Η αγανάκτηση του συνομιλητή μου ήταν ειλικρινής. «Έχω βαρεθεί να ακούω ότι έβρεξε πολύ, οπότε πνίγηκε ένας βοσκός που πήγαινε στα πρόβατα του στον Μυλοπόταμο ή ένας μικροξενοδόχος στην Ρόδο που προσπάθησε να σώσει το αυτοκίνητο του. Δεν ανέχομαι άλλο αυτό το κράτος που αφήνει τους πολίτες του να πνίγονται με την πρώτη νεροποντή».
Πρώτη παρατήρηση. Δυστυχώς, όταν υπάρχουν πλημμύρες, συμβαίνει να πνίγονται και άνθρωποι. Συνέβαινε στο παρελθόν, συμβαίνει σήμερα, θα συμβαίνει και στο μέλλον. Και θα συμβαίνει παντού στην υφήλιο, από την φτωχότερη ως την πλουσιότερη χώρα κι από τα κέντρα των μεγαλουπόλεων ως τις πλαγιές των απάτητων βουνών.
Δεύτερη παρατήρηση. Όταν λέει «το κράτος αφήνει τους πολίτες του να πνίγονται» εννοεί την κυβέρνηση. Στην Ελλάδα, οι μόνες κυβερνήσεις που δεν αφήνουν τους πολίτες τους «να πνιγούν», «να καούν», «να πεινάσουν», «να δυστυχήσουν», «να παγώσουν», είναι οι κυβερνήσεις που διάγουν τον πρώτο η –άντε- τον δεύτερο χρόνο της θητείας τους. Ως τότε έχουν την ανοχή του πρωτάρη. Μετά τον τρίτο χρόνο διακυβέρνησης αναλαμβάνουν την πλήρη ευθύνη και για 200 χρόνια ύπαρξης του ελληνικού κράτους, με την απλή φράση «καλά, πόσα χρόνια ήθελαν δηλαδή για να φτιάξουν τα πράγματα;».
Όταν λέμε «να φτιάξουν τα πράγματα» εννοούν να μας κάνουν στο πιτς-φυτίλι έναν συνδυασμό Μονακό, Καλιφόρνιας και Σουηδονορβηγίας. Δεν συμβιβαζόμαστε με τίποτα λιγότερο. Καλά, αν κάποια κυβέρνηση έχει την μαύρη ατυχία να κατέχει την εξουσία οκτώ χρόνια, τότε έχει ολάκερη την ευθύνη ακόμα και για τις κακοτεχνίες που θα ανακαλυφθούν στον Παρθενώνα απ’ αυτά τα καθάρματα διαπλεκόμενους με τον Μητσοτάκη εργολάβους, τον Ικτίνο και τον Καλλικράτη.
Τρίτη παρατήρηση. Η κυβέρνηση ή η πολιτεία ή το κράτος (διαλέξτε και πάρτε) θα έπρεπε να έχει προβλέψει εκ των προτέρων και να κάνει τα κατάλληλα (αντιπυρικά, αντιπλημμυρικά, αντισεισμικά, κ.λπ.) ακριβώς το σημείο που η θεομηνία θα πετύχει τον έναν άτυχο ή απρόσεκτο πολίτη. Δηλαδή παντού. Επί του προκειμένου, να έχει φτιάξει αντιπλημμυρικά στη νότια πλευρά του Ψηλορείτη που υπάρχουν μόνο λίγοι κτηνοτρόφοι ή στις ερημιές της ανατολικής Ρόδου, στον χείμαρρο που εκβάλει στην παραλιούλα Στεγνά.
Τέταρτη παρατήρηση. Τα «έργα» που θα ‘πρεπε να χουν γίνει «ήδη από χθες» καθ’ άπασα την επικράτεια, δεν έχουν κόστος. Ούτε υπάρχει συγκεκριμένο κρατικό μπάτζετ στα κρατικά ταμεία που πρέπει να διαμοιραστεί για να καλύψει με συγκεκριμένη προτεραιοποίηση υπερπολλαπλάσιες ανάγκες. Όχι, απαιτούμε να είχε γίνει το συγκεκριμένο έργο ακριβώς στο σημείο που βρήκε η ατυχία τον συμπολίτη μας και μάλιστα ανεξαρτήτως κόστους. Η επιχειρηματολογία είναι βαθιά ηθικοπλαστική. «Η ανθρώπινη ζωή είναι ανεκτίμητη, άρα μη μου μιλάς για λεφτά». Προφανώς, είναι ανεκτίμητη, μόνο που το απόθεμα των κρατικών χρημάτων υπόκειται –δυστυχώς- στους νόμους της αριθμητικής. Με πρώτο νόμο, ότι δεν είναι απεριόριστα.
Κι όταν απέναντι σ’ αυτό τον χείμαρρο απαιτήσεων αντιτείνεις το «μα το κράτος έφτιαξε το 112 για να προειδοποιεί και να σώζει τις ζωές των ανθρώπων», η απάντηση έρχεται αυτοματοποιημένη. «Πάλι η ατομική ευθύνη; Πάλι οι ίδιες δικαιολογίες; Φτάνει πια η κοροϊδία». Εκεί ο ποιητής σηκώνει τα χέρια, περιμένοντας την επόμενη νεροποντή…