι στους εμπορικούς εταίρους. Η Αριστερά προτιμά την προστασία επιλεγμένων βιομηχανιών και βλέπει θετικά τα έσοδα από τους δασμούς.

Διχασμός υπάρχει και για το Ισραήλ. Μια ισχυρή ομάδα ζητά να αποκλειστούν από μελλοντικές κυβερνήσεις αξιωματούχοι της εποχής Μπάιντεν που συμμετείχαν στη χάραξη της ισραηλινής πολιτικής, θεωρώντας τους υπεύθυνους για την αιματοχυσία στη Γάζα. Υπάρχει ευρύτερη συμφωνία ότι η υποστήριξη προς το Ισραήλ δεν μπορεί να είναι άνευ όρων, αλλά ορισμένοι στην Αριστερά επιθυμούν την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Μέση Ανατολή και μια πιο επιφυλακτική στήριξη της Ουκρανίας.

Η Κίνα αποτελεί ακόμη ένα πεδίο έντονης αντιπαράθεσης. Οι κεντρώοι θεωρούν ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται σε μια ιστορική αναμέτρηση με το Πεκίνο για την τεχνολογική υπεροχή και την παγκόσμια τάξη. Στελέχη της Αριστεράς θεωρούν ότι αυτή η αντιπαράθεση παρουσιάζεται με υπερβολικό τρόπο και ελπίζουν σε συνεργασία με την Κίνα για την κλιματική αλλαγή και άλλα διεθνή προβλήματα. Κάποιοι, σημειώνει σκωπτικά ο Economist, φτάνουν στο σημείο να φαντάζονται ότι οι κινέζοι εργαζόμενοι θα συνεργαστούν με τους Αμερικανούς για την καθιέρωση ενός παγκόσμιου κατώτατου μισθού.

Η ανησυχία, όμως, για την ασφάλεια της Τεχνητής Νοημοσύνης και την ισχύ των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών οδηγεί σε διαφορετικά συμπεράσματα. Κανένας Δημοκρατικός δεν μπορεί εύκολα να ζητήσει περιορισμούς στις αμερικανικές εταιρείες ΤΝ χωρίς να προτείνει αντίστοιχους περιορισμούς στους κινέζους ανταγωνιστές τους. Αυτό θα απαιτούσε ελέγχους στις εξαγωγές προηγμένων μικροτσίπ και του εξοπλισμού παραγωγής τους, προκαλώντας την οργή του Πεκίνου.

Υπάρχουν, πάντως, περιθώρια διαφοροποίησης από τον Τραμπ χωρίς πλήρη ανατροπή της πολιτικής του. Οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να διατηρήσουν τους αυστηρούς ελέγχους στα σύνορα, τους οποίους προτιμούν οι ψηφοφόροι, αλλά να εφαρμόζουν τους μεταναστευτικούς νόμους με λιγότερη σκληρότητα στο εσωτερικό και να καλωσορίζουν περισσότερο τους νόμιμους μετανάστες. Θα μπορούσαν επίσης να περιορίσουν τις τεράστιες προτεινόμενες αμυντικές δαπάνες χωρίς να εγκαταλείψουν τις αρχές τους.

Οπως καταλήγει ο Economist, η εποχή των ανατροπών δεν έχει τελειώσει. Οι μπάλες κατεδάφισης, εξάλλου, δεν κινούνται ποτέ με απόλυτα προβλέψιμο τρόπο.

 

 

 

 

Πηγή Protagon
Μπορεί επίσης να σας αρέσει